Σε μια μισοκρυμμένη σκοτεινή κώχη του χαρεμιού, σ’ ένα φάτνωμα περίπου αθέατο, σχεδόν μυστικό, έβρισκε καταφύγιο η πρώτη καντίν (γυναίκα που γεννούσε παιδιά και δεν έφευγε ποτέ από το χαρέμι), η Μπάς χανούμη (Πρώτη κυρία), στα βαριά βαριά σεκλέτια της. κάλυπτε τη στενή μπασιά τραβώντας τον ελαφρύ μπερντέ που είχε προνοητικώς προσθέσει, σοφά διαλεγμένο σε χρώμα βαθυπράσινο, ίδιο με εκείνο των τοίχων, έγερνε το κεφάλι της, στο μπράτσο της πολυθρόνας και έπεφτε σε ατέρμονους λογισμούς.
Έκανε μια βαθιά βουτιά μες στα κυματισμένα νερά της ψυχής της και πάλευε να τη φέρει σε λογαριασμό. Ήταν μια γωνίτσα του γυναικωνίτη που της επέτρεπε να είναι, και προπαντός να νιώθει, αόρατη απ’ τα αδηφάγα βλέμματα και προστατευμένη απ’ τα απύλωτα στόματα των αιχμαλώτων χανουμισσών.
Μακριά απ’ την αυστηρή εποπτεία του σατραπικού χαρέμ αγά (αγάς του χαρεμιού, αρχιευνούχος) που έστεκε ακλόνητος, μαρμαρωμένος βιγλάτορας, πλάι στην είσοδο μιας άπλετης σάλας, του μεγάλου δαερέ (διαμέρισμα) του πιο ευρύχωρου και πολυτελούς διαμερίσματος του χαρεμιού, όπου οι έγκλειστες χανούμισσες περνούσαν τον καιρό τους τις ατέλειωτες ώρες της σχόλης τους.
Ήταν έμορφη η Μπάς χανούμη; Έμορφη, πεντάμορφη, θέαμα τερψικάρδιον! Τι να ‘ταν άραγε; Να ‘ταν Αμπχάζια ή Γεωργιανή; Τσερκέζα ή Ρούσσα; Φράγκισσα ή Ρωμιά; Αρμένισσα ή Σέρβα; Σπανιόλα ή Ενετή; Μην ήταν Τούρκισσα; Όχι ασφαλώς, αυτό το γένος γυναικών δεν είχε θέση μέσα στα σουλτανικά χαρέμια. Οθωμανίδες δεν «φιλοξενούσαν» στους γυναικωνίτες τους οι κύριοι των σαραγιών.
Είχε τον αέρα της αφέντισσας των δαερέδων, κρατούσε θέση υψηλή, ήταν η πρώτη και ξεχωριστή ευνοούμενη του Μεγάλου Ηγεμόνα.
Από τις άλλες χανούμισσες ξεχώριζαν απ’ τα πολυτελέστατα φορέματά τους δύο, που ήταν χασεκί σουλτάν (ευνοούμενη χανούμισσα που είχε αποκτήσει παιδί απ’ τον σουλτάνο) και κάθονταν νωχελικές και νυσταγμένες σε βελούδινες πολυθρόνες, χωρίς να ασχολούνται με τίποτε απολύτως, και ακόμη τρεις ευνοούμενες, επίσης ντυμένες πλούσια, που ακολουθούσαν από κοντά της Μπάς χανούμη.
Οι υπόλοιπες ήταν απλές παλλακίδες, έφεραν τον ταπεινό τίτλο τζαριγιέ (θεραπαινίδα, σκλάβα, δούλα). Καμιά τους δεν θα ‘χε την τύχη να βρει τη λευτεριά της. Κάποτε, μόνο συνέβη πέρσι με τη μικρούλα και ασήμαντη Χατιτζέ που για εννιά συνεχόμενα χρόνια δεν εδέησε ο σουλτάνος να την καταδεχτεί ούτε μια νύχτα, κι έτσι, σύμφωνα με τους κανόνες του σαραγιού, λευτερώθηκε κι έλαβε προίκα λαμπρή και την καλοπάντρεψαν μ’ έναν μπινμπάση (χιλίαρχος, ταγματάρχης) γενναίο και τρανό.
