ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Γλωσσικός συντηρητισμός του Μανώλη Σκαρσούλη

0

Από τους λογοτέχνες, τους επιφυλλιδογράφους και τους χρονογράφους, τους φιλολόγους, τους επιμελητές και διορθωτές κειμένων αναμένεται να λειτουργούν ως καθοδηγητές στην «ορθή» χρήση της γλώσσας ή ως πρότυπα «ωραίου» ύφους. Και όσοι ανάμεσά μας θεώρησαν αυτονόητη υποχρέωσή τους ν’ αναδεχτούν αυτό τον ρόλο επιδεικνύουν ένα ζήλο που τους κάνει συχνά να χάνουν την ουσία για χάρη του τύπου.

Όλες οι παραπάνω κατηγορίες «εργατών του λόγου» (για να χρησιμοποιήσω μια άλλη έκφραση, που απηχεί σοσιαλίζουσες ευαισθησίες) αντιλαμβάνονται τη γλώσσα πρωτίστως ως γραπτό κείμενο. Γι’ αυτό έχουν την τάση να παραγνωρίζουν την ζωντανή επικοινωνιακή λειτουργία της, που εκδηλώνεται με τον αμεσότερο τρόπο στην προφορική ομιλία, και να θεωρούν όλες τις αποκλίσεις από τους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες τις οποίες υπαγορεύουν οι ιδιαίτερες συνθήκες επικοινωνίας ως γλωσσικά ολισθήματα, σολοικισμούς, βαρβαρισμούς κ.λπ.

Από τη διάδοση και συχνότητα τέτοιων «λαθών» βγάζουν, έπειτα, εύκολα συμπεράσματα για ευτελισμό της γλώσσας και μπορούν να είναι σίγουροι ότι θα συναντήσουν τη γενική κατάφαση, αφού λίγοι τολμούν να υπερασπιστούν ένα προφανές λάθος και πολλοί θέλουν έτσι κι αλλιώς να πιστεύουν ότι η (υλιστική, καπιταλιστική, τεχνοκρατούμενη, αγχωτική, απρόσωπη, αντιπνευματική, χυδαία) κοινωνία μας οδηγεί αναπόφευκτα στον γλωσσικό εκφυλισμό. Έτσι, ο γλωσσικός κομφορμισμός εμφανίζεται παραδόξως με το ένδυμα της πολιτικοποιημένης αμφισβήτησης – και αυτή είναι η χαρακτηριστική μορφή του στις ομάδες στις οποίες αναφέρομαι.

Ζωντάνια της γλώσσας

Στην πραγματικότητα, πολλές από τις «στρεβλώσεις» που προκαλούν την μήνι των ζηλωτών της γλωσσικής ορθοπρέπειας δείχνουν ακριβώς το αντίθετο του γλωσσικού εκφυλισμού: τη ζωντάνια της γλώσσας, που σπάει το καλούπι της για να εκφράσει, συχνά με αναπάντεχο τρόπο, καινούργιες καταστάσεις.

Μια από τις πιο συκοφαντημένες περιπτώσεις είναι η «τηλεγραφική» δήλωση της κίνησης προς έναν τόπο, δηλαδή χωρίς πρόθεση και άρθρο πριν από το όνομα του τόπου: «πάω Λονδίνο», «πάω Ιταλία», αντί «πάω στο Λονδίνο», «πάω στην Ιταλία». Αλλά η φράση, για παράδειγμα, «πάω Λονδίνο» δεν σημαίνει ακριβώς το ίδιο με τη φράση «πάω στο Λονδίνο». Η πρώτη υπονοεί ότι ο ομιλητής πηγαίνει συχνά στο Λονδίνο ή ότι γενικά ταξιδεύει συχνά, και ο ακροατής του το ξέρει, ενώ η «ορθή» φράση «πάω στο Λονδίνο» δίνει έμμεσα έμφαση στο εξαιρετικό του γεγονότος.

Συμβαίνει ό,τι με τη διαφορά ανάμεσα στις φράσεις «πάω σχολείο» και «πάω στο σχολείο»: η πρώτη σημαίνει «φοιτώ στο σχολείο, πηγαίνω εκεί κάθε μέρα», ενώ η δεύτερη «είμαι αυτή τη στιγμή καθ’ οδόν προς το σχολείο». Σ’ έναν κόσμο όπου τα ταξίδια έχουν γίνει για πολλούς ανθρώπους μέρος της καθημερινότητάς τους, όπως είναι για τα παιδιά το σχολείο, η τυπικά ανορθόδοξη δομή τέτοιων φράσεων τούς δίνει μια λεπτή νοηματική απόχρωση.

