ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

«Το δύσκολο δεν είναι να δεχτείς τον εαυτό σου όπως είναι, αλλά τους υπόλοιπους» του Μανώλη Σκαρσούλη

0

  1. Δέξου τον εαυτό σου. Δεν είναι εύκολο, το ξέρω.

Ο άγιος Αυγουστίνος έλεγε: «Γνώρισε τον εαυτό σου, δέξου τον, ξεπέρασέ τον». Νομίζω πως ήταν υπερβολικά αισιόδοξος να πιστεύει πως οι άνθρω­ποι μπορούν να κάνουν και τα τρία. Εγώ συμβι­βάστηκα πάντοτε με το να με γνωρίσω.

Δεν είναι εύκολο να γνωρίσεις τον εαυτό σου, να μάθεις ποια είναι τα γούστα σου, τι σ’ αρέσει, τι δε σ’ αρέσει. Είναι όμως εφικτό. Αφιέρωσε χρόνο, ψάξε, ξαναψάξε, ψάξε και πάλι και τελικά θ’ αρχίσει να σχηματίζεται ένα πορτρέτο του εαυτού σου.

Από τη στιγμή που θα γνωρίσεις τον εαυτό σου, αν καταφέρεις να σου αρέσει, περνάμε στο πιο δύσκολο μέρος. Το δεύτερο, το μέρος της ανακά­λυψης: Γνώρισε τους υπόλοιπους ανθρώπους και δέξου τους όπως είναι.

  1. Ξέρω ότι μπορεί να μοιάζει σαν θρησκευτική εντο­λή, αλλά στην πραγματικότητα σημαίνει απλώς να έχεις με τους άλλους την ίδια υπομονή που είχες με τον εαυτό σου. Να τους δεχτείς όπως είναι, να τους δεχτείς όπως δεν είναι, αυτή είναι η προϋπό­θεση για να δεχτείς τον εαυτό σου κι όπως είναι κι όπως δεν είναι.
  2. Από εκεί προέρχεται και το υπόλοιπο της φράσης. Το δύσκολο δεν είναι να δεχτείς τον εαυτό σου όπως είναι, αλλά τους υπόλοιπους. Αυτή είναι η πρόκληση. Μην ξεχνάς πως κάποιες φορές, όταν πια γνωρίζουμε ποιοι είμαστε, πιστεύουμε πως πετύχαμε τον στόχο μας. Αλλά ο στόχος είναι μα­κριά, πολύ μακριά ακόμη. Κάθε μέρα θα γνωρί­ζουμε όλο και περισσότερους ανθρώπους, και πρέ­πει να αφιερώσουμε όλες μας τις δυνάμεις για να τους κατανοήσουμε.

Αυτή η ανακάλυψη, που μοιάζει τόσο πολύπλοκη, προέρχεται από μια νοσοκόμα. Υπήρχε ένα παιδί που κατάφερε να μην κάνει εμετό με τη χημειοθερα­πεία και από εκείνη την ημέρα και μετά τον ενοχλού­σε να κάνουν οι άλλοι εμετό δίπλα του. Δεν προσπα­θούσε να κατανοήσει και να γνωρίσει τους υπόλοι­πους. Είχε πετύχει τον στόχο του και του φαινόταν ότι το υπόλοιπο ανθρώπινο είδος έπρεπε να ακολου­θήσει τα βήματά του. Η νοσοκόμα μάς είπε πως κά­ποιοι κάνουν εμετό και κάποιοι δεν κάνουν. Από αυ­τό έβγαλα και τα υπόλοιπα συμπεράσματα.

Η νοσοκόμα κατάφερε να τον κάνει να μας διηγηθεί τα κόλπα που χρησιμοποιούσε και δεν έκανε εμετό. Ένα απ’ αυτά ήταν η κοκακόλα, που πίστευε πως ήταν σπουδαίο αντιεμετικό.

Η δύναμη των αντιθέσεων

Στον τέταρτο όροφο του νοσοκομείου, όπου συνήθως με έβαζαν, ονειρευόμασταν τα πράγματα που δεν είχαμε.

Αργότερα έδωσα διαλέξεις σε νοσοκομεία και πολλοί άρρωστοι μου είπαν το ίδιο: Λείπουν πράγ­ματα από τα νοσοκομεία, λείπει η διασκέδαση.

