«κ. Διευθυντά
Στο φύλλο της εφημερίδας σας της 17ης Οκτωβρίου 2015 δημοσιεύθηκε, με υπογραφή του δημοσιογράφου κ. Μανούσου Κλάδου, η είδηση της ανεύρεσης του τάφου των Ιερομαρτύρων της Ιεράς Μονής του Αγίου Πνεύματος Κισσού. Με το δημοσίευμα αυτό δίδεται η πληροφορία, ότι η ανεύρεση των τάφων, έγινε πραγματικότητα χάρις στις πληροφορίες που περιέχονται σε ένα δακτυλογραφημένο κείμενο, αντίγραφο ενός χειρογράφου του Δασκάλου Ιωάννη Αλεξανδράκη, που υπήρξε μαθητής στη Σχολή του Αγίου Πνεύματος.
Αναφέρεται επίσης στο δημοσίευμα, ότι «Όπως είναι ιστορικά γνωστό η Μονή Κισσού, ήταν η πρώτη που πυρπολήθηκε από τους Τούρκους στην Κρήτη μετά το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης το 1821 και επιπλέον γίνεται γνωστό μέσα από το χειρόγραφο του Αλεξανδράκη, ότι αυτό έγινε με Σουλτανικό Φιρμάνι και εμπλοκή του Επισκόπου της περιοχής Μεθοδίου».
Ακολούθησε για το ίδιο θέμα, στις 24 Οκτωβρίου 2015 δημοσίευμα στην εφημερίδα ΡΕΘΕΜΝΟΣ με τις απόψεις του δασκάλου κ. Γιώργη Τσιγδινού, ενώ στη συνέχεια στον ιστότοπο ret-anadromes.blogspot.gr δημοσιεύθηκε σχετικό σχόλιο από τον κ. Κωστή Ηλία Παπαδάκη, ενώ το ίδιο άρθρο δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα ΡΕΘΕΜΝΟΣ στις 21 Νοεμβρίου 2015.
Ως εγγονός του Δασκάλου Γιάννη Αλεξανδράκη, που έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στον Κισσό, θα ήθελα να κάνω και παρακαλώ αν έχετε τη δυνατότητα, να δημοσιεύσετε στην εφημερίδα σας, κάποιες παρατηρήσεις επ' αυτών, αφού ευχαριστήσω τον κ. Κλάδο και την εφημερίδα σας για την αναφορά σας στην προσφορά του παππού μου.
Όπως επίσης πρέπει να ευχαριστήσω, για πολλούς λόγους, τον Ηγούμενο της Μονής του Αγίου Πνεύματος Βαρθολομαίου Ξερουδάκη, ο οποίος με ζήλο πασχίζει να επαναφέρει μέρος τουλάχιστον της αίγλης που είχε παλιά, πάντα με τα σημερινά δεδομένα και συνθήκες, με τη συμπαράσταση και υψηλή καθοδήγηση του Επισκόπου Λάμπης Συβρίτου και Σφακίων κ. Ειρηναίου, τον οποίο επίσης ευχαριστώ.
Η φράση στο δημοσίευμα του κ. Κλάδου ότι μέσα από το χειρόγραφο του Αλεξανδράκη, γίνεται γνωστό ότι η πυρπόληση της Μονής και η σφαγή των Μοναχών έγινε με σουλτανικό φιρμάνι και εμπλοκή του Επισκόπου της περιοχής Μεθοδίου, κατά το μέρος που δημιουργεί στον αναγνώστη την εικόνα ότι με το Σουλτανικό Φιρμάνι δόθηκε εντολή να πυρποληθεί η Μονή και ότι ο Επίσκοπος καθ' οιονδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε βαθμό, μετείχε σ' αυτό το αποτρόπαιο γεγονός, δεν μεταφέρει αυτά που πραγματικά γράφει και εννοεί στο κείμενό του ο Δάσκαλος Αλεξανδράκης.
Προφανώς αυτό οφείλεται σε ανακριβή μεταφορά προς τον κ. Κλάδο, τον οποίο σέβομαι και τιμώ, του ακριβούς περιεχομένου του κειμένου Αλεξανδράκη και όχι σε οποιαδήποτε άλλη αιτία.
Το επίμαχο απόσπασμα «του χειρόγραφου Αλεξανδράκη», έχει λοιπόν κατά λέξη ως εξής:
«Ο ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ.