Όμως η Χατιτζέ αποτελούσε εξαίρεση σπάνια. Τζαριγιέ, χασεκί, ικμπάλ, καντίν, μπάς καντίν, όλες οι γυναίκες που ζούσαν έγκλειστες στο σουλτανικό ανάκτορο ήταν διαλεχτές, καλλίγραμμες και ευσταλείς, υπάρξεις αγγελικές, σαν να ‘χε συγκεντρωθεί εκεί μέσα μ’ έναν τρόπο μαγικό ο ανθός των θηλυκών της αυτοκρατορίας.
Ο τρόπος βέβαια δεν ήταν καθόλου μαγικός, ήταν βίαιος και αποτρόπαιος, οι χανούμισσες ήταν όλες τους κακότυχες, ξεριζωμένες, αφού είχαν εξαναγκαστεί να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους μακριά απ’ την πατρίδα τους και τους δικούς τους, γιατί όλες τους, νησιωτοπούλες και στεριανές, ήταν αιχμάλωτες από κατακτημένες χώρες Ανατολής και Δύσης, ή πουλημένες από στυγνούς σωματέμπορους, ή δώρα φίλων και συμμάχων ηγεμόνων στον Χιουνκιάρ (σουλτάνος) της Σταμπούλ.
Ήταν σπάνιας ομορφιάς γυναίκα η Μπάς χανούμη, ροδόκαλλη και κομψοπρεπής. Η βαλιντέ (η μητέρα του σουλτάνου), ή φιλεύσπλαχνη και φιλοπρόοδη Μπεζμηαλέμ, πού καταγόταν απ’ τη Γεωργία, την είχε ξεδιαλέξει ανάμεσα σε τριακόσιες σκλάβες από ένα κουρσάρικο γιουρούσι. Την είχε αγοράσει στη Σμύρνη την παραμονή κάποιου Κουρμπάν μπαϊράμ (γιορτή των θυσιών), οπότε γίνονταν τα μεγάλα σκλαβοπάζαρα, και την έστειλε πεσκέσι στον γιο της, τον απόλυτο Μονάρχη του Οθωμανικού ιμπέριουμ.
Από χανούμισσα σε ευνούχο κι από ευνούχο σε Αξιωματικό του παλατιού κι από αξιωματικό του παλατιού στους φίλους και στους οικείους του, μέσα σ’ έναν χρόνο το χαμπέρι ότι μια ουρανόπλαστη ικμπάλ είχε κλέψει την καρδιά του σουλτάνου κι ότι ή γοητεία της και το ζαριφιλίκι (κομψότητα) της ήταν ασυναγώνιστα, είχαν πάρει διαστάσεις θρύλου στην πρωτεύουσα του κράτους.
Όλοι, στους μαχαλάδες και στα τσαρσιά (αγορές), στα σπίτια και στους καφενέδες, μιλούσαν για το «ρόδο της Σταμπούλ». Οι ποιητές της Αυλής της έγραφαν μακρόσυρτα ποιήματα με περίσσεια λυρικού πάθους κι ό λαός καρτερούσε την ημέρα πού ό Μέγας Ηγεμών θα την παντρευόταν και θα γινόταν σουλτάνα. Ο Γιωργής δώδεκα χρονώ, επιδέξιο ραφτόπουλο, έχοντας ξεχωριστό προνόμιο να φιλοτεχνήσει το επίσημο φόρεμα της ικμπάλ, δούλευε κρυμμένος σε μια απόμερη γωνιά του χαρεμιού και κατέγραφε τα πάντα.
