Η συνθήκη του Μάαστριχτ. Ανασκολοπισμού ένεκεν.
Στις 9-10 Δεκεμβρίου 1991 πραγματοποιήθηκε στο Μάαστριχτ της Ολλανδίας η συνθήκη για την Οικονομική και Νομισματική Ένωση της Ευρώπης (Ο.Ν.Ε.).
Σύμφωνα με τη συνθήκη του Μάαστριχτ η πλήρης νομισματική ένωση της Κοινότητας με ενιαίο νόμισμα και ενιαία νομισματική πολιτική προ βλέπεται ότι θα πραγματοποιηθεί το 1997 ή το αργότερο το 1999, αφού διέλθει από τρία μεταβατικά στάδια.
Το πρώτο στάδιο άρχισε με την υπογραφή της συνθήκης και θα ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του 1993.
Κατά το στάδιο αυτό θα δημιουργηθεί ενιαία αγορά χρήματος και κεφαλαίου και θα συμμετέχουν όλα τα νομίσματα των κρατών-μελών της Ε.Ο.Κ. στο μηχανισμό των συναλλαγματικών ισοτιμιών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος (Ε.Ν.Σ.). Προβλέπεται ακόμη η απελευθέρωση του τραπεζικού συστήματος και η ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων.
Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει πραγματοποιηθεί και η απελευθέρωση του τραπεζικού συστήματος και η ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων.
Το δεύτερο στάδιο θα αρχίσει από το 1994. Κατά τη διάρκεια του σταδίου αυτού θα ιδρυθεί το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ινστιτούτο (Ε.Ν.Ι.), το οποίο θα έχει τους εξής δυο βασικούς στόχους:
(α) Τη σταθερότητα του γενικού επιπέδου των τιμών και
(β) την προετοιμασία για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Στο τελικό στάδιο της ένωσης η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα (Κ.Ε.Τ.) θα αναλάβει την έκδοση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος και την άσκηση της κοινής οικονομικής πολιτικής της ένωσης. Οι Εθνικές κεντρικές τράπεζες των χωρών-μελών της ένωσης θα χάσουν το εκδοτικό τους προνόμιο.
Το τρίτο και τελευταίο μεταβατικό στάδιο θα αρχίσει από το 1997, εφόσον η πλειοψηφία των κρατών-μελών πληροί ορισμένες προϋποθέσεις, ή το αργότερο από την 1η Ιανουαρίου 1999.
Αρχικά δεν αποκλείεται να συμμετάσχει μικρός αριθμός κρατών, όσα μόνον πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, έστω και τρία μόνο κράτη.
Μέχρι το τέλος του 1996 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τη συνήθη πλειοψηφία του, ήτοι με την πλειοψηφία των 7 μελών έναντι των 12, θα αποφασίσει:
(α) Εάν υπάρχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις, για να υιοθετήσει ένα ενιαίο νόμισμα, έστω το ECU και να καταργήσει τα εθνικά και
(β) εάν οι συνθήκες το επιτρέψουν να εισέλθει η κοινότητα στο τελικό στάδιο.
Η Ελλάδα δεν τηρούσε κανένα κριτήριο του Μάαστριχτ
Τα κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί ένα κράτος-μέλος της Ε.Ο.Κ. να συμμετάσχει στην οικονομική και νομισματική ένωση της Ευρώπης (ΟΝΕ), είναι τέσσερα, τα εξής:
(α) Ο πληθωρισμός.
(β) Το ύψος του δημοσιονομικού ελλείμματος του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ.
(γ) Η συμμετοχή του νομίσματος του κράτους στη διακύμανση των συναλλαγματικών ισοτιμιών.
(δ) Το επίπεδο των μακροπρόθεσμων επιτοκίων.
Τα κριτήρια αυτά αναγράφονται λεπτομερώς στα δύο πρωτόκολλα, τα οποία έχουν προσαρτηθεί στη νέα συνθήκη του Μάαστριχτ και έχουν χαρακτηριστεί ως πολύ αυστηρά.