Ὁ Ἡγούμενος καί οἱ καλόγηροι τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐξ ὅσων εἶναι φανερόν ἐκ τῶν προηγουμένων ἦσαν ἠναγκασμένοι νά παίζωσι κατά τά ἔτη τῆς Τουρκικῆς σκλαβιᾶς ἕνα ἐθνικόν ῥόλον συνεχῆ, διότι φυγόδικοι, καταδιωκόμενοι, Τουρκομάχοι, ὅλοι κατέφευγον ἐκεῖ καί ὅσοι ἀκόμη ἤθελον καί ἀπεφάσιζον νά μάθουν ἀνάγνωσιν καί γραφήν εἰς τό ἀλφαβητάριον, τήν ὀκτόηχον καί τό ψαλτήρι, δηλαδή τοῦ Θεοῦ τά πράματα. Εἰς ὅλους αὐτούς, ἐδίδετο τροφή, ἐνδυμασία καί ὑπόδησις, ὁσάκις εἶχον ἀνάγκην καί πάντοτε εἶχον.
Δέν ἦτο βεβαίως δυνατόν νά παρουσιασθῇ ἕνας φυγόδικος, τοῦ ὁποίου τά ὑποδήματα ἦταν ξεπατωμένα καί νά ζητήσῃ ἀπό τόν Ἡγούμενον χρήματα διά νά πατώσῃ αυτά, νά ἔχῃ καί νά μήν τοῦ δώσῃ, διότι ὁ φυγόδικος, ὁ καταδιωκόμενος καί ὁ Τουρκομάχος εἶχεν ἀνάγκην ὑποδήσεως διά νά τρέχῃ τάς νύχτας. Τοῦ ἔδιδε λοιπόν καί τροφήν καί τοῦ γέμιζε καί το «βουργιάλι» του καί ἔφευγε ἤ καί διανυκτέρευον ἐκεῖ πολλαίς φοραίς, στηριζόμενοι εἰς τό ἀπόκεντρον, τό ἀδιάβατον καί τήν στρατηγικήν θέσιν τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐκ τῆς ὁποίας ἐν ἀνάγκῃ ἡ φυγή ἦτο εὔκολος καί ἀσφαλής καθώς εἴπομεν ἀνωτέρω.
Ἕνεκα τῶν δαπανῶν αὐτῶν τά εἰσοδήματα τῆς Μονῆς ὄχι μόνο ἐξηντλοῦντο, ἀλλά καί δέν ἔφθανον.
Η ΔΙΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΛΑΜΠΗΣ ΚΑΙ ΣΦΑΚΙΩΝ ΜΕΘΟΔΙΟΥ.
Ἡ κατάστασις λοιπόν ἦτο τοιαύτη ὥστε ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔμενεν ἀνεξάρτητος καί δέν ἔδιδε λόγο τῆς διαχειρίσεως εἰς τόν Ἐπίσκοπον Λάμπης. Ἀλλά πρό τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 εἴναι ἄγνωστον ποίαν χρονολογίαν διωρίσθη Ἐπίσκοπος Λάμπης ἕνας ὀνομαζόμενος Μεθόδιος. Ἐκεῖνος ἀπήτησε νά τοῦ δίδῃ λόγον τῆς διαχειρίσεώς του ὁ Ἡγoύμενος τῆς Μονῆς.
Ἐξ' ὅλων τῶν ἀνωτέρω συνάγεται ὅτι ἦτο ἀδύνατον ἀπολύτως νά ὑπακούσῃ ὁ Ἡγούμενος καί συνεπῶς ἠρνήθη νά ὑπακούσῃ. Ἀλλ' ὁ Ἐπίσκοπος ἦτο αὐταρχικός καί ἄπληστος καί ἐπιπόλαιος. Ἀντί λοιπόν νά μελετήσῃ καλά τήν κατάστασιν,νά ἐμβαθύνῃ εἰς τά συμβαίνοντα καί νά κρίνει ἀπό Ἐθνικῆς πλευρᾶς, ἐκάθισε καί ἔκαμε μία ἔκθεσιν δυσμενεστάτην κατά τοῦ Ἡγουμένου. Ἀντίγραφον τῆς ἐκθέσεως δέν ὑπάρχει. Φαίνεται ὅμως ἐκ τῶν ὑστέρων ὅτι θα ἔγραφεν ὅσην κακομοιριάν καί προδοσίαν τοῦ ἐπέτρεπεν ἡ κακή συνείδησίς του. Τήν ἐκθεσιν αὐτήν ὑπέβαλλεν εἰς τό Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως καί ὁ Πατριάρχης ἐπείσθη, διότι τοῦ ἔγραφεν ὅπως αὐτός ἤθελε ψευδῶς καί ἐξηπατήθη ἀπό τήν έκθεσιν ἐκείνην καί κατέφυγεν εἰς τόν Σουλτάνον καί ζήτησε τήν βοήθειάν του, ὅπως ὁ ἀτίθασος Ἡγούμενος ὑποταγῇ εἰς τόν Ἐπίσκοπον καθ' ὅλην τήν γραμμήν.