Είχαμε ένα σύνθημα στο νοσοκομείο: «Δε θα πε­θάνουμε από καρκίνο, από βαρεμάρα θα πεθάνου­με». Όλος ο κόσμος νόμιζε πως στο νοσοκομείο η ζωή σου πρέπει να σταματήσει, ότι δεν πρέπει να διασκεδάζεις. Η αλήθεια όμως είναι πως πρέπει να γίνεται ακριβώς το αντίθετο. Η κανονική σου ζωή σταματάει, και γι’ αυτό ακριβώς χρειάζεσαι πολύ περισσότερες δραστηριότητες, για να εξισορροπήσεις αυτή την αδράνεια.

Πάντοτε πίστευα πως αυτοί που σχεδιάζουν νο­σοκομεία δεν έχουν και πολλή φαντασία. Καταρχήν οι αίθουσες της χημειοθεραπείας δεν είχαν τίποτα για ν’ απασχοληθείς. Αργότερα μια μικρή τηλεόραση δέσποζε στην αίθουσα, παρότι έπρεπε να έχεις αετίσιο μάτι για να μπορέσεις να παρακολουθήσεις.

Πού είναι το σκάκι, τα επιτραπέζια, οι τράπουλες, οι οθόνες πλάσμα, τα βιντεοπαιχνίδια, η σύνδεση στο ίντερνετ; Ναι, ναι, δεν είναι αστείο, όλα αυτά έπρεπε να υπάρχουν στα νοσοκομεία. Είναι πολύ σημαντικό να είσαι συνδεδεμένος με τον κόσμο για να μπορείς να παλέψεις την αρρώστια σου.

Μερικές φορές δε συνειδητοποιούν τη ζωτική ενέρ­γεια των αρρώστων. Πάντοτε συνιστούσα οι ίδιοι οι άρρωστοι να δίνουν διαλέξεις στα νοσοκομεία. Δια­θέτουν εμπειρίες που θα εντυπωσίαζαν. Αν η διάλεξη ήταν κάπου έξω, θα πήγαινες σίγουρα, αλλά φαντάσου να τη δίνει ο διπλανός σου στον θάλαμο με την γαλάζια του πιτζάμα.

Όταν είσαι άρρωστος, αναδύεται η δεύτερη ζωή σου. Μια ζωή που δεν μπορείς παρά να τη ζήσεις, διότι, όσο άρρωστος και να είσαι, εξακολουθείς να εί­σαι ζωντανός. Εγώ είχα τη ζωή μου έξω και τη ζωή μου μέσα. Τώρα ζω τη ζωή μου έξω, αλλά ίσως κά­ποια μέρα να επιστρέφει και η ζωή μου μέσα. Και οι δυο ζωές έχουν κοινά πράγματα, σε άλλα όμως δια­φέρουν. Το σημαντικό είναι να συνεχίσεις να ζεις. Η παιδική ηλικία, η εφηβεία, η ενηλικίωση πρέπει να βιώνονται ακόμη κι αν είσαι άρρωστος.

Το σμίξιμο των αντιθέσεων

Γι’ αυτό όμως χρειάζεσαι τον διάδρομο να τρέξεις και το σανίδι για να παίξεις. Μερικές φορές τα νοσοκομεία δεν έχουν καθόλου αντιθέσεις και το βα­σικό στη ζωή είναι να σμίγεις τις αντιθέσεις. Πάντα πίστευα ότι, αν σμίξουν δυο αντίθετα πράγματα, κάτι μαγικό συμβαίνει. Γι’ αυτό πολλές προσωπικές σχέσεις βασίζονται στα ελάχιστα κοινά που έχουν δυο άνθρωποι. Θα έπρεπε να σμίγουν περισσότερες αντιθέσεις. Αυτές είναι κάποιες που ελπίζω ότι θα συναντηθούν σύντομα. Είναι μια λίστα χωρίς ιεράρ­χηση, αποτέλεσμα ετών στα νοσοκομεία και άλλων εκτός.

