ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Μαθητικές κατασκηνώσεις –4 Αρκάδι –Δ’ του Μαρίνου Γαλανάκη

0

Ο Δραγάτης του Μοναστηριού(;) περνούσε κάποτε-κάποτε από το «Δραγατοκάλυβο», που ήταν αποθήκη πια της Κατασκήνωσης. Εκεί παραδίπλα είχε αφήσει τη «μουγκρινάρα» του. Αυτό το εργαλείο εκφοβισμού το αποτελούσε μια στάμνα (λα(γ)ήνα), χωρίς πάτο. Πάνω στα χείλια της ξεπατωμένης λαήνας τοποθετούσε  ένα κυλινδρικό ξύλο με μάκρος γύρω στους εικοσιπέντε πόντους και διάμετρο το πολύ τέσσερις. Στη μέση του ξύλου αυτού ήταν δεμένο αφράτο βρεγμένο, που το περνούσε μέσ’ από τη λαήνα και το έπιανε από το άνοιγμα που άφηνε η έλλειψη   πάτου. Τοποθετούσε χάμω τη  …συσκευή. Κάθιζε κι αυτός σε μια πέτρα. Έφερνε προς το μέρος του το άνοιγμα της λαήνας. Έβαζε στ’ αφτιά της   τα μεγάλα δάχτυλα των ποδιών του γι’ αντίσταση. Κι άρχιξε ν’ αποσύρει το αφράτο διαδοχικά με τα χέρια του. Όπως απόσερνε το βρεγμένο αφράτο, αυτό παλλόταν  κ οι παλμοί του είχαν αποτέλεσμα την παραγωγή ήχου. Η λαήνα ενεργούσε σαν ηχείο. Πολλαπλασίαζε τον ήχο και τον έστελνε σα μουγκρητό άγριου ζώου. Γι’ αυτό πήρε την ονομασία «μουγκρινάρα» αυτό το πρωτόγονο εργαλείο. Το μουγκρητό τρόμαζε τ’ άγρια μικρά ζώα, και τα έδιωχνε από τ’ αμπέλια. Νόμιζαν τα καημένα ότι πλησίαζε κάποιο από τα σαρκοφάγα, κ έφευγαν να κρυφτούν.

Πέραν όμως από τα μικρά ζώα και τ’ αρπαχτικά σαρκοφάγα της   φαντασίας τους, κυκλοφορούσαν κατά τη νύχτα κι άλλα  πιο μεγάλα κ επικίντυν’ αρπαχτικά. Γι’ αυτό κ η κατασκήνωση διέθετε νυχτοφύλακα. Παρ’ ελπίδα όμως  ένα πρωινό διαπιστώθηκε πως έλειπε από τη θέση του αριθμός κλινοσκεπασμάτων(κουβερτών)! Αποφασίστηκε, λοιπόν, ανοήτως, να εφοδιαστούμε με αυτοσχέδια ρόπαλα και ν’ …ακροβολιστούμε οι πιο μεγάλοι κατασκηνωτές σε κατά μέτωπο ανάπτυξη. Να χτενίσομε την γύρω περιοχή, και ν’ ανιχνεύσομε ανάμεσα στην πυκνή θαμνώδη αυτοφυή αειθαλή βλάστηση,  μήπως κάπου μέσα σ’ αυτή ανακαλύψομε ίχνη από κουβέρτες!

Η  Διαταγή εχτελέστηκε! Περιπλανηθήκαμε άδικα επί ώρες!

Σε μια στιγμή βρέθηκα ξαφνικά αντιμέτωπος με μια μεγάλη σκάρα! Ένα όρνιο φαλακρό, που ξεπήδησε μέσ’ από τη μακία βλάστηση σα δαίμονας! Άνοιξε τα φτερά της, που το άνοιγμά τους ήταν πιο μεγάλο από το μπόι μου! Πρόταξε τα πόδια της με κάτι τεράστια γαμψά νύχια και νόμισα ότι τα προόριζε για να με αρπάξει!   Η απόσταση που μας χώριζε, ήταν δεν ήταν τρία μέτρα! Κατατρόμαξα! Να φύγω δεν προλάβαινα! Σήκωσ’ απειλητικά το μακρύ και χοντρό πριναρόξυλο, που κρατούσα για να παραμερίζω τα κλαδιά των θάμνων. Η σκάρα όμως δεν είχε σκοπό, πρόθεση και διάθεση να μου επιτεθεί, αλλά να προστατευτεί από την αναπάντεχη παρουσία μου στον τόπο της. Μια επαλήθευση του «φοβάται ο Γιάννης το θεριό…».

