ΠΑΝΔΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΓΕΥΣΗΣ
Αντεραστές γεύσεων χωρίς να το γνωρίζουν
Οι λεπτές μυρωδιές μαγειρικής που εταξίδευαν αόρατες από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες των διπλανών διαμερισμάτων τους, συνέδεσαν τον Δαμοκλή Δήμου και τον Δημήτρη Ισαυρίδη.
Η πρώτη συνάντησή τους, μπροστά στο ασανσέρ του ορόφου τους, είχε ως αποτέλεσμα την ανταλλαγή μιας καλημέρας.
Κατά την κάθοδο, η σιωπή τους διεκόπη από τον κάπως διαχυτικότερο Δαμοκλή. «Τον χορεύετε στο ταψί τον μαϊντανό, έτσι δεν είναι; Ασφαλώς τον κάνετε σαλάτα». Ο Δημήτρης Ισαυρίδης ενοχλήθηκε έντονα από τη διαπίστωση του Δαμοκλή. Πέρασαν από το νου του κάθε άλλο παρά κολακευτικές σκέψεις για το ποιόν του γείτονα του, καθώς η κουζίνα του συνορεύει με το χώρισμα που χωρίζει τα μπαλκόνια τους.
Φαντάστηκε τον Δαμοκλή σκαρφαλωμένο σε ένα ψηλό σκαμνί, ώστε το κεφάλι του να υπερβαίνει το ύψος του γυάλινου γαλακτώδους παραπετάσματος και με επιδέξια στραβολαιμιάσματα να παραμονεύει και να αποσπά εικόνες της προσωπικής ζωής του.
Ο γείτονάς του αποδεικνυόταν ένας αληθινός κουζινοβλεψίας. Πράγματι, ο Δημήτρης είχε τη συνήθεια να ρίχνει σ΄ένα μικρό ταψί τον μαϊντανό, αφαιρώντας προηγουμένου τα κοτσάνια και με ένα ψαλιδάκι να τον ψιλοκόβει. Τα καταπράσινα, μικροσκοπικά, ψαλιδισμένα φυλλαράκια, ως χαρτοπόλεμος χοροπηδούσαν στην επιφάνεια του ταψιού, απελευθερωνόμενα από του ψαλιδιού τις δαγκάνες.
Θα τύχαινε να έβλεπε και άλλα πολλά ο απαίσιος κουζινοβλεψίας! Θα τον είχε δει ημίγυμνο, μόνο με τη στολή του μάγειρου, την ποδιά και τον σκούφο. Γιατί ο Δημήτρης συνήθιζε να μαγειρεύει αποσπασματικά, στα διαλείμματα των ερωτοπραξιών του με τη Νανά.
Αρκετές φορές μάλιστα ημίγυμνη ή και γυμνή, η Νανά τον ακλουθούσε στην κουζίνα και τον συντρόφευε όσο εκείνος έστυβε ένα λεμόνι ή τσιγάριζε τα κομμάτια του κοτόπουλου. Ο φρικτός γείτονας είχε δει τα πάντα.
Οι πρώτες υποψίες με την μαύρη φουντίτσα
Στο καφενείο, έν μέσω βαριάς σιωπής άναβαν και ξαναάναβαν τσιγάρα και ρουφούσαν κατακάθια και αέρα. Τα φλιτζάνια του καφέ είχαν προ πολλού αδειάσει. Νέες γουλιές κενού και επιτέλους ο Δημήτρης κατάχλομος, τόλμησε να τραυλίσει: «Θα έχετε, ασφαλώς, δει τη μεγάλη ελιά πού έχω αριστερά στον πισινό μου». Ο Δαμοκλής έμεινε άφωνος.
«Ομολογήστε, ότι την έχετε δει », συνέχισε απτόητος πλέον ο Δημήτρης. «Κι αν δεν την έχετε δει, σας δικαιολογώ. Υπάρχουν ελκυστικότερα πράγματα από την ελιά του πισινού μου. Τα ψηλοτάκουνα τσόκαρα της φιλενάδας μου, παραδείγματος χάριν. Τα ψηλοτάκουνα τσόκαρα με τη μαύρη φουντίτσα. Αυτή η μαύρη φουντίτσα δικαίως σας ερεθίζει. Είναι καμωμένη από φτερά, φτεράκια δηλαδή στρουθοκαμήλου. Και το νύχι της, το κατακόκκινο ιριδίζον νύχι του μεγάλου δαχτύλου του ποδιού της», είπε ο Δημήτρης με ορμή, μονορούφι.
Ο Δαμοκλής πάγωσε. Από την περιγραφή του τσόκαρου αναγνώρισε τα τσόκαρα που ο ίδιος είχε δωρίσει στην πολυαγαπημένη του Νανά. Αναγνώρισε επίσης το κατακόκκινο, ιριδίζον νύχι της.