Έστησε τ’ αυτί του κι αφουγκράστηκε δυο Ρωμιές τραπεζοκόμους που κρυφομιλούσαν κάτω από τα φακιόλια τους διαφωνώντας κι έλεγαν, η μία πως την πούλησε ο μπεηλέρμπεης (κύριος των κυρίων, ανώτερος διοικητής) της Ερζεγοβίνης και πως ήταν από σόι παλατιανό, κι άλλη πως ήταν αρχοντοπούλα Χιώτισσα, ανιψιά του μητροπολίτη.
Έπιασε τ’ όνομα της, την έλεγαν Ζενουμπέ τη χατούν (Δέσποινα, κυρία, γυναίκα), μα εκείνος την ωριά γυναίκα πού τα κάλλη της τον είχανε θαμπώσει την είπε μέσα του Μπάς χανούμη, δηλαδή κεφαλή των γυναικών του χαρεμιού, πρώτη, χανούμισσα. Είχε έναν αέρα αλλιώτικο, αρχοντικό, αυτή ή κυρά πού δεν τον είχε καμιά άλλη. Και, παρότι ένας βαρύτιμος κατιφένιος χιτώνας στο χρώμα του ώριμου βύσσινου έκρυβε την φρεσκάδα του ευλύγιστου κορμιού της, παρά τα αυστηρά φερσίματα πού της επέβαλλε ή θέση της, η ηλικία της δεν μπορούσε να κρυφτεί, δεν θα ’ταν πάνω από εικοσαριών χρόνων, λογάριαζε ό μικρός Θρακιώτης.
Ήταν σαγηνευτικά τα κάλλη της. Τα βλέφαρά της σχημάτιζαν ένα μικρό, πυκνό καστανό δασάκι, τα μάτια της ήταν σαν μεγάλα αμύγδαλα πού τα σπάθιζαν πράσινες ψιχάλες, τα χείλη της άλικα κα φουσκωτά, το πιγούνι της μικρό και ελαφρώς μυτερό, δείγμα ισχυρής θέλησης και αυτοπεποίθησης.
Δεν τον πρόσεξε κανείς. Απ’ το πρωί, καθισμένος στην άκρη της μεγάλης σάλας σ’ ένα σκαμνί, σκυμμένος πάνω από μιαν ολόλευκη περσική μουσελίνα, πάλευε να κεντήσει το φαρδύ και μακρύ, θαρρείς ατέλειωτο, φόρεμα της Μπάς χανούμης. Δεν άνοιγε το στόμα του ο Γιωργής να πει κουβέντα εκεί μέσα. Κρατούσε τους τύπους.
Παραγγελιά μιας λαμπρής φορεσιάς εκτελούσε ό μικρός, γι’ αυτό βρέθηκε εκεί, κατ’ έξαίρεσιν, με υψηλή πρόσκληση, στα απλησίαστα και απαράβατα χαρέμια του σουλτάνου της Σταμπούλ, να κάνει πρόβες στο φόρεμα πού ετοίμαζε, για να το ντυθεί μεγαλόπρεπα η Μπάς χανούμη.
Θα παρουσιαζόταν σε μιαν επίσημη τελετή, οπού θα κρινόταν κι η τύχη της οριστικά, αν θα γινόταν δηλαδή επίσημη σύζυγος του σουλτάνου ή θα παρέμενε απλώς ή εξέχουσα -μετά τη Βαλιντέ- κυρία στο σαράι, μια γυναίκα πρώτη τη τάξει ανάμεσα στις άπειρες άλλες παλλακίδες του γυναικωνίτη του Πολυχρονεμένου Παντισάχ, του χρυσού κλουβιού, της διαμαντένιας φυλακής, του χαρεμιού του Χαλίφη όλου του ισλαμικού κόσμου, πού αποτελούσε παγκόσμιο πρότυπο ανατολίτικης πολυγαμίας.