Αμέσως με το ανέβασμά της πάνω από το ύψος των θάμνων έστριψε αριστερά, πήρε ύψος με απανωτά χτυπήματα των φτερούγων της και μού ‘στειλε δροσερά ριπίσματα του αέρα στο πρόσωπο, σα να ήξερε πόσο τα είχα κείνη τη στιγμή ανάγκη!..

Αυτό ήταν. Πισωγύρισα. Σταδιακά πισωγύρισαν κ οι άλλοι. Όλοι άπραγοι. Κουβέρτες «γιοκ»! Ούτε για να σκουπίσουν τις ματωμένες γρατζουνιές, που προκάλεσαν στις γυμνές γάμπες αρκετών   τ’ αγκάθια των θάμνων…

1

17.10.2015. Οι εγκαταστάσεις μένουν απροστάτευτες. Έχουν καταστεί ετοιμόρροπες  και σαπίζουν κάτω από τις καιρικές επιδράσεις.

 

Άλλο περιστατικό που σημειώθηκε μέσα στο τελευταίο δεκαήμερο του Αυγούστου, αλλά δε θυμούμαι τίνος από τα τρία καλοκαίρια που έκαμα στην Κατασκήνωση, ήταν μια νεροποντή, που ξέσπασε ξαφνικά.   Στα γρήγορα προσφύγαμε στο Μοναστήρι. Φιλοξενηθήκαμε στον ξενώνα κατάστρωμα. Εεε, δεν είμαστε και λίγοι!

Έτυχε τότε να υπηρετεί βορδονάρης στο Αρκάδι ο Κωστής  Ηλία Γιαννακάκης, από τον Άι Δημήτρη.  Βορδονάρηδες  στην καλογερική ορολογία ονομάζουν κυριολεχτικά  τους ημιονηγούς και κατ’ επέχταση όλους όσους λαϊκούς εργάζονται χειροναχτικά στις αγροτικές δουλειές κάθε Μοναστηριού. Σ’ αυτούς έχει ανατεθεί το διακόνημα να φροντίζουν και να διαχειρίζονται τα φορτηγά ζώα, τις αποθήκες ζωοτροφών (αχυρώνες) και τους στάβλους. Να τα χρησιμοποιούν (κουλαντρίζουν) όπου χρειαστεί τις υπηρεσίες τους το Μοναστήρι. Στη σωστή εχτέλεση  αυτού του διακονήματος επιβλέπει και καθοδηγεί τους εργάτες καλόγηρος, κι αυτός ήταν που αρχικά έφερε την ονομασία, τον τίτλο, του «Βορδονάρη του Μοναστηριού». Υστερότερα ο τίτλος επεχτάθηκε και στους εργάτες, που παλιά ήταν κατά κανόνα «τασιματάρηδες».  Άτομα, δηλαδή, που ή τα ίδια ή κάποιο μέλος της οικογένειάς τους είχαν ζητήσει κάποια χάρη (συνήθως θεραπεία κάποιας  ασθένειας) από τον Άγιο και σ’ αντάλλαγμα είχαν δώσει υπόσχεση στον Άγιο, είχαν κάμει «τάξιμο», να προσφέρουν άμισθοι τις υπηρεσίες τους στο Μοναστήρι του για ένα διάστημα. Κι αυτό, ύστερ’ από την επέμβασή του Αγίου και τη θεραπεία τους ή την προσφορά της όποιας διαφορετικής παροχής (χάρης) είχαν ζητήσει από την Αγιότητά του. Κατά επέχταση, λοιπόν,  κ οι εργάτες αυτοί ονομαζόταν βορδονάρηδες. Κι ο Κωστής ήταν ένας από τους «τασιματάρηδες», που εργαζόταν ως  «βορδονάρης» στο Αρκάδι.   Έτυχε, λοιπόν,  να βρεθεί στην αυλή την ώρα που, οι κατασκηνωτές φτάσαμε στο Μοναστήρι με τα μπογαλάκια μας. Με είδε και με φώναξε.