  1. Μια πισίνα ολυμπιακών διαστάσεων στο νοσοκο­μείο. Το κολύμπι θα

έκανε τόσο καλό σε τόσους αρρώστους! Να μπορείς να βυθιστείς και να νιώσεις όπως τα ψάρια!

  1. Ένα μπόουλινγκ στο αεροδρόμιο. Είναι ζωτικής σημασίας το ξέσπασμα. Το να ξεσπάσεις σε με­ρικές κορόνες θα μπορούσε να προκαλέσει ευφο­ρία. Άθληση και αεροδρόμιο. Οποιοδήποτε άθλη­μα θα ήταν θετικό σε ένα αεροδρόμιο. Τώρα πια αρχίζουν να φτιάχνουν γυμναστήρια. Και πολύ καλά κάνουν!
  2. Ένα κομμωτήριο δίπλα σ’ ένα σινεμά. Ένα ωραίο κούρεμα πριν δεις μια ταινία. Πάω να κουρευτώ και μετά σινεμά! Θα ήταν φανταστικό να υπήρχε κάποιος που να σου προτείνει ένα καινούριο στιλ, ένα ωραίο ξύρισμα ή απλώς ένα μασάζ ή μια απο­τρίχωση! Τι ταινία πας να δεις; Ε τότε συστήνω αυτό ή ετούτο το χτένισμα!
  3. Βιβλία στο πάρκο. Μικρές βιβλιοθήκες ανάμεσα στα δέντρα. Αφού τα βιβλία προέρχονται από τα δέντρα, ας αφήσουμε μερικά ανάμεσά τους. Φτιά­χνουμε την εγκατάσταση και τ’ αφήνουμε εκεί. Θα ήταν πολύ ωραία να πας στο δάσος και να βρεις τα τέλεια βιβλία για να διαβάσεις.
  4. Μπαρ στις τράπεζες. Μικρές μπάρες καθώς περι­μένεις να σου δώσουν το δάνειο ή τον μισθό σου. Γιατί θα πρέπει να είναι τόσο σοβαρή μια τράπε­ζα, γιατί να μην υπάρχει μια μπάρα όπου μπορείς να γνωρίσεις και τους άλλους πελάτες, να μάθεις τι δουλειά έχουν εκεί, τι περιμένουν από τη ζωή τους, από τον τρόπο που τη ζουν; Είναι βέβαιο ότι ένα σωρό άνθρωποι θα πήγαιναν από το πρωί και θα έλεγαν χαρούμενοι: Πάω στην τράπεζα, επι­στρέφω σε δέκα λεπτά. Ένας ωραίος καφές, κάτι να τσιμπήσεις πριν αποφασίσεις τι θα κάνεις με τις οικονομίες σου. Από τη μια μεριά ζητάς μια μερίδα καλαμαράκια κι από την άλλη διακόσιες χιλιάδες ευρώ, και να δούμε τι θα σου δώσουν πρώτο!

Εγκλιματισμός στον θάλαμο του Νοσοκομείου

Είχα την τύχη να μοιραστώ το δωμάτιο του νοσοκο­μείου με σπουδαίους ανθρώπους. Σε κάποια κεφά­λαια μίλησα ήδη για μερικούς απ’ αυτούς. Είναι σαν αδέρφια μου, ανάλογα την ώρα, τη μέρα, τον μήνα. Αλλά είναι αδέρφια, είναι εν δυνάμει κίτρινοι.

Μ’ αρέσει η αίσθηση να φτάνεις σ’ ένα δωμάτιο ντυμένος, να βρίσκεις αυτό τον άγνωστο (με πιτζά­μα και τους πιο στενούς του συγγενείς δίπλα του) και να ξέρεις ότι σε λίγες μέρες θα γίνετε κολλητοί.

Είναι οδυνηρό να βγάλεις τα κανονικά σου ρούχα και να ξαπλώσεις σ’ ένα κρεβάτι στις δώδεκα το με­σημέρι όταν αισθάνεσαι μια χαρά. Συνήθως, αφού φορέσεις την πιτζάμα, σου δίνουν ένα περιθώριο άλ­λων είκοσι τεσσάρων ωρών για να ξαπλώσεις στο κρεβάτι.