Οι οδαλίσκες στο χαρέμι σχημάτιζαν μικρές παρέες, και ανταγωνίζονταν μεταξύ τους, ποιό θα επιδείξει τον πιο περίτεχνο ακκισμό, ποιό θα παρουσιάσει τα πλέον ασυναγώνιστα θέλγητρα, εκφράζοντας ηδυπαθώς το καθένα χωριστά και ταυτοχρόνως παράλληλα το απαύγασμα της γυναικείας φιλαρέσκειας, οδηγούμενα στο αποκορύφωμα του πιο ατίθασου ναρκισσεύματος.
Κάποια έκρουε ζωηρά έναν νταγερέ, μια άλλη χτυπούσε ρυθμικά τα ζίλια, μια τρίτη έπαιζε περίτεχνα το λαούτο της, και το τέμπο γινόταν όλο και πιο γρήγορο, οι χοροί εκδηλώνονταν όλο και πιο λικνιστικοί, οι φωνές έβγαιναν εναγώνιες και λαχανιασμένες, τα σώματα έφταναν στο ζενίθ της έξαψής τους.
Κάποια στιγμή η Μπάς χανούμη χτύπησε επιτακτικά τρεις φορές τις παλάμες της και το δυνατό χειροκρότημα αντήχησε πολλαπλασιασμένο απ’ τη μεγάλη σάλα σε όλους τους μικρότερους οντάδες. Δέκα σκλάβες παρουσιάστηκαν στο λεπτό με κορμιά λογισμένα απ’ το βάρος των ταψιών, πού κουβαλούσαν, μακρόστενες καπακωτές χάλκινες πιατέλες σε σχήμα γόνδολας. Ήταν γεμάτες με εδέσματα κατάλληλα για αριστοκρατικό γεύμα λουκούλλειο, ατζέμ πιλάφια ψημένα σε αρνίσιο βούτυρο, αχνιστά κρέατα, κάθε λογής κεμπάπια (ψητό, κεμπάπ), λαχματζούνια (είδος πίτας με ψιλοκομμένο κιμά, κρεμμύδια και μαϊντανό), ανατολίτικα κασέρια και τουλουμοτύρια, ξηρούς καρπούς και ρετσέλια (γλυκό κουταλιού).
Όσο για πιοτό, πήγαιναν κι έρχονταν οι φιάλες με άφθονα κάθε λογής σερμπέτια. Ίχνος βέβαια ποτού οινοπνευματώδους δεν βρισκόταν μέσα στο σαράι, αλίμονο, αφού κατά το ιερό ποινικό δίκαιο των Οθωμανών η κατανάλωση οινοπνεύματος θεωρείται χαράμι (απαγορευμένο), αμαρτία μεγάλη, συνήθεια πού ταιριάζει μόνο στους «αμαρτωλούς» γκιαούρηδες.
Όλα τ’ αγαθά της οικουμένης διέθετε το παλάτι του σουλτάνου σε αφθονία! Μόνο η ελευθερία ήταν λειψή ή ανύπαρκτη! Σουλτάνος είναι αυτός! Απόλυτος κύριος και δεσπότης των υπηκόων του. Έχει δικαίωμα του «δεσμείν και του λύειν»! Όμως πρέπει και να «φαίνεται»!
Για το λούσο και για το χρήμα οι Οθωμανοί πουλιούνται και στο διάβολο! Πόσους δούλους έχεις υπηρέτες, πόσα άλογα στο στάβλο σου, πόσες κοπέλες στο χαρέμι σου; Ό αριθμός όλων αυτών, το πλήθος των κτήσεων σου, θεωρείται ένδειξη πλουτισμού και κοινωνικής ανωτερότητας. Κι ό σουλτάνος έπρεπε να υπερέχει όλων!