Η Αρετή, η Μάνα του Κωστή, ήταν θυγατέρα του Μπιτζικουνομανόλη (Εμμανούλ Βιζικουνάκη) από τη  Λούτρα,  γειτόνισσα συνομήλικη  και φιλενάδα της Μάνας μου πριν από τους γάμους τους. Γνωστές και φιλικές κ οι οικογένειές μας στη συνέχεια.

Αφού του εξήγησα την αιτία του πηγαιμού μας μέσα στο Μοναστήρι, μου πρότεινε να με φιλοξενήσει στο κελί, που διέμενε μαζί μ’ άλλον ένα «βορδονάρη». Αρκετά παιδιά γνωστά στους αδελφούς και στο λοιπό προσωπικό του Μοναστηριού φιλοξενηθήκαμε τότε σε κελιά.

Το κελί, που έμενε ο Κωστής, ήταν στα «Κλάουστρα»  τρίτο προς τ’ αριστερά ως μπαίνομε στο Μοναστήρι. Ένα τραπέζι, δυο καρέκλες, ένας λύχνος, ένα γιγούμι (χύτρα) για νερό  και δυο μολυβωτά χρειγιδάκια  πήρε το μάτι μου σ’ αυτό το μονόχωρο κελί των εργατών.   Στο μέσα μέρος του είχε ένα σοφά με τάβλες και πάνω σ’ αυτόν κοιμόταν στρωματσάδα οι εργάτες.  Εκεί κοιμήθηκα κ εγώ ένα βράδυ…

2

 17.10.2015. Βοηθητικές  εγκαταστάσεις, που έχουν την τύχη των ολυμπιακών του 2004, που συνετέλεσαν στην οικονομική καταστροφή της Ελλάδας.

Την επόμενη μέρα, ευτυχώς, δεν έβρεχε. Ήταν όμως συννεφιά κ είπαν οι καλόγηροι πως ο καιρός δεν είχ’ εμπιστοσύνη. Γι’ αυτό δεν επέστρεψαν οι κατασκηνωτές στον καταυλισμό, αλλά πέρασαν τη μέρα τους στο Μοναστήρι. Στην κατασκήνωση πήγαμε μόνο οι ομαδάρχες, για να συμπαρασταθούμε στο προσωπικό όπου θα χρειαζόταν τη βοήθειά μας.  Το δριμύ νερό που έκαμε τη νύχτα είχε περάσει μέσα σε αρκετές σκηνές από τη βάση τους, που δεν ήταν καλά πετρωμένη. Μέσα σε λίγες σκηνές παρέμενε ακόμη νερό, γιατί δεν είχε τρόπο και τόπο απορροής. Αφαιρούσαμε, λοιπόν, τις πέτρες  κι ανασηκώναμε τις ποδιές των τσαντιριών από την πιο χαμηλή μεριά του εδάφους, και το νερό που παρέμενε  παγιδευμένο από μέσα έφευγε κι άδειαζε το δάπεδο του τσαντιριού. Λύναμε και σηκώναμε τα φύλλα των εισόδων των αντίσκηνων ν’ αεριστούν, και να στεγνώσει πιο γρήγορα το δάπεδό τους. Ο τόπος ήταν λασπωμένος. Γι’ αυτό προκρίθηκε να διαμείνομε στο φιλόξενο Μοναστήρι  και για δεύτερο βράδυ. Το συσσίτιο της ημέρας διανεμήθηκε στην αυλή του Μοναστηριού. Μπήκαμε μέσα στον ιερό κ ιστορικό τόπο της θυσίας. Καθίσαμε κατά κοινότητες  διαδοχικά, γιατί δε χωρούσαμε όλοι μαζί. Φάγαμε πάνω στις Τράπεζες του θυσιαστηρίου, όπου χύθηκε το αίμα το ιερό των 37 Ηρώων…

Αυτό το δεύτερο βράδυ εγώ κοιμήθηκα στο  …πρώτων βοηθειών το κρεβάτι, που έμενε κενό σε αναμονή πελάτη.  Ο  Γιώργος ο Νοσοκόμος κοιμήθηκε στο δικό του. Μόνο οι Κοινοτάρχες κ οι Κοινοτάρχισσες διανυχτέρευσαν στο Μοναστήρι, όπως και το πρώτο βράδυ κοντά στα παιδιά. Το υπόλοιπο προσωπικό έμεινε στον καταυλισμό και τα δυο βράδια και για λόγους αυξημένης επιτήρησης.