Ἔβγαλε λοιπόν ὁ Σουλτάνος ἕνα «φιρμάνιον», ἡ λέξις εἶναι Τουρκική καί θά πῇ διαταγή. Το Φιρμάνιον ἔλεγεν ὅτι διατάσσεται ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νά ὑπακούσῃ εἰς τόν Ἐπίσκοπον Λάμπης καί νά δίδῃ λόγον τῆς διαχειρίσεώς του, καθ' ὅτι θά ἐπιβάλῃ τήν ἐσχάτην τῶν ποινῶν (θάνατον) εἰς πάντα πολίτην, ὁ ὁποῖος θά τολμήσει νά προστατεύσῃ ἤ νά ὑπερασπισθῇ τόν Ἡγούμενον αὐτόν.
Ἡ διαταγή αὐτή τοῦ Σουλτάνου ἐστάλη ἀπό τό Πατριαρχεῖον εἰς τόν Ἐπίσκοπον Μεθόδιον καί αὐτός ἔκαμε αὐτήν γνωστήν εἰς τόν δυστυχῆ Ἡγούμενον, ἀλλά τοῦτο ἔγινεν γνωστό καί εἰς τό κοινόν, ὄχι μόνο Ἑλληνικόν, παρά καί εἰς τούς Τούρκους.
Ἀπό τό περιεχόμενον τῆς διαταγῆς του Σουλτάνου φαίνεται ὅτι, μεγάλας προδοσίας εἴχε γραμμένας ὁ Μεθόδιος εἰς τήν ἔκθεσίν του διότι μέ ὀργήν καί πάθος διέτασσε. Εἰς τήν ἔκθεσιν ἐκείνην ὁ Μεθόδιος ἔκανε γνωστά ὅσα συνέβαινον εἰς τήν Μονήν Ἁγίου Πνεύματος, τά ὁποῖα ἐπέβαλλεν ἡ Ἐθνική ἀνάγκη, ἔτσι φαίνεται ὅτι ἔγινεν.
Τό Πατριαρχεῖον, εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν εἶναι κανείς ὑποχρεωμένος νά σκεφθῇ πόσον μέρος τῆς εὐθύνης τῶν ὅσων μετά ταῦτα συνέβησαν ν' ἀποδώσῃ εἰς τό Πατριαρχεῖον ἤ νά θεωρήσῃ αὐτό ἀνεύθυνον.
Ὁ γράφων ἐν πάσῃ περιπτώσει δέν θεωρεί ἀνεύθυνον τό Πατριαρχεῖον, ἀλλά ἀφήνω καί ἔκαστον ἐλεύθερον νά κρίνῃ. Εἰς τόν ἰδιωτικόν μου βίον καί τόν κοινωνικόν παρετήρησα ὅτι ἡ ἐπιπολαιότης εἶναι μέγα κακό καί ὅτι ἑκάστη πρᾶξις πρέπει νά κρίνεται ἐκ τῶν προτέρων μέχρι τῶν ἐσχάτων αὐτῆς συνεπειῶν. Ἐάν ὅμως πράττει κανείς χωρίς τόν ὑπολογισμόν τῶν συνεπειῶν ἀλλά ἐκ τῆς ἐπιφανειακῆς τῶν πραγμάτων ἐξετάσεως θά πέφτῃ ἔξω καί δύναται νά γίνῃ ἐγκληματίας κατά τοῦ ἑαυτοῦ του, τῆς κοινωνίας καί τοῦ Ἔθνους, ἀναλόγως τῆς θέσεώς του καί τοῦ ἀξιώματος, τό ὁποῖον κατέχει.
ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ.
Ἐγράψαμεν ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἔμαθαν τή διαταγήν «το φιρμάνιον» τοῦ Σουλτάνου. Δέν γνωρίζωμεν τί συνέβη μεταξύ τοῦ Ἡγουμένου καί τοῦ Ἐπισκόπου, γνωρίζομεν ὅμως ὅτι, ταῦτα ἔγιναν χρονολογικῶς πλησίον τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821.