H Μπας χανούμη κάθισε με τελετουργικές, ραφινάτες κινήσεις στην κορφή του μακρόστενου σοφρά σε στάση οκλαδόν, ενώ το παράδειγμά της ακολούθησαν οι υπόλοιπες χανούμισσες, σαράντα τον αριθμόν, που, αφού τη χαιρέτησαν κάνοντας μία προς μία ελαφρά υπόκλιση, περικύκλωσαν το τραπέζι, κοιτάχτηκαν όλες μεταξύ τους και σταύρωσαν τα χέρια τους.
Με το πέρας του γεύματος η αρχιχανούμισσα κάτι ζήτησε μ’ ένα ανεπαίσθητο νεύμα και σε λίγο έφτασε ό περίτεχνος μπαγλαμάς της, πού τον μετέφερε μια δούλα με προσοχή μεγάλη. Τέτοια ηδονή των οφθαλμών και τέτοια τέρψη της ακοής δοκίμαζε πρώτη του φορά το φτωχό ραφτόπουλο!
Μα εκεί πού διάλεξε να μαζευτεί, μακριά απ’ τα αδιάκριτα βλέμματα, εκεί λοιπόν γύρισε ή τύχη του και του ’λαχε του Γιωργή να δοκιμάσει την πρωτόγνωρη μεθυστική νοστιμάδα απ’ το πρώτο φιλί. Δεν είναι εύκολο το πρώτο φιλί! Σφραγίζει αναπόφευκτα τη μοίρα σου! Να ’παίρνε όλη την ηδονή του, να ’ταν κανονικό φιλί, φιλί στο στόμα, φιλί ρουφηχτό, φιλί δαγκωτό, παθιάρικο φιλί λιγωτικό, λάγνο φιλί-σφραγίδα, να ’λεγες! Όμως φιλί-σφραγίδα ήταν κι εκείνο, κι ας του το ’δωσαν στην άκρη άκρη των χειλιών.
Η γεύση του, ναι, η γεύση του -μα αφού δεν είχε γεύση του φιλιού-, όχι λοιπόν ή γεύση μα ή αίσθηση πού άφησε το άγγιγμα των χειλιών της! Αυτή η μυρωδάτη, χυμώδης, ανατριχιαστική γλυκύτητα θα ανασταινόταν στη θύμησή του κάθε φορά πού θα τον επισκεπτόταν αργότερα κάποιος δαίμονας τού ερωτικού πάθους, ένα όραμα, ένας πόθος, μια ορμή, και θα πυροδοτούσε σύγκρυο πυρετικό, ρίγος πυρίφλογο στο παθημένο του κορμί. Στο κορμί πού βάλθηκε αργότερα να το υποβάλει σε στερήσεις, να το αφιερώσει της Μούσας και της Επιστήμης παραδομένος σε αγώνες πνευματικούς, να δοκιμαστεί σε έρωτες ανεπίδοτους, να το τάξει του Θεού φορώντας το σχήμα το μοναχικό κι ομώσαντας να σταθεί πολέμιος των ερωτικών απολαύσεων.
Ισόβιος πιστός της αγαμίας, ικέτης στον Κύριο να καταστέλλει πάντοτε «τας επαναστάσεις» του «της σαρκός». Κάλλιο να ’πινε ροδόσταμο, να τον πότιζαν σερμπέτια τερψιλαρύγγια και ηδύποτα αμβροσιώδη, να τον φίλευαν καντιοζάχαρη, μπακλαβάδες και λουκούμια καϊμακλίδικα, κουραμπιέδες κι ατζιμπαντέμια (πικραμύγδαλο), γκιουλάτσια (γλύκισμα με βάση το ροδόνερο) και κεσκιούλια (κρέμα αμυγδάλου ή κρέμα με φυστίκι και γάλα), δεν θα λιγωνόταν τόσο, σαν να ’χε μπαϊλντίσει, σαν να ’χε χάσει πια τον κόσμο ό μικρός Θρακιώτης. Μα ήταν το κισμέτι του να ξεπλανευτεί ο Γιωργής μ’ ένα και μοναδικό μισό φιλί της Μπάς Χανούμης.