Θα απαιτηθεί μεγάλη προσαρμογή της οικονομικής πολιτικής πολλών χωρών της Ε.Ο.Κ. με πρώτη την Ελλάδα, για να συμμετάσχουν στην ΟΝΕ, για τους εξής λόγους:
(α) Το κριτήριο τον πληθωρισμού σημαίνει ότι ένα κράτος-μέλος πρέπει να έχει μέσο ρυθμό πληθωρισμού, που να μην υπερβαίνει κατά 1,5 ποσοστιαίες μονάδες το μέσο ρυθμό αύξησης του πληθωρισμού των τριών κρατών-μελών με την καλύτερη επίδοση.
Εάν π.χ. η Γερμανία, το Βέλγιο και η Δανία είναι τα κράτη με την καλύτερη επίδοση στον πληθωρισμό και έχουν μέσο ρυθμό αύξησης πληθωρισμού 3,2%, ο ρυθμός αύξησης του πληθωρισμού της Ελλάδας, π.χ. δεν πρέπει να υπερβαίνει το 4,7% και να διατηρηθεί επί ένα τουλάχιστον έτος από το προηγούμενο της εξέτασης για την ένταξη.
(β) Το ύψος του δημόσιον ελλείμματος δεν πρέπει να υπερβαίνει το 3% του ΑΕΠ και το ύψος του ακαθάριστου δημόσιον χρέους δεν πρέπει να υπερβαίνει το 60% του ΑΕΠ.
Εάν το δημόσιο έλλειμμα μιας χώρας υπερβαίνει το ανώτατο όριο 3%, εξετάζεται η πορεία της μείωσης κατά τα τελευταία έτη και εάν προσεγγίζει το 3%. Επίσης εάν το ποσοστό του Δημόσιου χρέους υπερβαίνει το 60% του ΑΕΠ, εξετάζεται η πορεία της μείωσης κατά τα τελευταία έτη, εάν είναι σημαντική και εάν πλησίασε το 60%. Το 1991 μόνο πέντε κράτη-μέλη είχαν δημόσιο έλλειμμα μικρότερο κατά 3% του ΑΕΠ και δημόσιο χρέος μικρότερο του 60% του ΑΕΠ, η Γερμανία, Αγγλία, Γαλλία, Δανία και Λουξεμβούργο.
(γ) Η συμμετοχή του νομίσματος τον κράτους στη διακύμανση των συναλλαγματικών ισοτιμιών πρέπει να έχει διατηρηθεί σταθερή για δύο τουλάχιστον έτη πριν από την είσοδό του στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ. Δεν πρέπει δηλαδή να έχει υποτιμηθεί έναντι οιουδήποτε νομίσματος άλλου κράτους-μέλους.
(δ) Το επίπεδο των μακροπρόθεσμων επιτοκίων δεν πρέπει να υπερβαίνει περισσότερο από δύο ποσοστιαίες μονάδες το επιτόκιο των τριών χωρών με την καλύτερη απόδοση στον πληθωρισμό.
Για την κάλυψη του κριτηρίου αυτού εξετάζονται τα επιτόκια των ομολογιακών δανείων. Όσα κράτη-μέλη δεν μπορέσουν να ενταχθούν στο τρίτο στάδιο, θα λαμβάνουν «αναστολή» και η θέση τους θα επανεξετάζεται κάθε δύο έτη. Στο μεταξύ δεν θα λαμβάνουν μέρος στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (Ε.Κ.Τ.) και η ισοτιμία του νομίσματος τους.με το ενιαίο νόμισμα της Κοινότητας θα καθορίζεται με ομόφωνη απόφαση των κρατών-μελών της ΟΝΕ (άρθρ. 109Η της σύμβασης).
Η ένταξη της Ελλάδας στην (Ο.Ν.Ε.)
Η πλήρης οικονομική και νομισματική ένωση της Ευρώπης, σύμφωνα με τις αποφάσεις της σύμβασης του Μάαστριχτ, θα ολοκληρωθεί το 1997 ή το αργότερο την 1-1-1999.
Η Ελλάδα και η Πορτογαλία είναι οι μόνες χώρες της ΕΟΚ, των οποίων τα νομίσματα δεν έχουν ακόμη εισαχθεί στο Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (Ε.Ν.Σ.), γιατί ο πληθωρισμός τους βρίσκεται ακόμη σε υψηλά επίπεδα και υπάρχουν μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα.