Λοιπόν ἡ ἐπανάστασις ἐξερράγη καί μόλις ἔγινε γνωστή, ἔσπευσαν οἱ «ἐσπέχηδες» Τοῦρκοι τῶν περιχώρων καί πῆγαν στήν Μονήν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στηριζόμενοι εἰς τό «φιρμάνιον» τοῦ Σουλτάνου καί τίς οἶδε σε ποίας πληροφορίας ἀκόμη, προδοτικάς, μέ φανατικόν ἰσλαμισμόν. Ἐκεῖ εὐρῆκαν μόνον τόν Ἡγούμενον καί τέσσαρας καλογήρους. Ὁλους αὐτούς τούς ἔσφαξαν σάν τά ἀρνιά καί ἄν τύχαινε νά βρεθῶσι καί πολῖται, ὅσοι καί ἄν ἦσαν θά τούς ἔσφαζαν μέ τήν δικαιολογίαν ὅτι ἤσαν ἀντάρται. Εὐτυχῶς ὅμως ὅτι δέν εὑρέθησαν.
Η ΠΥΡΠΟΛΗΣΙΣ.
Κατόπιν ἀπό τήν σφαγήν αὐτήν ἔβαλαν φωτιά εἰς τήν Μονήν καί τόν Ναόν ἀκόμη καί πᾶν ὅτι ἦτο δυνατόν νά καῇ ἐκάη καί ἔμειναν μόνο οἱ τοῖχοι. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου οὐδέν μαρτύριον θετικόν ὑπάρχει, τό ὁποῖον νά μᾶς λέγει, οὔτε ποῖος ἵδρυσε τήν Μονήν, οὔτε πότε ἀκριβῶς, οὖτε ποῖος ἦτο ὁ Ἡγούμενος καί οἱ Καλόγηροι κατ' ὄνομα καί πόθεν κατήγοντο.
Οἱ Τοῦρκοι ἐσπέχηδες, ἀπεμακρύνθηκαν κατόπιν ἀπό τήν Μονήν καί οἱ Χριστιανοί τοῦ Κισσοῦ τρομοκρατημένοι μετέβησαν εἰς τό Ἁγιο Πνεῦμα καί ἔσκαψαν ἕνα πρόχειρον τάφον εἰς τήν αὐλήν τῆς Μονῆς, εἰς ἀπόσασιν δύο μέτρων ἀνατολικῶς τοῦ Ἁγίου Βήματος καί τούς ἔθαψαν ὁμοῦ. Κατόπιν ἔσυραν τά χώματα καί ἰσοπεδόθη τό μέρος. Ὥστε οὐδέν σημεῖον ἐφανέρωνεν ὅτι ὑπάρχει ἐκεῖ τάφος, ἀλλά χωράφι μέ χόρτα καί ὁ τάφος αὐτός ἐλησμονήθη ἀπό τούς μεταγενεστέρους.
Περί τοῦ τάφου ἐκείνου θά ὁμιλήσωμεν κατωτέρω εἰς ἄλλην θέσιν».
Διαβάζοντας αυτό το απόσπασμα, εγώ τουλάχιστον, δεν καταλαβαίνω ότι ο Δάσκαλος Αλεξανδράκης, εμπλέκει στην απαίσια πράξη της σφαγής του ηγουμένου και των καλόγερων της Μονής του Αγίου Πνεύματος, τον όποιο τότε Επίσκοπο Λάμπης, ούτε τον Επίσκοπο Μεθόδιο Συλιγάρδο (αναφέρει κάποιον Μεθόδιο χωρίς επίθετο, κανένα άλλο στοιχείο). Δεν αναφέρεται, ούτε συνάγεται από τα ιστορούμενα περιστατικά, ότι ο επίσκοπος μεθόδευσε τη σφαγή των μοναχών του ποιμνίου του.
Καταλογίζεται στον επίσκοπο Μεθόδιο αποκλειστικά, μία επιπόλαιη πράξη, που ήταν η αποστολή της επιστολής στο Πατριαρχείο, της οποίας τις συνέπειες δεν είχε προβλέψει, ούτε ο ίδιος ως όφειλε εκ της θέσεώς του. Καταλογίζεται επίσης στο Πατριαρχείο, εσφαλμένος χειρισμός του θέματος αυτού, καθότι προσέφυγε χωρίς περίσκεψη απ' ευθείας στο Σουλτάνο.
Οι συνέπειες της επιστολής αυτής και της απάντησης του Σουλτάνου με το Φιρμάνι, αντιλαμβάνομαι, ότι κατά την γνώμη του Δασκάλου Αλεξανδράκη, ήταν η δημιουργία στον τοπικό τουρκικό πληθυσμό ενός δυσμενούς κλίματος σε βάρος του Ηγουμένου και των Μοναχών της Ιεράς Μονής Αγίου Πνεύματος, το οποίο λόγω και της μετέπειτα συγκυρίας, της κήρυξης δηλαδή της επανάστασης του 1821, συνετέλεσε στην επέλευση του τραγικού γεγονότος της σφαγής.