Σ’ αυτές τις πρώτες σαράντα οκτώ ώρες είναι που αρχίζει να σε βοηθάει ο διπλανός σου. Μερικές φο­ρές με λέξεις, μερικές φορές με χειρονομίες. Κι άλλες εξηγώντας σου απλώς τι έχει, τι αισθάνεται και τι νιώθει εκείνες τις στιγμές. Η εμπειρία είναι η βάση της επικοινωνίας. Με το να καθρεφτίζεσαι σε κάποιον άλλον κερδίζεις τη μισή μάχη.

Τον καλύτερο διπλανό μου τον έλεγαν Αντόνιο και ήταν από το Ματαρό. Είχε μια τεράστια τρύπα στην πατούσα, στην οποία σχεδόν χωρούσε ένα μπαλάκι του πινγκ πονγκ. Αλλά ήταν σκέτη φωτιά, σκέτο νεύ­ρο. Είχε περισσότερη ενέργεια απ’ όλους μαζί όσους θα γνώριζα αργότερα.

Εκείνος ήταν δεκαεννέα κι εγώ δεκατεσσάρων. Μ’ έκανε να γελάω πολύ. Μου επέτρεψε να μη φο­ρέσω την πιτζάμα για σχεδόν τέσσερις μέρες και με υπερασπίστηκε σε γιατρούς και νοσοκόμες. Τους έλεγε πως του άρεσε να με βλέπει ντυμένο, πως ήταν σαν να είχε δεχτεί επίσκεψη.

Ο Αντόνιο ήταν συναρπαστικός

Είχε ένα μικρό πιάνο κι έπαιζε τραγούδια, και σιγά σιγά, μέσα από τη μουσική, με βοήθησε. Εκεί­νος έπαιζε κι εγώ τραγουδούσα. Συνθέσαμε σπου­δαία τραγούδια - η μεγαλύτερη επιτυχία μας ήταν το «Δώσ’ μου ένα Σαββατοκύριακο» και μετά από αυτό το «Κάνε ένα βήμα στον ήλιο».

Ήταν ένας συναρπαστικός άνθρωπος που, χωρίς να το ξέρει, έσβηνε μέρα με την ημέρα. Κάθε μέρα έρχονταν λιγότεροι γιατροί να τον δουν κι έφταναν περισσότερες επισκέψεις απ’ έξω. Αυτό είναι αναμ­φίβολα το πιο σοβαρό σημάδι ότι πεθαίνεις. Όταν αρχίζουν να παρελαύνουν φίλοι όλες τις ώρες και οι γιατροί αραιώνουν τις επισκέψεις τους, διότι πλέον δεν έχουν και τίποτα σπουδαίο να σου πουν.

Μου μιλούσε για τον έρωτα και τις γυναίκες. Ήταν το αγαπημένο του θέμα. Πώς να βρεις την ιδα­νική γυναίκα, πώς να βρεις τον έρωτα της ζωής σου. Δύο μέρες πριν πεθάνει ακόμη το έψαχνε, ακόμη φι­λοσοφούσε πάνω στο ζήτημα. Νομίζω πως ο έρωτας ήταν που τον έκανε τόσο διαφορετικό. Εκείνη η αναζήτηση καθρεφτιζόταν στο πρόσωπό του.

Πέθανε. Εγώ δεν τον είδα να πεθαίνει. Ποτέ δε βλέπαμε ο ένας τον άλλον να πεθαίνει. Τους έπαιρ­ναν να πεθάνουν στο σπίτι, σχεδόν πάντα. Ξέραμε πως όταν έφευγαν πέθαιναν, αλλά αποχαιρετιζόμα­σταν ζωντανοί. Αυτό πάντα ήταν πολύ όμορφο.

Μου άφησε το πιάνο του, μου είπε πως κάποια μέρα θα άξιζε εκατομμύρια. Ακόμη το έχω, ακόμη παίζω. Μου έδωσε τμήμα της δύναμής του. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Αυτόν δεν τον μοιράστηκα, ζή­τησα να τον κρατήσω ολόκληρο, το ζήτησα και μου τον έδωσαν. Βρίσκεται ολόκληρος μέσα μου και αναμφίβολα είναι το 90% του πάθους που με δια­κατέχει.

Πες όχι σε όλα τα όχι και ξεκουράσου, πέθανε.