Η δραχμή θα μπορέσει να εισαχθεί στο ΕΝΣ, όταν ο πληθωρισμός φθάσει σε μονοψήφιο αριθμό και συγκεκριμένα στο 7-9%. Ο στόχος αυτός ελπίζεται ότι θα επιτευχθεί στο τέλος του 1993 και εφόσον ασκηθεί με συνέπεια κατάλληλη οικονομική πολιτική.
Απαιτείται ακόμη και η δραστική μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων σε επίπεδο, που είναι επιτρεπτό και το οποίο θα επιτρέψει την εισαγωγή της δραχμής στο ΕΝΣ.
Έχει διατυπωθεί η γνώμη ότι η δραχμή μπορεί να εισαχθεί στο ΕΝΣ κι αν ακόμη υπάρχουν μεγάλα ελλείμματα στο δημοσιονομικό τομέα κι αν ακόμη ο τιμάριθμος είναι υψηλός.
Αυτό θα εξαρτηθεί από τη βούληση των εταίρων της ΕΟΚ, την οποία δεν μπορεί να επιβάλει η Ελλάδα.
Είναι ανάγκη να εισαχθεί η δραχμή στο ΕΝΣ το συντομότερο, γιατί η ένταξή της θα μειώσει τον πληθωρισμό, θα δημιουργήσει συνθήκες διατήρησης του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα και θα διευκολύνει την ένταξη της Ελλάδας στον ΟΝΕ.
Στοπ οι χρηματοδοτήσεις από την Τράπεζα της Ελλάδας
Κατά το πρώτο στάδιο της νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ) όλα τα κράτη μέλη οφείλουν, πλην των άλλων, να υιοθετήσουν πολυετή προγράμματα οικονομικής δράσης και να απαγορεύσουν τη χρηματοδότηση των δημοσιονομικών τους ελλειμμάτων από άλλες πηγές εκτός από τον κρατικό τους προϋπολογισμό.
Η απαγόρευση αυτή σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να χρηματοδοτείται από την Τράπεζα της Ελλάδας, για να καλύψει τα δημοσιονομικά της ελλείμματα με οποιαδήποτε μορφή, αγοράζοντας π.χ. έντοκα γραμμάτια του δημοσίου ή ομόλογα του δημοσίου ή συνάπτοντας με την Τράπεζα μακροπρόθεσμα δάνεια.
Η Ελληνική κυβέρνηση έχει καταρτίσει το πολυετές πρόγραμμα οικονομικής ανάπτυξης, το οποίο, σύμφωνα με τη συνθήκη του Μάαστριχτ, έχει υποβάλει για έγκριση στο Συμβούλιο των Υπουργών των Οικονομικών της Κοινότητας. Το συμβούλιο θα εξετάσει την πρόοδο, που προβλέπεται ότι θα επιτευχθεί με την εφαρμογή του στην οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας και την εναρμόνιση της ελληνικής εθνικής νομοθεσίας προς την κοινοτική. Σε περίπτωση διάστασης μεταξύ των δύο νομοθεσιών θα ισχύει η κοινοτική από την εθνική.
- Δημόσιο έλλειμμα 16%. ΑΕΠ.
Η Ελλάδα από όλα τα άλλα κράτη-μέλη της ΕΟΚ παρουσιάζει τη μεγαλύτερη δυσκολία για την ένταξή της την Οικονομική και Νομισματική Ένωση της Ευρώπης (ΟΝΕ), γιατί έχει το υψηλότερο δημοσιονομικό έλλειμμα σε ποσοστό του ΑΕΠ. Πρέπει μέχρι το 1996 να το μειώσει κατά 13 περίπου ποσοστιαίες μονάδες.
Για το σκοπό αυτό πρέπει να εφαρμοστεί ευρύτατο πρόγραμμα περιορισμού των καταναλωτικών δαπανών, νά διευρυνθεί η φορολογική βάση, να αναμορφωθεί το ασφαλιστικό σύστημα, να γίνουν αποκρατικοποιήσεις, να παταχθεί η φοροδιαφυγή και να διωχθεί συστηματικά η παραοικονομία, η οποία τροφοδοτεί τη φοροδιαφυγή.