- Επιτέλους, κύριε, συνέχισε, σχεδόν θυμωμένος, ο Δημήτρης, θα μου πείτε ή δεν θα μου πείτε; Πώς το ξέρετε πώς κάνω τον μαϊντανό να χορεύει στο ταψί;
Ο Δαμοκλής, ζωντανός νεκρός, κατέβασε μονορούφι το ούζο που μόλις είχε παραγγείλει, τα σωθικά του κάηκαν και αφέθηκε να μιλά ακατάσχετα, άτονα: «Είναι απλό, πολύ απλό. Για να φτάνουν από το μπαλκόνι σας στο μπαλκόνι μου έντονες ριπές μυρωδιάς μαϊντανού και η μυρωδιά αυτή να σπάζει το αρωματικό φράγμα των γιασεμιών, των γαρδενιών και τόσων άλλων ανθέων που κοσμούν τα μπαλκόνια μας, σημαίνει πώς η ποσότης του μαϊντανού είναι αξιόλογη, άρα προορίζεται για σαλάτα. Χωρά μόνο σε κάποιο ταψί πριν λάβει την επίσημη και οριστική θέση της μέσα στη σαλατιέρα και απαιτεί ένα παρατεταμένο χρόνο κοπής. Μια ιδέα σκόρδου, μιας ή δύο σκελίδων, άριστα πολτοποιημένου και αναμεμειγμένου με τον μαϊντανό, ελάχιστο αλάτι, λάδι και λεμόνι, συμπληρώνουν το σύνολο».
Αποκαλύψεις μέσω της σαλάτας
Η ακριβέστατη περιγραφή της σαλάτας ενίσχυσε τον ισχυρισμό του Δημήτρη ότι ο Δαμοκλής τον παραμονεύει και γνωρίζει κάθε λεπτομέρεια της καθημερινής του ζωής.
Ξεκίνησε λοιπόν μια ανάκριση, σχεδόν αστυνομικού χαρακτήρος, σε μια προσπάθεια να παγιδεύσει τον συνομιλητή του και να τον εξωθήσει να περιπέσει σε αντιφάσεις.
- Από μια απλή μυρωδιά μαϊντανού συλλαμβάνετε όλη τη συνταγή και τις δόσεις; Είσθε αξιοθαύμαστος, είπε ειρωνικά ο Δημήτρης. Θα γνωρίζετε λοιπόν και τι συνόδευε αυτή τη σαλάτα.
- Μιά παρόμοια σαλάτα, κατά την ταπεινή γνώμη μου, μπορεί να συνοδεύεται από μια δεύτερη σαλάτα, μια ταχινοσαλάτα, παραδείγματος χάριν, ή και μία ταραμοσαλάτα. Θα ταίριαζε επίσης ένα ορεκτικό από φιλέτα αντζούγιας με κάππαρη. Για ένα πληρέστερο δείπνο, ενδείκνυνται φιλέτα από σκουμπρί στα κάρβουνα με λαδολέμονο.
Ο Δημήτρης Ισαυρίδης φρικίασε. Η μαϊντανοσαλάτα του είχε συνοδεύσει ακριβώς τα εδέσματα που ο Δαμοκλής ανέφερε. Όταν, μετά κόπου πολλού, ανέκτησε την ψυχραιμία του, προχώρησε με μια διά της βίας κεκαλυμμένη ειρωνεία: «Να σας ρωτήσω και κάτι άλλο; Το πόδι μέσα στο τσόκαρο, η μαύρη φούντα, το κόκκινο νύχι, ταιριάζουν, νομίζετε, σε ένα παρόμοιο δείπνο;».
- Δεν νομίζω τίποτα, απάντησε ο Δαμοκλής, συγκρατώντας μετά βίας την ταραχή του. Δεν γνωρίζω ούτε για ποιο τσόκαρο ομιλείτε ούτε για ποιο πόδι ούτε για ποιο νύχι.
Οι δύο άνδρες, και ο καθένας για δικό του λογαριασμό, αποφάσισαν μια προσωρινή, προσωρινότατη ανακωχή, μη εξωθώντας την ανάκριση στα άκρα, με τη βεβαιότητα ότι ο καθένας χωριστά θα εξιχνίαζε την υπόθεση, με τον ταπεινωτικότερο τρόπο για τον άλλο, με τη μέθοδο της επ΄ αυτοφώρω συλλήψεως.
- Το όνομά σας;, ρώτησε ο Δαμοκλής χαμογελώντας.
- Ελάτε τώρα. Εσείς γνωρίζετε τί τρώω, πρωί, μεσημέρι και βράδυ, και αγνοείτε το όνομα μου; Απέναντί μου μένετε, δεν διαβάσατε ποτέ το όνομά μου στο κουδούνι;, απάντησε ο Δημήτρης Ισαυρίδης.