Αυτό ήταν το μάθημα που πήρα από τον καρκίνο. Έπαψα να φοβάμαι τον θάνατο, κι αυτό είναι κάτι που νόμιζα πως θα το ξεχνούσα όταν θα άρχιζα να ζω μακριά του, αλλά συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Εξακολουθώ να μην τον φοβάμαι, κι αυτό έχει να κά­νει κυρίως με τα χρόνια της πάλης με την αρρώστια μου και με τη διαρκή επαφή μαζί του. Όπως είπα ήδη, πέθαναν πολλοί φίλοι μου. Όλοι όμως βρίσκονται μέσα μου.

Σε πολλές από τις διαλέξεις που δίνω, με έχουν ρωτήσει πώς παύεις να φοβάσαι τον θάνατο. Πώς καταφέρνεις κάτι τέτοιο; Θα πρέπει να περάσεις από μια θανάσιμη ασθένεια; Τι σημαίνει να πάψεις να φοβάσαι τον θάνατο; Είσαι πιο τολμηρός, πιο παρορμητικός, δε φοβάσαι απολύτως τίποτα;

Ο θάνατος δεν είναι κακός. Ο θάνατος πάντοτε τιμά, πάντοτε βάζει ένα τέλος.

Πρέπει να μιλάς με φυσικότητα για το τέλος σου. Να μιλάς για τον δικό σου θάνατο και για τον θάνατο των άλλων που βρί­σκονται γύρω σου.

Ποιος θάνατος σε τιμά πιο πολύ

Μπορεί να φαίνεται πολύπλοκο, στην πραγματι­κότητα όμως είναι απλό, πρέπει απλώς να το βάλεις σε εφαρμογή. Στο νοσοκομείο με τους Μαλλιάδες μι­λούσαμε πολύ για τον θάνατο. Όλοι γνωρίζαμε πως μπορεί να πεθαίναμε από τη μια στιγμή στην άλλη, κι αυτό μας άνοιγε την όρεξη να μιλάμε για τον θά­νατο. Να μάθουμε πώς το έβλεπε καθένας από μας, να μάθουμε πώς θέλαμε να πεθάνουμε, να μάθουμε τι σκεφτόταν ο καθένας μας για τον θάνατο.

Υπάρχουν άνθρωποι που μου λένε πως δεν είναι εύκολο να ρωτάς κάποιον πώς θέλει να πεθάνει ή πώς θέλει να τον θυμούνται. Πάντα τους λέω πως το κα­λύτερο είναι να ξεκινάς από μακριά και να πλησιάζεις σιγά σιγά. Μου αρέσει πάρα πολύ να ρωτάω τους καινούριους μου φίλους το ακόλουθο: Ποιος είναι ο θάνατος που σε σημάδεψε περισσότερο;

Αυτή η μοναδική ερώτηση για τον θάνατο ανοίγει δρόμους. Ανακαλύπτεις τόσα πράγματα... Στο κάτω κάτω οι άνθρωποι μιλάνε για τις δουλειές που θα κά­νουν, για τα κορίτσια με τα οποία θα τα φτιάξουν, για τα ταξίδια που θα πάνε. Και ίσως να μην κάνουν ποτέ αυτές τις δουλειές, να μην τα φτιάξουν ποτέ μ’ αυτά τα κορίτσια και να μην πάνε ποτέ αυτά τα τα­ξίδια. Το μόνο βέβαιο είναι πως θα πεθάνουν.

Εγώ νομίζω πως ο θάνατος σημαδεύει με έναν τρόπο που δεν μπορεί να το κάνει η ζωή. Υπάρχουν άνθρωποι των οποίων η μητέρα ή ο πατέρας πέθαναν όταν ήταν πολύ μικροί. Αυτοί οι άνθρωποι μι­λούν για τη μητέρα τους με έναν ιδιαίτερο τρόπο, ο θάνατος τους σημάδεψε και τους ανάγκασε να κάνουν πράγματα που δε θα έκαναν σε άλλη περίπτωση­. Ο θάνατος είναι απαραίτητος για να αφήσεις παρακαταθήκη, είναι χρυσό μετάλλιο.