Την επόμενη μέρα τα σύννεφα εγκατέλειψαν τον ουρανό κι ο ζεστός Αυγουστιάτικος ήλιος δε χρειάστηκε πολύ για να στεγνώσει τα πάντα.

Ευχαριστήσαμε κι αποχαιρετήσαμε τους Μοναχούς με τις ομαδικές κραυγές: «Ίπι-ίπι-ούμε./ Σας ευ-χα-ρι-στού-με/ και Σας α-γα-πού-με».

Η επιστροφή μας στον καταυλισμό έγινε με τραγούδια και ξεφωνητά χαράς. Η παρένθεση έκλεισε. Ο ρυθμός της κατασκηνωτικής ζωής συνεχίστηκε…

Τα κατοπινά χρόνια η κατασκήνωση απέχτησε μόνιμες εγκαταστάσεις.  Μετά το ελαφρό έπαρμα που σχηματίζει το έδαφος, κι αμέσως σχεδόν προς το γέρμα του πρανούς κατά το νοτιά, στήθηκαν τέσσερα πετρόχτιστα χτίρια-θάλαμοι κατασκηνωτών στη σειρά,  με προσανατολισμό από ανατολή προς τη δύση.   Συμπληρώθηκαν ακόμη κι άλλοι βοηθητικοί χώροι. Η κατασκήνωση παρουσιάστηκε με διαφορετικό πρόσωπο. Λειτούργησε ίσαμε και το 1980. Από τότε όμως διέκοψε τη λειτουργία της για λόγους που δε γνωρίζω. Τώρα και τριάντα πέντε χρόνια η Κατασκήνωση δε λειτουργεί.

Τώρα ο χώρος της είναι συρματοπλεγμένος. Η είσοδος σ’ αυτόν εξακολουθεί να παραμένει και να γίνεται από τον ήδη διαπλατυσμένο κι ασφαλτοστρωμένο δρόμο, που ήδη έχω αναφέρει. Μένει όμως  κλειστή, με πόρτα από συρματόπλεγμα  προσαρμοσμένο σε πλαίσιο από γαλβανιζέ σωλήνα κατασκευών. Αλλά δεν είναι ασφαλισμένη και γι’ αυτό μπόρεσα να την ανοίξω και να μπω.

Θαύμασα το τοπίο! Εντυπωσιάστηκ’ από την κυριαρχία των βελανιδιών. Την απουσία αρκετών κουκουναριών. Την πυκνότητα του δάσους…  Λυπήθηκα όμως βαθιά όταν αντίκρισα την εγκατάλειψη του ανεπανάληπτου πανώριου αυτού χώρου. Τα χτίρια έχουν καταστεί ετοιμόρροπα. Οι ελεύθεροι χώροι βρίσκονται σε κατάσταση που δε θυμίζει κάτι από τα περασμένα. Οι πιο πολλές από τις κουκουναριές έχουν εκλείψει. Τη θέση τους έχουν καταλάβει βελανιδιές, που σχηματίζουν πυκνό δάσος. Είναι όμως αδύναμα δέντρα, που σημαίνει ότι γρήγορα ή θ’ αραιώσουν ή θα καταστραφούν. Ο Τόπος του παλιού καταυλισμού είναι αγνώριστος.  Μένει όμως πανώριος! Αλλά κι ανεκμετάλλευτος!

3

17.10.2015. Κουκουναριές (έν’ από τα 90 είδη  των κωνοφόρων) και βελανιδιές

( έν’ από τα 531 είδη  του γένους των δρυών), που συνυπάρχουν στο χώρο, όπου η κατασκήνωση  και συγκροτούν πυκνό δάσος.

Δυστυχώς δεν είχα την πρόνοια όσο ζούσε ο μακαριστός Διονύσιος Ψαρουδάκης να μάθω για το νομικό καθεστώς, που ίσχυσε για την λειτουργία σ’ αυτό το χώρο της Μαθητικής Κατασκήνωσης. Και τώρα, που διαπίστωσα την εγκατάλειψη της ιστορικής, αλλά και μοναδικής σε ομορφιά δασικής αυτής έχτασης, θέλησα να μάθω σε ποιόν ανήκει και το γιατί βρίσκονται σ’ αυτή την κατάσταση ερήμωσης κ εγκατάλειψης οι μόνιμες  εγκαταστάσεις της κατασκήνωσης. Το  γιατί σαπίζουν κ έχουν καταστεί σχεδόν ετοιμόρροπα τα χτίρια. Το γιατί δεν αξιοποιούνται τόσον αυτά, όσο κι ο χώρος, αλλά μένει συρματοπλεγμένος.