Περισσότερο δύσκολη παρουσιάζεται η μείωση του δημόσιου χρέους σε 60% του ΑΕΠ, παρά το γεγονός ότι το 1991 η Ελλάδα είχε μικρότερο ποσοστό χρέους από το Βέλγιο, την Ιταλία και την Ιρλανδία.
Για να μειωθεί το δημόσιο χρέος, πρέπει να μειωθούν τα πραγματικά επιτόκια και να αυξηθεί ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ.
Η σύνδεση και η ένταξη της Ελλάδας στην (Ε.Ο·Κ.).
Να ζούμε να τη θυμόμαστε.Η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (Ε.Ο.Κ.) ιδρύθηκε από τα έξι (6) ευρωπαϊκά κράτη, τη Γαλλία, Δ. Γερμανία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο και άρχισε να λειτουργεί από την 9-3-58.
Η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα, η οποία ζήτησε τη σύνδεσή της με την Ε.Ο.Κ. και η οποία άρχισε από την 1-7-61.
Η σύνδεση της Ελλάδας με την Ε.Ο.Κ. έγινε με ενθουσιασμό δεκτή από την Κοινότητα, γιατί έτσι η Κοινότητα αποκτούσε έντονη παρουσία στη Μεσόγειο Θάλασσα και στον Αραβικό κόσμο.
Η συμφωνία της σύνδεσης προέβλεπε:
(α) Την τελωνειακή ένωση της Ελλάδας με την Ε.Ο.Κ. μέσα σε μεταβατική περίοδο 22 ετών σε δυο στάδια.
Το πρώτο στάδιο προέβλεπε τη σταδιακή κατάργηση των ελληνικών δασμών για εισαγωγές κοινοτικών προϊόντων, που δεν παράγονται στην Ελλάδα (περίοδος 1962-1974). Το δεύτερο στάδιο προέβλεπε τη σταδιακή κατάργηση των δασμών για εισαγωγές προϊόντων, που παράγονται στην Ελλάδα (Περίοδος 1974-1984).
Οι διαπραγματεύσεις για την ένταξή μας ως πλήρες μέλος διήρκεσαν επί δύο περίπου έτη και την 28-6-79 υπεγράφη στην Αθήνα η συνθήκη προσχώρησης της Ελλάδας στην Ε.Ο.Κ. ως 10° μέλος, γιατί στο μεταξύ είχαν ενταχθεί στην Ε.Ο.Κ. ως πλήρη μέλη το Ηνωμένο Βασίλειο, η Δανία και η Ιρλανδία.
Η συνθήκη της προσχώρησης της Ελλάδας ως πλήρες μέλος της Ε.Ο.Κ. κυρώθηκε από το Ελληνικό κοινοβούλιο και άρχισε να ισχύει από την 1η Ιανουάριου 1981.
Αργότερα η Ε.Ο.Κ. με την προσθήκη της Ισπανίας και της Πορτογαλίας έγινε η Ε.Ο.Κ. των 12 χωρών, από τις οποίες οι 4, η Γαλλία, Δ. Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ιταλία είναι μεγάλες χώρες ίσης οικονομικής βαρύτητας.
Στο μεταξύ το φαινόμενο συρροής μεταναστών από τον τρίτο κόσμο και τις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού στις χώρες της Ε.Ο.Κ. νόμιμα και παράνομα έχει προσλάβει τεράστιες διαστάσεις με απρόβλεπτες συνέπειες για τις χώρες της Ε.Ο.Κ. και την Ελλάδα.
Στην ένταξη μας στην Ε.Ο.Κ. προσβλέπαμε λαγούς με πετραχήλια.
Τα τελευταία έτη, πριν από την ένταξη της Ελλάδας, η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στηριζόταν στην αύξηση της γεωργικής παραγωγής, στην ανάπτυξη της ελαφράς βιομηχανίας, στην αύξηση τη εγχώριας ζήτησης, στη βελτίωση του τουρισμού και στις υπηρεσίες.
Οι εξαγωγές ήταν περιορισμένες, ενώ οι εισαγωγές παρουσίαζαν συνεχώς ανυψωτική τάση και καλύπτονταν από τους άδηλους πόρους.