Θα πρέπει να σκέφτεσαι πάντα τον θάνατο σαν κάτι καλό. Στο κάτω κάτω οι άνθρωποι γιορτάζουν τη γέννηση, τη βάφτιση, γιατί να μη γιορτάζουν και τους θανάτους των κοντινών τους προσώπων; Από κείνο το σημείο και μετά θα αποτελεί τμήμα της μνή­μης, της τιμής.

Συσχέτισε το θάνατο με την ζωή

Ξέρω πως μπορεί να σκεφτείς πως αμπελοφιλοσοφώ πάνω στον θάνατο λέγοντας πως είναι όμορ­φος. Βίωσες θανάτους αγαπημένων και δε βρίσκεις καμιά ομορφιά σ’ αυτό. Αυτό που πρέπει να θυμά­σαι όμως είναι πως ο θάνατος δεν υφίσταται από μόνος του. Όταν κάποιος πεθαίνει, μεταμορφώνεται στους ανθρώπους που γνώριζε. Η θύμησή του πα­ραμένει, η ζωή του μοιράζεται ανάμεσα στους αν­θρώπους που τον γνώρισαν. Είναι σαν να πολλαπλασιάζεται μέσα από τους ανθρώπους.

Μη συσχετίζεις τον θάνατο με τον πόνο. Μη συ­σχετίζεις τον θάνατο με την απώλεια. Συσχέτισέ τον με τη ζωή, με ένα τέλος που τιμά. Μη σκέφτεσαι πως θα εξαφανιστείς, μη φοβάσαι τον αφανισμό. Είναι κάτι που θα συμβεί αργά ή γρήγορα.

Εμένα θα μου άρεσε να πεθάνω μια Παρασκευή. Μου αρέσουν οι Παρασκευές: Βγαίνουν καινούριες ταινίες στους κινηματογράφους και οι άνθρωποι νιώθουν ευτυχείς. Όταν ήμουν μικρός, μου άρεσαν ιδιαίτερα, γιατί τότε έρχονταν να με δουν οι γονείς) μου στο σχολείο, μου έδιναν ένα σάντουιτς με τόνο και πηγαίναμε στο Καρντεντέου, στο εξοχικό μας. Στον δρόμο πέφταμε πάντα σε μποτιλιάρισμα και ο πατέρας μου έβαζε το ραδιόφωνο. Σε αυτό το πλαίσιο εμφανίστηκαν τα πρώτα τραγούδια που με συγκίνησαν.

Θα μου άρεσε να πεθάνω μια Παρασκευή γιατί τις Παρασκευές συνέβαιναν πάντα πράγματα τόσο όμορφα!

Θα πρέπει ν’ αρχίσεις να σκέφτεσαι μια ημερομηνία για να πεθάνεις - μια μέρα, μια εποχή, έναν τόπο. Δεν είναι μακάβριο, ο θάνατος δεν είναι μακάβριος, το ν’ αφήνεις τον κόσμο ετούτο δεν είναι μακάβριο. Ως εκ τούτου είναι απαραίτητο να σκεφτείς τον θάνατό σου, και θα έπρεπε να είναι και υποχρεωτικό.

Θα έπρεπε να υπάρχει στο σχολείο το μάθημα «Ζωή και θάνατος». Δε θα ήταν μαύρο χιούμορ αυτό, θα ήταν κάτι διασκεδαστικό, θα ήταν σημαντικό να είχαμε επαφή με το τέλος μας από μικροί. Στο Τρίτες με τον παλιό μου καθηγητή, σ’ αυτό το σπουδαίο βιβλίο, έλεγε: «Μάθε να πεθαίνεις και θα μάθεις πώς να ζεις». Εγώ επιθυμώ να πάω πιο μακριά: Σκέψου τον θάνατό σου, σκέψου λεπτομέρειες, σκέψου αυτό το τέλος και θα μπορέσεις να σκεφτείς τη ζωή σου, τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες, αυτών που επιθυμείς να κάνεις σ’ αυτή τη ζωή.

 

Πηγή: «Κίτρινος Κόσμος» Άλμπερτ Εσπινόζα

Εκδόσεις Πατάκη

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

«Το δύσκολο δεν είναι να δεχτείς τον εαυτό σου όπως είναι, αλλά τους υπόλοιπους» του Μανώλη Σκαρσούλη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