Επιθυμώ διακαώς

Βρισκόμαστε ήδη στο πεδίο της λογοτεχνικής γραφής, αφού η λογοτεχνία επεξεργάζεται αυτές τις τάσεις και τις διαμορφώνει σε συνειδητό εκφραστικό ήθος. Ένας νεότερος συγγραφέας μόνον ειρωνικά θα χρησιμοποιήσει μια έκφραση όπως, για παράδειγμα, «επιθυμώ διακαώς»· γιατί τέτοιες εκφράσεις χαρακτηρίζουν σήμερα τον (ανυπόληπτο) λόγο των πολιτικών και των ρητόρων που ειδικεύονται σε πανηγυρικούς προσποιητού οίστρου.

Όταν σ’ ένα σύγχρονο λογοτεχνικό αφήγημα κάποιος λέει «επιθυμώ διακαώς να σε δω», στην πραγματικότητα εννοεί «δεν γουστάρω να σε δω». Μπορεί να θλιβόμαστε που χάνεται σιγά σιγά ένα τόσο ωραίο επίρρημα όπως το «διακαώς», αλλά θα πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε ότι αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ομιλητής επιθυμεί πραγματικά να την (τον) δει, μια γυμνή και απότομη φράση όπως «πότε θα σε δω;» είναι πολύ πιο πειστική και ζεστή («διακαής»!).

Είναι παρατηρημένο ότι οι νέοι και νεότεροι συγγραφείς αποφεύγουν όσο μπορούν τη χρήση συνδέσμων. Οι σύνδεσμοι δίνουν γενικά στον λόγο πλαστικότητα και τάξη, επομένως ο παραμερισμός τους φαίνεται εκ πρώτης όψεως να φτωχαίνει την έκφραση. Στην περιγραφή χωρίς συνδέσμους, τα πράγματα είναι πολύ πιο αμφίσημα, οι πράξεις του αφηγηματικού υποκειμένου δεν έχουν τόσο σαφή σύνδεση με τη διανοητική του κατάσταση. Για την ακρίβεια, αυτή ακριβώς η ασάφεια υποδηλώνει τη διανοητική του κατάσταση, ένα καθεστώς σύγχυσης.

Η περιγραφή με συνδέσμους αντιστοιχεί στο βλέμμα ενός εξωτερικού «παντογνώστη» παρατηρητή. Η περιγραφή χωρίς συνδέσμους γίνεται από την οπτική γωνία του ίδιου του πρωταγωνιστή της σκηνής.

 

Ποδόσφαιρο και μυθιστόρημα

 

  1. Το ποδόσφαιρο, όπως και το μυθιστόρημα, είναι με διπλή έννοια δημοκρατικό. Για να γράψει κανείς μυθιστόρημα δεν είναι απαραίτητο να έχει έμφυτες ικανότητες (όπως π.χ. στη μουσική κι εν μέρει στην ποίηση) ή ειδικές γνώσεις (όπως αν θέλει να γράψει ένα δοκίμιο ή μια πραγματεία). Παρόμοια, για να παίξει κανείς ποδόσφαιρο δεν χρειάζεται να είναι δίμετρος (όπως π.χ. στο μπάσκετ) ή γρήγορος σαν τον Κεντέρη, να έχει μακριά κανιά (όπως στα αγωνίσματα των αλμάτων) ή ασυνήθιστη μυϊκή δύναμη (όπως στην άρση βαρών και στα αγωνίσματα των ρίψεων). Ο καθένας μπορεί να παίξει ποδόσφαιρο και να το ευχαριστηθεί. Αυτή είναι η πρώτη έννοια της δημοκρατικής (και όχι εκλεκτικής!) συγγένειας ποδοσφαίρου και μυθιστορήματος.