Φιλέτα από σκουμπρί στα κάρβουνα
Ο ΔΑΜΟΚΛΗΣ κοίταξε το ρολόι του, βεβαιώθηκε πως ήταν η ώρα που μπορούσε ανενόχλητα να τηλεφωνήσει στη Νανά, σχημάτισε τον αριθμό της κι ενώ άφριζε από τον θυμό, της είπε με άπειρη γλυκύτητα: «Νανά, πρέπει να σε δω κατεπειγόντως».
Ανήσυχη και περίεργη από το ξαφνικό τηλεφώνημα του Δαμοκλή, η Νανά τηλεφώνησε αμέσως στον Δημήτρη. Το μόνο που κατόρθωσε ήταν να αναβάλει τη συνάντησή τους για δυο ώρες μετά. Κι ενώ είχε καταλλήλως ενδυθεί και κοσμηθεί για την επίσκεψή της στον Δημήτρη, βρέθηκε να χτυπά το κουδούνι της πόρτας του Δαμοκλή.
Όταν μπήκε στο διαμέρισμα, κατάλαβε από την ψυχρή υποδοχή της πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Αντί της ανοικτής αγκάλης του Δαμοκλή, όπως συνηθιζόταν από την πρώτη ημέρα της γνωριμίας των, της προσεφέρθη το κάθισμα. Ο Δαμοκλής κάθισε στο απέναντι κάθισμα.
Νανά, τί έφαγες προχθές το βράδυ; τη ρώτησε απότομα.
Η Νανά ανυποψίαστη, μη βρίσκοντας τον λόγο να αποκρύψει οτιδήποτε, προσπάθησε να θυμηθεί ειλικρινώς. Σιγά σιγά άρχισε να θυμάται. «Φιλέτα ψαριού, σκουμπρί νομίζω, στη σχάρα».
- Και τι άλλο;
- Λίγη μαϊντανοσαλάτα, μια κουταλιά ταχινοσαλάτα και άλλη μία ταραμοσαλάτα. Α, και μια αντζούγια με κάππαρη, συμπλήρωσε σ΄ένα ξέσπασμα ειλικρίνειας.
Αποφάσισε, προς το παρόν τουλάχιστον, να μην υποβάλει άλλες ερωτήσεις στη Νανά, ερωτήσεις που θα την εξανάγκαζαν να καταφύγει σα ψέματα οδυνηρά ή, το χειρότερο, σε οδυνηρότερες αλήθειες. Επιθυμούσε να αποφύγει τη σύγκρουση μαζί της. Την επιθυμούσε τόσο, τη λάτρευε τόσο. Οικειοθελώς είχε καταντήσει σκλάβος της, ένας ευτυχισμένος σκλάβος που δεν θα άλλαζε με τίποτα στον κόσμο τα εξαίσια δεσμά της σκλαβιάς του. Νανά, Νανά, Νανά. Η ωραιότερη και η πνευματωδέστερη γυναίκα, κυρίως η πιο καμωματού γυναίκα, από τις ουκ ολίγες που είχε γνωρίσει στη ζωή του.
Άλλωστε, φιλοσοφούσε στωικά, αν η Νανά δεν ήταν πλασμένη για να εξαπατά, δεν θα την είχε γνωρίσει ποτέ. Αν δεν ήταν έτσι, μαγευτικώς πλασμένη πλανεύτρα, θα την απολάμβανε μόνον ο σύζυγός της. Δεν μπορούσε ο Δαμοκλής να αξιώνει απ’ τη Νανά τις αρετές που μόνον οι σύζυγοι αξιώνουν από τις γυναίκες τους και δεν μπορούσε να της καταλογίσει τις αδυναμίες εκείνες πού, ακριβώς εξαιτίας τους, επωφελείτο και ο ίδιος.
Θα ήταν άδικο ένας θηλυκός θησαυρός σαν τη Νανά να ήταν το κτήμα ενός και μόνον ανδρός. Αν δεν εξαπατούσε τον Δαμοκλή, δεν θα είχε εξαπατήσει και τον άνδρα της. Και τότε αντίο της ευδαιμονίας τα σκιρτήματα και τα ρίγη, τα οποία αναστάτωναν συθέμελα το σώμα και την ψυχή του.
Το ακανθώδες φρούτο της θάλασσας
Σε μία έξαρση δικαιοσύνης και αμεροληψίας αλλά κυρίως λατρείας και θαυμασμού τυφλού, ο Δαμοκλής την πλησίασε, τη χάιδεψε και την ασπάσθηκε όχι σαν Νανά, αλλά σαν την πεμπτουσία της γυναίκας.