Δεν καταλογίζεται στον επίσκοπο ούτε πρόθεση, ούτε εμπλοκή, ούτε μεθόδευση της σφαγής των μοναχών. Μόνο επιπολαιότητα, σε χρόνο προγενέστερο του γεγονότος. Ομοίως δεν αναφέρεται ότι με το Φιρμάνι εδίδετο οποιαδήποτε εντολή για σφαγές κλπ, παρά μόνο εντολή για υπακοή των Μονών στον τότε Επίσκοπο Λάμπης.
Σχετικά με το δημοσίευμα του κ. Παπαδάκη, τον οποίο δεν γνωρίζω, νομίζω ότι αδικεί τον εαυτό του. Διάβασα το βιογραφικό του όπως είναι δημοσιευμένο στον παραπάνω ιστότοπο και σχημάτισα τη γνώμη ότι πρόκειται για ένα πνευματικό άνθρωπο. Σπεύδει όμως να υιοθετήσει την κριτική και τις απόψεις του Γιώργη Τσιγδινού, επί ενός γεγονότος που μνημονεύεται σε ένα ιστορικό κείμενο, το περιεχόμενο του οποίου δεν γνωρίζει, όπως ο ίδιος αναφέρει. Ενώ επιπροσθέτως προτρέπει κατά τρόπο προσβλητικό και μάλλον απειλητικό, τον ηγούμενο της Μονής να μην δημοσιεύσει αυτό το χειρόγραφο ή αποσπάσματά του, αναφέροντας κατά λέξη:
«Όμως, είναι γεγονός ότι το χειρόγραφο Αλεξανδράκη ενώ φάνηκε τόσο χρήσιμο στο θέμα τού εντοπισμού και της ανεύρεσης τού τάφου των Νεομαρτύρων (και αυτό λόγω προσωπικών τού συγγραφέα του εμπειριών, από τα μαθητικά του, ακόμα, χρόνια στη Σχολή τού Αγίου Πνεύματος), όμως μπορεί να προσφέρει άσχημες υπηρεσίες αν δεν προσεχθούν- σε τυχόν μελλοντικά τής Μονής δημοσιεύματα- οι ιστορικές ανακρίβειες που υπέδειξε ο κ. Γιώργης Τσιγδινός με τις απόλυτα ακριβείς και τεκμηριωμένες διορθώσεις του επ’ αυτού, και μάλιστα σχετικά με τον επίσκοπο Λάμπης Άγιο Μεθόδιο Συλιγάρδο (η μνήμη τού οποίου τιμάται στις 9 Ιουλίου), αλλά και όποιες, ίσως, άλλες ανακρίβειες μπορεί να υπάρχουν, που δεν τις γνωρίζω, γιατί δεν το έχω διαβάσει προσωπικά»!!!
Νομίζω ότι οι απόψεις αυτές δεν προσιδιάζουν στις αρχές της ελευθερίας του λόγου, της γνώμης και του πνεύματος, που διατρέχουν το σύγχρονο πολιτισμό μας και πρέπει να αποτελούν το «ευαγγέλιο» ενός πνευματικού ανθρώπου. Ούτε είναι δόκιμο να υποδεικνύονται ως επιτρεπτές και θεμιτές οι διορθώσεις επί γεγονότων που αναφέρονται σε ένα ιστορικό κείμενο, σύμφωνα με τις απόψεις, ορθές ή όχι δεν έχει σημασία, ενός άλλου προσώπου κατά πολύ νεώτερου του συγγραφέα.
Ο κ. Παπαδάκης θεωρεί λοιπόν δεδομένο και αναφέρει , χωρίς να έχει διαβάσει προσωπικά, το περιεχόμενό του ότι: «Το χειρόγραφο, δηλαδή, Αλεξανδράκη εμπλέκει, ανιστόρητα, τον άγιο επίσκοπο Μεθόδιο στη σφαγή του Ηγουμένου και των μοναχών τής Μονής! Όμως, ο άγιος Μεθόδιος όχι μόνο αυτός δεν μεθόδευσε τη σφαγή των μοναχών τού ποιμνίου του (και για ποιο λόγο, αλήθεια;)…» Νομίζω μετά τις διευκρινίσεις αυτές ότι έχει ηθική υποχρέωση και τον παρακαλώ να διορθώσει.