Η δεύτερη έννοια είναι η εξής: όπως το μυθιστόρημα υπονομεύει τις κοινωνικές, ηθικές, ιδεολογικές και άλλες ιεραρχήσεις, αποκαλύπτοντας τη σχετικότητα των πραγμάτων, έτσι και το ποδόσφαιρο. Στον στίβο, στο μπάσκετ και σε πολλά άλλα αθλήματα είναι σχεδόν βέβαιο εκ των προτέρων ότι θα νικήσει εκείνος που ήδη αναγνωρίζεται ως ανώτερος. Στο ποδόσφαιρο όμως δεν συμβαίνει το ίδιο. Για σκεφτείτε: γιατί γίνετε τζόγος με τα προγνωστικά των αγώνων ποδοσφαίρου, αλλά όχι π.χ. κλασικού αθλητισμού; Στο ποδόσφαιρο οι εκπλήξεις είναι συχνότερες απ’ ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο σπορ. Η ταινία Το θαύμα της Βέρνης, που προβάλλεται αυτό τον καιρό στους κινηματογράφους, δείχνει πώς η φοβερή και τρομερή Ουγγαρία του 1954 έχασε τον τελικό του παγκοσμίου πρωταθλήματος από τη Γερμανία, την οποία λίγες μέρες νωρίτερα είχε συντρίψει με 8-3!

  1. Το ποδόσφαιρο, ακριβώς όπως και το μυθιστόρημα, βασίζεται στη δομή, τη σύνθεση, τον συντονισμό διαφορετικών μονάδων. Είναι η αποθέωση της ομαδικής οργάνωσης που αναδεικνύει την ατομικότητα. Οι εμπνεύσεις της στιγμής, οι αυτοσχεδιασμοί, οι θεαματικές ατομικές ενέργειες πρέπει να εντάσσονται οργανικά σ’ ένα συνολικό σχέδιο για να επιτευχθεί το ποθούμενο, όπως συμβαίνει και στο μυθιστόρημα.

Αν το μυθιστόρημα δημιουργεί συγκλονιστικούς χαρακτήρες, το ποδόσφαιρο βγάζει συγκλονιστικούς παίκτες. Αλλά μυθιστορηματικοί και ποδοσφαιρικοί ήρωες δεν έχουν δεδομένη σχέση με την πορεία και την έκβαση των γεγονότων. Ο άνθρωπος της τελευταίας στιγμής, εκείνος που δίνει λύση στο δράμα, δεν είναι πάντα ο πρωταγωνιστής.

  1. Σ’ έναν αγώνα βόλεϊ δεν σημειώνονται ποτέ λιγότεροι από πενήντα πόντοι, σ’ έναν αγώνα μπάσκετ σχεδόν ποτέ λιγότεροι από εκατό. Στα αγωνίσματα στίβου όλα κρίνονται με κούρσες λίγων δευτερολέπτων ή λεπτών, με λίγα άλματα ή λίγες βολές. Στο ποδόσφαιρο, όμως, ο στόχος (το γκολ) συνήθως δεν επιτυγχάνεται τόσο γρήγορα ούτε τόσο εύκολα και μπορεί μια ομάδα να τον κυνηγάει μάταια σε όλη τη διάρκεια του αγώνα. Πρόκειται για μια επίπονη διαδικασία που περνάει από πολλές φάσεις, για μια περιπέτεια που κρατάει σε αγωνία παίκτες και θεατές. Κάτι ανάλογο δεν συμβαίνει και με το μυθιστόρημα;
  2. Το ποδόσφαιρο, ακριβώς όπως το μυθιστόρημα (όπως άλλωστε και η ζωή), είναι μια πάλη ανάμεσα στη νομοτέλεια και την τύχη, ανάμεσα σε λογικές και άλογες δυνάμεις, ανάμεσα στον προγραμματισμό και το απρόοπτο.

Ένα φύσημα του αέρα που δίνει φάλτσο στην μπάλα, μια στιγμιαία ολιγωρία, μια στραβοκλοτσιά, ένα «τσαφ» (όπως λέγεται στην ποδοσφαιρική διάλεκτο η περίπτωση που ένας παίκτης βρίσκει αέρα αντί για την μπάλα) κι ένα σωρό άλλοι παράγοντες που συχνά δεν είναι κατορθωτό ούτε καν να εντοπιστούν μπορούν ν’ ανατρέψουν τα πιο τέλεια επεξεργασμένα συστήματα – χώρια η ψυχολογία των παικτών, που κι αυτή είναι πολλές φορές απρόβλεπτη σ’ ένα παιχνίδι.