Ο εκσυγχρονισμός συνεπώς της ελληνικής οικονομίας ήταν απαραίτητος ακόμη κι αν δεν υπήρχε η περίπτωση της ένταξής μας στην ΕΟΚ και εάν ακόμη δεν υπήρχε ούτε Ε.Ο.Κ., γιατί με τον εκσυγχρονισμό η ελληνική οικονομία θα μπορούσε να αυξήσει τη βιομηχανική της παραγωγή, θα αποκτούσε εξειδικευμένη παραγωγική ικανότητα και θα επιτύγχανε μεγαλύτερες εξαγωγές.
Και εάν όλα αυτά γίνονταν, ακόμη ήταν απαραίτητη η ένταξη της χώρας μας στη μεγάλη αγορά της ΕΟΚ, των 340 εκατ. κατοίκων, γιατί έτσι θα εξασφαλιζόταν η διάθεση των προϊόντων μας.
Πλεονεκτήματα ένταξης στην Ε.Ο.Κ.
(α) Επειδή το μέγεθος της ελληνικής παραγωγής είναι μικρό και το επίπεδο, ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας χαμηλό σε σχέση με το μέσο όρο των χωρών της ΕΟΚ, υπάρχουν σημαντικά περιθώρια ορισμένα ελληνικά προϊόντα να γίνουν ανταγωνιστικά στο μεγάλο χώρο της ΕΟΚ (καπνά, οπωροκηπευτικά, τεχνικά έργα κ.λπ.)
(β) Η κοινότητα έχει μεγάλους πόρους, τους οποίους διαθέτει στις πτωχότερες χώρες, όπως η Ελλάδα, για τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής τους.
(γ) Η χώρα μας με την ένταξή της έγινε ισότιμο μέλος μεταξύ των ισχυρών και πλούσιων χωρών της ΕΟΚ και ισχυρότερη έναντι των εχθρών της. Η Τουρκία παρά την προσπάθειά της να γίνει μέλος της ΕΟΚ δεν το κατόρθωσε, γιατί η ένταξή της στην ΕΟΚ περνά από την Αθήνα.
(δ) Η ένταξή μας στην ΕΟΚ θα επηρεάσει ευνοϊκά το δημόσιο βίο μας, την εκπαίδευσή μας, την πολιτιστική μας ταυτότητα και θα εξασφαλίσει τη δημοκρατία μας. Θα γίνουμε Ευρωπαίοι με όλα τα πλεονεκτήματα, που παρουσιάζουν οι λαοί αυτοί.
Οι απώλειες της ελληνικής οικονομίας από τη μη ένταξή μας θα ήταν οι εξής:
(α) Θα χάναμε αγορές, όπως η Γερμανία, η Γαλλία κ.λπ. προς τις οποίες
κατευθύνεται το 50% των εξαγωγών μας και τη θέση μας θα την έπαιρναν άλλες χώρες ανταγωνιστικές.
(β) Θα αναγκαζόμασταν να διατηρήσουμε τα δασμολογικά τείχη και θα αυξανόταν το κόστος παραγωγής των προϊόντων μας, γιατί θα παράγονταν με απαρχαιωμένες μεθόδους.
(γ) Θα χάναμε την επαφή με τη σύγχρονη τεχνολογία.
(δ) Τα προϊόντα μας δεν θα γίνονταν δεκτά από τις χώρες της ΕΟΚ, γιατί θα ήταν προϊόντα τρίτης χώρας και
(ε) θα αισθανόμασταν απομονωμένοι χωρίς συμμάχους και χωρίς ασφάλεια.
Μπροστά σε όλα αυτά τα πλεονεκτήματα, που αποκτάμε από την ένταξή μας, τα μειονεκτήματα είναι ελάχιστα και άνευ λόγου. Όλα όμως τα πλεονεκτήματα όπως αναφέρονται αποδείχθηκαν απατηλά, ούτε λίγο ούτε πολύ μας οδήγησαν στην σημερινή κατάσταση. Η Ελλάδα ουδέποτε έπιασε τα κριτήρια Μάαστριχτ και πάντα ήταν ο παρίας της ευρωζώνης. Μπήκε με πολιτικά κριτήρια και παραμένει με πολιτικά κριτήρια.
Πηγή: «Ελληνική Οικονομία»,
Γρηγόρης Σφακιανός, εκδόσεις Interbooks