Το παραπάνω απόσπασμα, από το «χειρόγραφο Αλεξανδράκη» το χαρακτηρίζω σαν ένα ύμνο στην προσφορά των μοναχών της Μονής του Αγίου Πνεύματος και της Εκκλησίας γενικότερα στον αγώνα των προγόνων μας για την ανεξαρτησία και την ελευθερία. Ο χαρακτηρισμός αυτός στηρίζεται και σε πάμπολλα άλλα σημεία του «χειρόγραφου». Σ' αυτό καταγράφονται και παρουσιάζονται με τρόπο γλαφυρό και χαρακτηριστικό, πέραν των ιστορικών γεγονότων της ευρύτερης περιοχής και όχι μόνο της Μονής, πολλά στοιχεία της προσφοράς της Εκκλησίας στον αγώνα. Διαβάζοντάς το κανείς αντιλαμβάνεται, πλέον πολλών άλλων, ποιό ήταν πραγματικά το «Κρυφό Σχολειό», πως λειτουργούσε και πόσο βοήθησε το λαό μας να διατηρήσει την ταυτότητά του, να συνεχίσει τον αγώνα για την ελευθερία και τελικά να νικήσει. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται επειδή ασκείται κριτική και εκφέρεται αρνητική γνώμη για ένα ιστορικό πλέον πρόσωπο, στο οποίο καταλογίζεται ότι ενήργησε κατά τρόπο σφαλερό και επιπόλαιο.
Για τον φίλο και χωριανό μου, Δάσκαλο Γιώργη Τσιγδινό, θέλω να αναφέρω σχετικά με τις παρατηρήσεις του, που φιλοξένησε η εφημερίδα σας, με τον τίτλο «Οι ανακρίβειες ενός χειρογράφου για τη Μονή του Αγίου Πνεύματος Κισσού», ότι η προσφορά του στην ανακαίνιση, αναγέννηση και ανάδειξη της Ιερής Μονής του Αγίου Πνεύματος, είναι καταλυτική και αναμφισβήτητη. Το έχω πει στον ίδιο και το λέω, όπου γίνεται συζήτηση για τη Μονή. Γνωρίζω την προσφορά του αυτή ως χωριανός, μέλος για ένα διάστημα του ΔΣ του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Κισσού. Παράλληλα βέβαια πρέπει να επισημάνει κανείς την συνεισφορά και πολλών χωριανών μας, οι οποίοι με τη συμμετοχή και τη συμπαράστασή τους συνετέλεσαν τα μέγιστα στο τελικό αποτέλεσμα.
Αυτό είναι μεν ένας έπαινος για τον ίδιο, αλλά παράλληλα κάνει βαρύτερες τις ευθύνες του και βεβαίως δεν τον εξαιρεί της καλόπιστης κριτικής.
Ο Δάσκαλος Γιάννης Αλεξανδράκης, απόφοιτος του Διδασκαλείου Ηρακλείου της εποχής του, ήταν, εξ' όσων γνωρίζω, για την περίοδο που έζησε, ο μοναδικός πνευματικός άνθρωπος του χωριού μας και από τους λίγους της περιοχής. Παραλλήλως, όπως αποδεικνύεται από τη ζωή του και τα γραπτά του, ήταν φανατικός φίλος της Μονής του Αγίου Πνεύματος, πως θα μπορούσε άλλωστε να μην είναι, αφού στη Μονή αυτή, υπήρξε μαθητής και δάσκαλος μετέπειτα. Επιπροσθέτως όσα αφηγείται τα γνωρίζει ο ίδιος από προσωπική γνώση ή του έχουν μεταφερθεί από παλαιότερους που τα έζησαν οι ίδιοι, μια και γεννήθηκε σχετικά λίγα χρόνια μετά τα κρίσιμα και ιστορούμενα στο κείμενό του γεγονότα, οπότε ζούσαν άνθρωποι που είχαν οι ίδιοι προσωπική εμπειρία και γνώση και θα μπορούσαν να του τα μεταφέρουν. Έτσι λοιπόν για να στηρίξει τα γραφόμενά του δεν είχε ανάγκη να προσφύγει, ούτε αναφέρει γραπτές πηγές.
Επιπροσθέτως, είναι γνωστό, ότι ο Δάσκαλος είχε πλήρη και διαυγή συνείδηση και στα βαθιά του γεράματα, μέχρι το θάνατό του.
Λαμβανομένων υπόψη όλων των παραπάνω δε είναι δυνατόν να έγραφε φανταστικά σενάρια όπως «…Λοιπόν ἡ ἐπανάστασις ἐξερράγη καί μόλις ἔγινε γνωστή, ἔσπευσαν οἱ «ἐσπέχηδες» Τοῦρκοι τῶν περιχώρων καί πῆγαν στήν Μονήν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος…». Προφανώς για να το γράψει είχε πληροφόρηση από παλαιότερους που γνώριζαν από πρώτο χέρι τι πραγματικά είχε συμβεί. Ούτε νομίζω να φαντάσθηκε ότι οι Τούρκοι Εσπέχηδες διαμοίρασαν μεταξύ τους, μετά την καταστροφή της Μονής, την περιουσία της.