Να γιατί στο ποδόσφαιρο δεν είναι σπάνιο να νικάει ο Δαβίδ τον Γολιάθ. Το 1959, σ’ έναν αγώνα πρωταθλήματος ανάμεσα στον Παγκορινθιακό (αν θυμάμαι καλά) και τον Ολυμπιακό, οι ερυθρόλευκοι υπερείχαν συντριπτικά σε όλο το ενενηντάλεπτο, οι αντίπαλοί τους ήταν μόνιμα κλεισμένοι στην περιοχή τους. Ξαφνικά μια φοβερή αμμοθύελλα (το γήπεδο ήταν ξερό), πήρε την μπάλα και την έστειλε ίσια στο βάθος της εστίας του Ολυμπιακού: γκολ και νίκη για τους Κορίνθιους!

Και όμως, όπως δεν μπορούμε να φανταστούμε ένα μυθιστόρημα όπου τα πάντα αφήνονται στην τύχη, έτσι και το ποδόσφαιρο δεν θα είχε νόημα χωρίς σχεδιασμό. Η μπάλα είναι πόρνη, όπως έλεγε παλιός προπονητής τού Παναθηναϊκού Ίβιτσα Όσιμ. Αλλά οι ποδοσφαιριστές πρέπει να τη φλερτάρουν με τέχνη, μεθοδικότητα κι επιμονή σαν να ήταν η πιο δύσκολη γυναίκα.

  1. Το ποδόσφαιρο είναι ένα άθλημα που διεξάγεται σε φυσικό χώρο. Ούτε παρκέ, όπως στο μπάσκετ και το βόλεϊ, ούτε ταρτάν, όπως στον στίβο, ούτε άσφαλτος, όπως στον μαραθώνιο, ούτε πισίνες μ’ ελεγχόμενη θερμοκρασία ούτε πίστες, σκεπαστές αίθουσες, αφρολέξ, καναβάτσα και άλλα τέτοια.

Μόνον ένα γήπεδο με δροσερό χορτάρι, που η μυρωδιά του φτάνει ως τα ρουθούνια των θεατών (πόσο μάλλον των παικτών) σαν κάλεσμα της άγριας φύσης. Και ο αγώνας μπορεί να πραγματοποιείται κάτω από τις πιο αντίξοες καιρικές συνθήκες: με καταρρακτώδη βροχή ή με θυελλώδη άνεμο, με χιόνι ή με καύσωνα.

Αυτή η κατάσταση ανθρώπων που προσπαθούν να παίξουν το δικό τους παιχνίδι μέσα σ’ έναν κόσμο με δυνάμεις που τους ξεπερνούν και τους χαλάνε τα σχέδια, ανθρώπων που πασχίζουν ν’ ακολουθήσουν κάποιους κανόνες, ενώ μέσα τους κορυβαντιούν πρωτόγονες, άναρχες παρορμήσεις – μήπως για τέτοιες καταστάσεις δεν μιλάει το μυθιστόρημα;

Η Σταχτοπούτα φοράει Prada

Είναι κοινό μυστικό ότι λογοτεχνία σήμερα διαβάζουν κυρίως οι γυναίκες. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλά σχεδόν παντού. Υπάρχει μάλιστα μια θεωρία που λέει ότι έτσι ήταν πάντοτε. Ιδιαίτερα το μυθιστόρημα, το βαρύ πυροβολικό του σύγχρονου λογοτεχνικού βιβλίου, -σύμφωνα μ’ αυτή τη θεωρία- εξαρχής γυναικεία υπόθεση, τουλάχιστον από την άποψη του αναγνωστικού κοινού του. Και όταν λέμε εξαρχής, εννοούμε από την ύστερη αρχαιότητα, όταν πρωτοεμφανίστηκε το είδος. Δηλαδή, εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια.

Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για την Ελλάδα. Το γυναικείο αναγνωστικό κοινό λογοτεχνίας στην Ελλάδα έχει δύο στατιστικές ιδιαιτερότητες, σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Πρώτον, είναι αναλογικά μεγαλύτερο (για πολύ πάνω από 70% κάνουν λόγο οι στατιστικές και οι εκτιμήσεις των βιβλιοπωλών). Και δεύτερον, διαβάζει κυρίως γυναίκες συγγραφείς: στους καταλόγους των ευπώλητων κυριαρχούν σαφώς τα γυναικεία ονόματα, ενώ οι άνδρες συγγραφείς μόνον υπό ειδικές προϋποθέσεις φτάνουν τα γυναικεία νούμερα.