Και να πώς δόθηκε το πρώτο φιλί, έστω και μισό. Ας κεντήσω κομματάκι, αποξεχάστηκα, σκέφτηκε ο Γιωργής κι έσκυψε πάνω στην αφράτη μουσελίνα να αποτελειώσει το εργόχειρό του. Κι όπως ξετύλιξε το μπρισίμι (μεταξωτή κλωστή για ράψιμο) απ’ το διχαλωτό τσικρίκι (είδος διχαλωτής ρόκας να κόψει, μια κλωστή, τον τρύπησε ή βελόνα μια σταλιά στην άκρη του δαχτύλου του, κι αναστενάζοντας ψέλλισε ο ραφτάκος με αγωνία «γουρσουζιά, αμάν, κάτι θα γίνει!»
Είχε ξεφύγει απ’ την προσοχή της Μπάς χανούμης ό μικρός Θρακιώτης. Κι όταν εκείνη, η ερασμία νύμφη, η τερψίθυμος σειρήνα, ή ακαταμάχητη γόησσα, έχοντας αποκάμει απ’ τις φροντίδες και τούς κόπους της ημέρας, θέλησε να πλαγιάσει και να συλλογιστεί λιγάκι στην κρυψώνα της και τραβώντας τον μπερντέ, τον αντίκρισε μπροστά της σκυμμένο πάνω απ’ το θεσπέσιο φόρεμα να σφίγγει με τα δόντια του τον τελευταίο κόμπο, αυτοστιγμεί τον έπιασε τον καψερό κρύος ιδρώτας, γιατί φαντάστηκε στο βλέμμα της τον ευτελισμό, τον κολασμό και τη σίγουρη αποπομπή του απ’ το σαράι. Έσκυψε κι άλλο το κεφάλι του λοιπόν και καρφώθηκε στο πάτωμα ακίνητος, σαν να ’ταν ήδη τιμωρημένος.
Μα η χαριτόβρυτη και παθιάρα καλλονή έβηξε ελαφρά αναγκάζοντας τον να την κοιτάξει. Τότε, ευθύς, με μια κίνηση ξεσκέπασε τα αραχνοΰφαντα πέπλα της κι αστραποβόλησε η ομορφιά της στο μισόφωτο.
Εκείνη τη στιγμή ίσως η κυρά να μπήκε σε πειρασμό! Γιατί οποίος έχει γνώση της ομορφιάς του την πουλά, κι αν δεν την πουλά, τη δανείζει, κι αν δεν τη δανείζει, τη χαρίζει. Κι οποίου του δόθηκε ή ομορφιά και την αρνιέται, είτε ως ώνιο, είτε ως δάνειο, είτε ως δωρεά, διαπράττει αμάρτημα μέγα έναντι εαυτού και των άλλων. Κι η Μπάς χανούμη, φαίνεται, ήξερε να διαλέγει τη στιγμή της δωρεάς.
Στο λεπτό, τον έλουσε με τη ματιά της, του χάρισε το πιο όμορφο χαμόγελο του κόσμου, και, κάνοντας με το δεξί μια κίνηση παράφορη, του χάιδεψε τα σπαστά του μαλλιά και τέλος, σκύβοντας του ’δωσε ξαφνικά βάζοντας όλη της τη χάρη ένα φιλί στην αριστερή άκρη των χειλιών του.
Δεν ήξερε αν αυτή ή Μπάς χανούμη, η Σλάβα ή Ελληνίδα, ή κάποτε Ζλατάνα ή Ζαφειρώ, νυν Ζενουμπέ, αντιλαμβανόταν την ομορφιά της ως πρόσφορο στους άλλους, και δεν ήξερε καθόλου από τέτοιω λογιώ αναστατώσεις και τέτοια τραντάγματα της ψυχής και πανηγύρια του κορμιού ο Γιωργής!