Ρώτησα. Αλλά δεν έμαθα. Ο υπεύθυνος Οργανισμός Μοναστηριακής Περιουσίας δε γνωρίζει τίποτα. Αρχείο σχετικό δεν υπάρχει. Όπως δεν υπάρχει και στο Μοναστήρι. Γιατί όμως;…

Τελικά σε ποιον ανήκει αυτός ο θαυμάσιος  Τόπος; Ποιος είναι ο ιδιοχτήτης κ υπεύθυνος αυτής της κατάστασης; Είναι ο Οργανισμός Μοναστηριακής Περιουσίας ή το Υπουργείο Παιδείας και Σκοταδισμού;

 

Σημείωση: Από το φύλλο με αρ. 780/12.9.2015, σ. 24 και 25 της εφημερίδας αυτής είδε το φως της δημοσιότητας ιστορικό και ηθογραφικό δικό μου αφήγημα, με τίτλο: «Στση Κιτρές το Μύλο». Στο ηθογραφικό μέρος του κειμένου αναφέρονται πραγματικά γεγονότα μ’ ευθυμογραφική παρουσίαση. Οι «ήρωες» αυτών υπήρξαν πρόσωπα σεβαστά μέσα στην Κοινωνία που έζησαν, κι όχι μόνο. Ήταν ενταγμένα μέλη σ’ αυτήν κι αποδεχτά από αυτήν. Η μνήμη μου προς αυτά τα πρόσωπα μένει αγαθή κ οι προς αυτά προθέσεις μου πάντοτε καλές. Το περιεχόμενο του αφηγήματος είναι αντικειμενικό, απόλυτα τεκμηριωμένο, δεν αφήνει σημεία σκοτεινά ή αδιαφανή. Οι δε περιγραφές αποδίδονται με γλαφυρότητα, ακόμη κι όσες διατυπώνονται με αποκλίνουσα προς  την παλιά κρητική διάλεχτο φρασεολογία. Γι’ αυτό και βρίσκονται μέσα σε εισαγωγικά, και δεν αποβλέπουν στο να μειώσουν ή να διασύρουν την προσωπικότητα ουδενός, αλλά να δώσουν «χρώμα» της εποχής του συμβάντος με λέξεις της κρητικής ντοπιολαλιάς, στη θέση της αυστηρής επιστημονικής ορολογίας ή της σύγχρονης μορφής του λόγου δοσμένου σε γλώσσα δημοτική. Αλλά και για να καταδείξουν ότι το περιεχόμενο του εδαφίου μεταφέρεται από εμένα στον αναγνώστη, χωρίς και να είναι δικής μου έμπνευσης. Τα εισαγωγικά,  παραπέμπουν στην απλοϊκή αφήγηση του κρητικού αγρότη της εποχής εκείνης, απαλλαγμένη από ιδιωματισμούς, που δύσκολα μπορεί να κατανοήσει όποιος δεν υπήρξε κοινωνός του γνήσιου Ρεθεμνιώτικου Ιδιώματος της Κρητικής Διαλέχτου. Η αγροτική κοινωνική τάξη είναι ιδιαίτερα συμπαθής σε μένα, γιατί από αυτήν προέρχομαι κι αρνούμαι πεισματικά ν’ απομακρυνθώ από αυτή.

Κάθε άλλη άποψη δεν υιοθετείται από μένα. Ούτε μ’ εκφράζει, ούτε και την κάνω αποδεχτή, απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Κι αυτό ισχύει, όχι μόνο για το συγκεκριμένο, αλλά και για όλα τα γραφτά, που φέρουν την υπογραφή μου.

Και μένω «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενος»…

 

Γράφτηκε στις 19.11.2015

Μ. Σπ. Γ.

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Μαθητικές κατασκηνώσεις –4 Αρκάδι –Δ’ του Μαρίνου Γαλανάκη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