Αυτό αντανακλάται άλλωστε και στην αναλογία γυναικών και ανδρών συγγραφέων, που με ραγδαίους ρυθμούς γίνεται ολοένα ευνοϊκότερη για τις γυναίκες. Μπορεί να κατέχουμε μια από τις τελευταίες θέσεις στην Ευρώπη σε ό,τι αφορά το ποσοστό γυναικών βουλευτών, γυναικών υπουργών, γυναικών πανεπιστημίων, γυναικών διευθυντικών στελεχών, αλλά το ποσοστό γυναικών συγγραφέων μας –γύρω στο 50% σήμερα- αποτελεί πιθανότατα ευρωπαϊκό, ίσως και παγκόσμιο ρεκόρ. Ούτε Σκανδιναβία να ήμασταν!

Σαρωτικός άνεμος στην λογοτεχνία

Αυτά όλη σημαίνουν ότι το προφίλ της σημερινής ελληνικής λογοτεχνίας και η γενική ποιότητά της (αν έχει νόημα να μιλάει κανείς για γενική ποιότητα στη λογοτεχνία) καθορίζονται πρωτίστως από τις γυναίκες, από το τι γράφουν αλλά και από το τι διαβάζουν, αφού οι εκφρασμένες προτιμήσεις του μαζικού αναγνωστικού κοινού, δηλαδή του γυναικείου, επηρεάζουν πολλούς δόκιμους ή επίδοξους συγγραφείς, ακόμη και άνδρες συγγραφείς.

Αν αυτό δεν είναι εντυπωσιακό για μια χώρα όπου μέχρι πριν από τρεις δεκαετίες η γυναίκα ήταν πολίτης δεύτερης κατηγορίας (ακόμη λίγο παλιότερα δεν ήταν καν πολίτης), με πολλών ειδών κοινωνικούς και θεσμικούς περιορισμούς, φραγμούς στη μόρφωσή της και ασήμαντη παρουσία στη δημόσια ζωή, τότε τι είναι εντυπωσιακό; Μερικοί ξένοι νεοελληνιστές, μάλιστα, μιλούν για επανάσταση, για σαρωτικό άνεμο που έφερε στην ελληνική λογοτεχνία, τις δύο τελευταίες δεκαετίες, η δυναμική εμφάνιση των σύγχρονων Ελληνίδων, με τις καινούριες ανησυχίες και αναζητήσεις τους.

Τώρα βέβαια, οι ξένοι νεοελληνιστές λειτουργούν ως διαφημιστές της λογοτεχνίας μας στις χώρες τους, για το οποίο και τους ευχαριστούμε από βάθους καρδίας, κι ας μη το κάνουν από καθαρή ανιδιοτέλεια, αφού έτσι προβάλλουν και τη δική τους δουλειά, διαλαλούν τη δική τους πραμάτεια. Ως διαφημιστές, μπορεί να υπερβάλλουν ή να εξωραΐζουν κάπως τα πράγματα.

Το βέβαιο είναι ότι, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές τους, καμιά από τις Ελληνίδες συγγραφείς τις οποίες συστήνουν κατά καιρούς ως ισάξιες ή ανώτερες της Ντόρις Λέσινγκ, της Μάργκαρετ Άτγουντ ή έστω της Ιζαμπέλ Αλιέντε δεν αναγνωρίστηκε ως τέτοια στο εξωτερικό, δεν κατέκτησε τουλάχιστον ένα αξιόλογο ή αφοσιωμένο κοινό.

Μπορεί να φταίει γι’ αυτό η υπερπροσφορά μεγάλων συγγραφέων από τις περιφερειακές χώρες: ό,τι κάνουν οι νεοελληνιστές θα το κάνουν, φαντάζομαι, και οι νεοτουρκιστές, οι νεοαλβανιστές, οι νεογροιλανδιστές, οι νεονεπαλιστές και πάει λέγοντας, οπότε με τέτοια πληθώρα λογοτεχνικών κολοσσών από εξωτικά μέρη, οι ξένοι αναγνώστες και κριτικοί είναι επόμενο να χάνουν τον μπούσουλα.

 

 

Πηγή: «Η νοσταλγία της πραγματικότητας»

Δημοσθένης Κούρτοβικ,

Βιβλιοπωλείο ΕΣΤΙΑΣ

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Γλωσσικός συντηρητισμός του Μανώλη Σκαρσούλη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