Για τους λόγους αυτούς η προσέγγιση των όσων έχει γράψει, πρέπει νομίζω να γίνεται με περισσότερο σεβασμό, περίσκεψη, διάθεση περαιτέρω διερεύνυσης και όχι απόρριψης. Να μην απορρίπτονται με λογικοφανή επιχειρήματα εκείνα εξ' όσων ιστορεί, για τα οποία κάποιοι μπορεί να έχουν διαφορετική γνώμη, με χαρακτηρισμούς του τύπου «ανιστόρητα» «οι ανακρίβειες ενός χειρογράφου» , «προσεγγίζει κατά το δοκούν τα γεγονότα» και «η προσέγγιση του απέχει πολύ από την πραγματικότητα και την αλήθεια». Αυτά είναι χαρακτηρισμοί που δεν προσιδιάζουν σε πνευματικούς ανθρώπους.
Παρά ταύτα ο Γιώργης Τσιγδινός με την επιστολή του, ουσιαστικά δεν αποδεικνύει την ανακρίβεια των όσων αναφέρει ο Αλεξανδράκης, αλλά άθελά του, επιβεβαιώνει την αλήθειά τους στο μεγαλύτερο μέρος τους.
Αποδέχεται και μάλιστα με την παράθεση γεγονότων, την ύπαρξη του φιρμανιού, αναφέροντας ότι υπάρχει ανεπίσημη μετάφρασή του στα αρχεία του Πρέβελη, ότι προέρχεται από τον Σουλτάνο Σελήμ Γ' και έχει ημερομηνία 29 Μαρτίου 1795.
Επιβεβαιώνει και το περιεχόμενό του, ότι δηλαδή αναφέρεται στους ελέγχους των λογαριασμών των Μοναστηριών Περιφερείας Πρέβελη, Αγίου Πνεύματος, Βούλγαρη και Καλόειδαινας, στην άρνηση των επιτρόπων των Μοναστηριών να δεχθούν τον έλεγχο από τον Επίσκοπο Λάμπης Μεθόδιο και στην επιταγή για συμμόρφωση.
Αναφέρει ότι η σφαγή των Μοναχών έγινε την 15 Ιουνίου 1821, όπως επίσης και ο Αλεξανδράκης, αναφέρει ότι μόλις έγινε γνωστή η επανάσταση, έσπευσαν οι εσπέχηδες Τούρκοι των περιχώρων και έσφαξαν τους μοναχούς.
Φυσιολογικό είναι μετά από αυτά το ερώτημα, ποιος είχε συμφέρον με την επιστολή προς το Πατριαρχείο, να προκαλέσει την έκδοση του φιρμανιού με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, που επιτάσσει δηλαδή τις Μονές να δεχθούν τον οικονομικό έλεγχο από τον Επίσκοπο Λάμπης; Η απάντηση νομίζω ότι είναι προφανής.
Επομένως τα σημεία στα οποία ουσιαστικά περιορίζεται η διαφωνία του Τσιγδινού, είναι η ευθύνη του Επισκόπου Μεθόδιου Συλλιγάρδου και η επίδραση που μπορεί να είχε το Φιρμάνι στην επέλευση του δραματικού γεγονότος της σφαγής των μοναχών, εικοσιοκτώ χρόνια μετά την έκδοσή του. Σημειωτέον ότι ο Αλεξανδράκης δεν αναφέρει το επίθετο του Επισκόπου Μεθοδίου, για τον οποίο κάνει λόγο στα γραφόμενά του. Αναφέρει κάποιον ονόματι Μεθόδιο, χωρίς το επίθετό του. Προσωπικά δεν έχω μελετήσει τα ιστορικά γεγονότα εκείνης της εποχής και δεν μπορώ να έχω γνώμη γι' αυτά.
Όμως επεξεργαζόμενος στο μυαλό μου αυτά που αναφέρονται από τον ίδιο τον Τσιγδινό, εντοπίζονται δύο ζητήματα κατά τη γνώμη μου.