Ως τότε ο Γιωργής είχε δεχτεί κανακέματα και θωπείες, χαϊδέματα και ασπασμούς και άλλες περισσές εκδηλώσεις στοργικής λατρείας και αφοσίωσης από δύο ανθρώπους, απ’ τη μάνα του τη Μιχαλιέσα και τον παππού του τον Γιώργη, μόνο απ’ αυτούς. Όλοι οι άλλοι του φαίνονταν απόμακροι και ξένοι. Τί αντιστάσεις να ανέπτυσσε, και γιατί, μπρος στο μερακλωμένο φιλί της ξεπλανεύτρας; Ως τώρα αισθανόταν πώς είχε την υψηλή προστασία των δικών του, μα είχαν πια αφανιστεί απ’ τα οράματά του η μάνα κι ο παππούς του κι έμεινε γυμνός μπρος στην επέλαση του θαύματος της αλγολαγνείας που του προκάλεσε το πρώτο αυτό φιλί.
Όταν σηκώθηκε, έσυρε κι άλλο τον μπερντέ και θέρισε με τη ματιά του τη μεγάλη σάλα. Η Μπας χανούμη είχε εξαφανιστεί. Λες να ’ταν όνειρο, να ’τανε θάμα, εικόνα της φαντασίας του, πλάσμα του πόθου του; Λες το φιλί πού τυραννούσε τώρα την ψυχή του -κι έμελλε να τον τυραννά για πάντα- να μην του δόθηκε ποτέ; Κι αν το φιλί δεν ήταν παράγωγο φρεναπάτης κι ήταν ολωσδιόλου αληθινό, γιατί να μην ήταν τρόπος, αφού σταθεί στα πόδια του ο Γιωργής, να σκύψει ή Μπάς χανούμη και να της σκάσει ένα φιλί κι αυτός στην άκρη των χειλιών για να πατσίσουν;
Να ’μπαίνε κι αυτή η πεντάμορφη στη δοκιμασία του πάθους, να καιγόταν κι εκείνη απ’ την πρώιμη, τη δροσερή, την πρώτη ερωτική του ανάσα! -Δεν διαλέγουμε εμείς, ψυχή μου, δεν διαλέγεις τίποτα, άλλοι σε διαλέγουν, θα ’λεγε ο παππούς. Που να ’ξερε ο Γιωργής πως θ’ αναζητούσε αργότερα σε άλλες κοπέλες σε μια παραφορά ερωτική της νιότης του το ίδιο πάθος το αδάμαστο που του γέννησε εκείνο το φιλί;
Το πρώτο πρώτο φιλί, που σήμανε για το αγνό χωριατόπουλο τη γέννηση του έρωτα, φιλί ζωής -μα και θανάτου;- σφράγισε από νωρίς το κιτάπι όλου του βίου του, σαν βουλοκέρι, σαν τον βαρύτιμο τουρά (σύμπλεγμα ονόματος του σουλτάνου με σφραγίδα) πού βάζει μόνον χέρι σουλτανικό με τη μαλαματένια σφραγίδα του, και πού ό,τι γράφει δεν ξεγράφει.
Ήταν η ίδια η μοίρα του το μελιχρό εκείνο κι αξεπέραστο φιλί που του ‘κάτσε στην άκρη των χειλιών του η μελιστάλαχτη και αβροδίαιτη, η ονειρική, η παραμυθένια, η παλιά Σλάβα ή Ελληνίδα ίσως, το «ρόδο της Σταμπούλ», η Μπάς χανούμη.
Πηγή: «Ένα απόγευμα του Γιωργάκη Βιζυηνού στο χαρέμι
του Σουλτάνου Αμπντουλαζίζ».
Επιμέλεια: Θωμάς Κοροβίνης
Εκδόσεις: ΑΓΡΑΣ
