Ήρθαν στην πατρίδα μας, με απαιτήσεις… οι «θεσμοί» της Ευρώπης,
με το στόμφο του ισχυρού… του πανίσχυρου… του εξουσιαστή…
και ζήτησαν γη και ύδωρ… ναι, από τη χώρα της ελευθερίας,
από το φως, που εδώ και αιώνες ζωογονεί τον κόσμο,
που οδηγεί πέραν από τα τετριμμένα και τα υλικά.
Ζήτησαν γη και ύδωρ, οι της Ευρώπης,
με όπλο το «φιάσκο» των χρεών και του χρήματος,
κουνώντας το δάκτυλο οι ανθρωπιστές της Ευρώπης,
σπέρνοντας φόβο και τρόμο και διλήμματα,
απειλώντας, διαπομπεύοντας, εκβιάζοντας θελήσεις…

Και πέτυχαν το σκοπό τους… ο Λεωνίδας δεν ήταν εκεί…
Δεν υπήρχε το θάρρος κι η τόλμη κι η λεβεντιά…
κι η παλικαροσύνη χάθηκε από τους πιότερους…
τους τριακοσίους, που έσκυψαν το κεφάλι…
και προσκύνησαν τους απεσταλμένους του Ξέρξη.
Έδωσαν γη και ύδωρ… ανήκουστο…
κι εκχώρησαν ότι τους εμπιστεύτηκε η πατρίδα,
παραχωρώντας και λαό και οράματα,
το χώμα το λουλουδιασμένο από το αίμα ηρώων,
τον ουρανό και τη θάλασσα, το φως το αιθέριο.
Ο Λεωνίδας κι η Σπάρτη δεν ήταν εκεί…
κι οι τριακόσιοι δήλωσαν υποταγή στον μαμμωνά…
και προσκύνησαν… και έφυγαν από τα στενά…
κι οι Θερμοπύλες έκλαψαν για την Ελλάδα
κι οι ουρανοί συνταράχτηκαν…
Ναι, έδωσαν γη και ύδωρ, αδιανόητο…
τυφλοί οδηγοί, πλάνοι, ασυνεπείς,
εξαπατητές της αλήθειας και της ιστορίας μας,
αδύναμοι κι άτολμοι…
φίλοι αλλότριων επιδιώξεων…
Ναι, γλυκειά μου Ελλάδα!
Ναι, έδωσαν γη… και ύδωρ…
κι ο ήρωάς σου, ο Λεωνίδας!
και τα τριακόσια παλληκάρια του!
Δεν ήταν εκεί, και λυπάμαι