Αναφέρεται ότι ο Επίσκοπος Μεθόδιος Συλλιγάρδος δολοφονήθηκε από τους Τούρκους στις 9 Ιουλίου 1793 και ότι το Φιρμάνι είχε ημερομηνία 29 Μαρτίου 1795. Δηλαδή, εκδόθηκε δύο χρόνια περίπου μετά το θάνατο του Επισκόπου. Είναι δύσκολο επομένως να έστειλε την επιστολή στο Πατριαρχείο ο Επίσκοπος Μεθόδιος Συλλιγάρδος, γιατί ακόμη και λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της εποχής, δεν δικαιολογείται καθυστέρηση δύο ετών για να απαντηθεί. Τίθεται λοιπόν ζήτημα, μήπως ο διάδοχός του, ονομαζόταν επίσης Μεθόδιος και είναι αυτός που έστειλε την επιστολή . Υπέρ της θετικής άποψης στο ζήτημα αυτό, συνηγορούν και τα όσα στη συνέχεια του παραπάνω αποσπάσματος αναφέρονται στην ιστορική αφήγηση του Δασκάλου Αλεξανδράκη, από τα οποία προκύπτει ,ότι ο Επίσκοπος Μεθόδιος ζούσε κατά το χρόνο της σφαγής των Μοναχών και μετά από αυτήν. Αναφέρει κατά λέξη:
«Η ΔΙΑΡΠΑΓΗ ΤΩΝ ΚΤΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ.
Εἰς τήν Μονήν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὑπῆρχε μόνον αὐτό πού γράφει ὁ ποιητής τῆς τραγωδίας τοῦ Ἀρκαδίου, δηλαδή:
«κατήφεια καί σιωπή
καί θλῖψις καί ἐρημία».
Οἱ δέ ἐσπέχηδες ἔκαμαν τήν τέχνη τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ τῶν Ἰωαννίνων, ὁ ὁποῖος ὅταν κανείς χριστιανός Ἕλλην εἶχε κτήματα καί χρήματα ἐσχεδίαζε ἕνα τέχνασμα σατανικόν εἰς βάρος του, τόν ἐσκότωνε καί κατόπιν παρουσιάζετο αὐτεπάγγελτος κληρονόμος τῆς περιουσίας του. Κατά παρόμοιον τρόπον καί οἱ ἐσπέχηδες τῆς περιφερείας ἐμοίρασαν μεταξύ των τά κτήματα τῆς Μονῆς καί ἀφῆκαν εἰς τόν αὐταρχικόν καί ἐπιπόλαιον Ἐπίσκοπον Μεθόδιον μίαν τύφλαν νά τήν ἔχῃ καί ἕνα ὄνομα προδότου.
Δέν ἐρώτησαν κανέναν οὔτε ἔλαβαν ὑπ' ὄψιν, ἄλλωστε καί ούδείς ἠδύνατο νά ὁμιλήσῃ, διότι ὁ διά πιστόλας θάνατος θά ἦτο τό ἀποτέλεσμα. Πρός τούτοις οὐδέν πρός οὐδένα παράπονον ἠδύνατο νά ἐκφρασθῇ, διότι ἡ ἐπανάστασις ἁγία ἐκείνη τοῦ 1821 διήρκεσεν ἑπτά ἔτη καί ὡς γνωστόν ὁ Σουλτάνος ἐκρέμασε καί τόν Πατριάρχην Γρηγόριον.
Λοιπόν μέσα στήν τεραστίαν αὐτήν ἀναστάτωσιν ὁ Ἐπίσκοπος Μεθόδιος δέν ἔλεγε τίποτε, ἔζη πενήντα βαθμούς κάτω τοῦ μηδενός, ἀσήμαντος, κατῃσχυμένος καί περιφρονημένος ἀπό το χριστιανικόν κοινόν μέ τόν τίτλον τοῦ προδότου».
Περαιτέρω, το επιχείρημα του Γιώργη Τσιγδινού ότι είναι αδύνατο το φιρμάνι του έτους 1795 να επηρέασε τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν το 1821,φαίνεται λογικό. Πρέπει όμως να ληφθεί υπόψη ότι τα Μοναστήρια και η Εκκλησία γενικότερα, κατά την Τουρκοκρατία, τύχαιναν του σεβασμού των Τούρκων. Έτσι για τη δημιουργία μίσους και έχθρας εναντίον αυτών, ήταν απαραίτητο να γίνει επίκληση έντονων δυσφημιστικών γεγονότων, να περάσει ικανός χρόνος και να δοθεί η κατάλληλη αφορμή για να εκδηλωθεί με πράξεις. Επίσης πρέπει να ληφθεί υπόψη, όπως προαναφέρθηκε, ότι τα όσα ιστορούνται από το Δάσκαλο Αλεξανδράκη, για το ζήτημα αυτό, προέρχονται από τις μνήμες της αμέσως προηγούμενης από αυτόν γενιάς και επομένως πρέπει να θεωρούνται αναλόγως αξιόπιστα και κοντινά προς την αλήθεια».
Γιάννης Ελ. Αλεξανδράκης
