Της Βλασίας Μιχαηλίδου – Τριπολιτάκη
Φιλολόγου, Ιστορικού M.Sc.
Η Εκκλησία μας βρέθηκε αυτή την περίοδο συχνά στο επίκεντρο συζητήσεων, για τις απόψεις της σχετικά με το σύμφωνο συμβίωσης, τη λειτουργία του ισλαμικού τεμένους, το μεταναστευτικό, το μάθημα των θρησκευτικών, την καύση νεκρών. Να σημειώσουμε πως η Εκκλησία διέπεται από δικούς της νόμους, τους Εκκλησιαστικούς κανόνες και τις συνοδικές αποφάσεις, που αφορούν την ορθή διοργάνωση, διατήρηση, διάδοση και δραστηριότητα της Εκκλησίας συνολικά και στην ορθή και αυθεντική κατά Χριστόν ζωή των μελών της Εκκλησίας διά μέσου αυτής.
Επίσης, σύμφωνα με τον Καταστατικό της Χάρτη, η Εκκλησία της Ελλάδος συνεργάζεται με την Πολιτεία σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος, όπως η χριστιανική αγωγή της νεότητος, η εξύψωση του θεσμού του γάμου και της οικογένειας, η φροντίδα εκείνων που χρήζουν προστασίας. Στο πλαίσιο αυτό, η Εκκλησία τοποθετείται απέναντι στα φλέγοντα ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία. Οι εγκύκλιοι που εκδίδει λαμβάνονται με κριτήριο τη διαφύλαξη και εφαρμογή των δογμάτων της πίστεως και με απώτερο σκοπό την οικοδομή και σωτηρία των πιστών, γι΄ αυτό κι είναι δεσμευτικές μόνο για τα μέλη της.
Επομένως, οι όποιες παρεμβάσεις της δεν είναι δεσμευτικές για το Κράτος. Μάλλον, οι εκάστοτε κυβερνώντες νιώθουν παγιδευμένοι ανάμεσα στην ανάγκη να εξυπηρετήσουν τα αλλότρια συμφέροντα, που καλύπτονται με το προσωπείο του εκσυγχρονισμού, και στην επιθυμία τους να μην χάσουν την πολυπληθή δεξαμενή των ορθόδοξων ψηφοφόρων. Θα συμπληρώσω, μάλιστα, πως η Εκκλησία μας δε φοβάται ούτε τον διαχωρισμό, ούτε τα σύμφωνα συμβίωσης, διότι η μακραίωνη μαρτυρική πορεία της έχει αποδείξει πως όσο την πολεμούν τόσο δυναμώνει. Και πάντα θα δυναμώνει, γιατί έχει ως κεφαλή της τον ίδιο τον Ιησού Χριστό. Χαμένη θα είναι η ίδια η κοινωνία, που θα απολέσει το ακλόνητο στήριγμά της έναντι του αγώνα των ταγών της παγκοσμιοποίησης να δρέψουν τους γλυκόχυμους καρπούς της ευλογημένης χώρας μας.
Ίσως κάποιοι να σκανδαλίζονται από συνεντεύξεις Επισκόπων, που τοποθετούνται με αυστηρότητα απέναντι σε νομοσχέδια που αντίκεινται στα πιστεύω της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Πρόκειται για κάποιες ακραίες φωνές, αλλά η ουσία είναι μία: η Εκκλησία μας δεν μπορεί να αποδεχθεί ό,τι δεν συνάδει με το πνευματικό αγώνα της αγιοποίησης του ανθρώπου και την ασφάλεια των μελών της.
Δεν υπάρχει καμία υποκρισία, όταν η Εκκλησία ξεκάθαρα αποφαίνεται πως δεν μπορεί η ομοφυλοφιλία να συνδέεται με το οικογενειακό δίκαιο, αφού πιστεύει πως μόνο ο γάμος άντρα και γυναίκας είναι ο δρόμος που οδηγεί στο Θεό. Η Εκκλησία αποδέχεται στους κόλπους της τον ομοφυλόφιλο, όπως αποδέχεται και τον ληστή, και τον δολοφόνο, και τον αλκοολικό, γιατί ο Χριστός ήρθε στον κόσμο, για να μας θεραπεύσει από τα πάθη μας, αυτά που εμποδίζουν την ένωσή μας με τον Θεό. Υποκριτική είναι η στάση των πολιτικών που ασπάζονται τον Αρχιεπίσκοπο, για να γίνονται αρεστοί στο χριστεπώνυμο πλήθος των πολιτών, ενώ προωθούν τα προοδευτικά νομοσχέδια εις το όνομα του εκσυγχρονισμού και της παγκοσμιοποίησης.
Ας μην σκανδαλιζόμαστε, λοιπόν, περισσότερο, ειδικά τις παραμονές της μεγάλης γιορτής της Χριστιανοσύνης, που φέρει το ελπιδοφόρο μήνυμα της αγάπης και της σωτηρίας. Ας θυμόμαστε τα λόγια του αποστόλου Παύλου, που τόνισε στην Α΄ επιστολή προς Κορινθίους (6.12-19): «μου επιτρέπεται να τα κάνω όλα, αλλά δεν είναι όλα προς το συμφέρον μου […] όποιος προσκολλάται στην πόρνη, γίνεται ένα σώμα μ΄ αυτή, ενώ εκείνος που προσκολλάται κι ενώνεται με τον Κύριον, γίνεται ένα πνεύμα μ΄ Αυτόν, αγιάζεται από Αυτόν.» Επομένως, ας επιλέξει ο καθένας τον δικό του δρόμο, χωρίς μίση και φανατισμούς · να γνωρίζει, μόνο, ότι δεν οδηγούν όλοι οι δρόμοι στον Θεό.
Και τέλος, όσοι βάλλονται κατά των αποφάσεων της Εκκλησίας, να εστιάσουν και στη μεγάλη προσφορά της προς την κοινωνία. Η δική μας Μητρόπολη εξασφαλίζοντας στέγη για τους άστεγους της πόλης μας απέδειξε έμπρακτα, για άλλη μία φορά, την αγάπη της προς τους χειμαζομένους αδελφούς μας. Όσοι κραδαίνουν τη σημαία του προοδευτισμού με τόσο μένος, τι έργα αγάπης έχουν να επιδείξουν;