Εκείνη, ανυποψίαστη για τις υποψίες του, τις επιβεβαιωμένες πια υποψίες του, ανυποψίαστη όπως τα αρχαία αγάλματα για την υποβλητική και συμβολική εξουσία πού ασκούν, ηρέμησε και δέχτηκε με ανακούφιση τις κατανυκτικές ερωτικές φροντίδες του Δαμοκλή.
Όπως οι άγιοι απαιτούν χωρίς να ζητούν απ΄τους πιστούς το λιβάνι, η Νανά απαίτησε χωρίς να ζητήσει, απαίτησε χαριτωμένα και γατίσια, κάτι για να φκιάξει η γεύση της έπειτα από τα αναρίθμητα τσιγάρα του δικαιολογημένου εκνευρισμού της, κάτι που φκιάχνει τη γεύση αλλά και συνοδεύει το λευκό κρασί, το θεσπέσιο λευκό κρασί πού μόλις είχε ανοίξει ό Δαμοκλής προς τιμήν της.
- Έχεις κάποια μικρή λιχουδιά;, είπε. Δεν έχω πολύ καιρό μπροστά μου. Υποσχέθηκα στον άνδρα μου να δειπνήσω μαζί του.
Ο Δαμοκλής, βέβαιος για το ψέμα της Νανάς, καθότι οι μαγειρικές ευωδιές του γείτονα είχαν κατακλύσει το διαμέρισμά του, έσπευσε στην κουζίνα και επανήλθε με ένα μικρό βαθύ πιάτο και ένα κουταλάκι του γλυκού.
- Μάντεψε τί είναι, τη ρώτησε ο Δαμοκλής, περιμένοντας την ίδια, στερεότυπη απάντηση της, εφόσον το λεπτό αυτό έδεσμα, την αχινοσαλάτα, αδυναμία της Νανάς, της το είχε μέχρι τώρα παρασκευάσει πάμπολλες φορές, ταλαιπωρούμενος μάλιστα πολύ, τρέχοντας, κατακαλόκαιρο, μέχρι τη Ραφήνα, μία παραθαλάσσια πολίχνη απέχουσα τριάντα χιλιόμετρα από την Αθήνα, όπου κάποιος γνωστός του ψαράς, δύο φορές την εβδομάδα του προμηθεύει αχινούς.
Έτσι, το ακανθώδες αυτό φρούτο της θάλασσας, το τόσο σπάνιο και δυσεύρετο στην αγορά, προσφερόταν υπερηφάνως από τον Δαμοκλή στη Νανά, δίκην ψωμοτυρίου.
Και εκείνη, οσφραινόμενοι από μικρή απόσταση το πιάτο ηδονικώς, με μισόκλειστα τα ήδη βεβαρημένα από τις μπογιές βλέφαρά της, ψιθύριζε βραχνά το ίδιο πάντα ποίημα. «Τι είναι; Τί νά είναι; Κοράλλια είναι, κοράλλια αχινών, πού πνίγονται σε μια κουταλιά νερό, μια κουταλιά νερό από θάλασσα του Αιγαίου».
- Και τη συνταγή; Ξέρεις τη συνταγή;, ρωτούσε ο Δαμοκλής για να λάβει την ίδια πάντα, ιεροτελεστική απάντηση: «Σ’ ένα μικρό μπώλ, ανακατεύονται δέκα αχινοί με δυο ριπές μελτεμιού και μια σταγόνα λεμονιού».
Χταπόδι στα κάρβουνα – Χταπόδι κρασάτο
Στο διαμέρισμα του Δημήτρη, δύο ώρες μετά, η Νανά, μπροστά σε ένα περίλαμπρα στρωμένο τραπέζι, υπό το γλυκύ φως των αναμμένων κεριών, προέβαινε σε μιά λίαν αποσπασματική, έκθεση των αιτίων της δίωρης αργοπορίας της.
- Ήμουν έτοιμη να εγκαταλείψω το σπίτι μου.
Και εμφανίστηκε απροσδόκητα ο άνδρας μου, είπε η Νανά με τόσο σιγανή και αργόσυρτη φωνή που μόλις ακούστηκε.
- Και λοιπόν;, ρώτησε επιθετικά.
- Παραξενεύτηκε για την αμφίεσή μου, είπε η Νανά.
Του είπα πώς ήμουν ντυμένη έτσι όχι επειδή θα έβγαινα αλλά επειδή μόλις έμπαινα στο σπίτι από τω κομμωτήριο. Στην παρατήρησή του ότι δεν έβλεπε καμιά αλλαγή στην πρωινή μου κόμμωση του αντέτεινα ότι εκτός της ριζοσπαστικής κομμωτικής υπάρχει και η προληπτική κομμωτική. Η πάταξη και η επαναφορά στην τάξη τριχών η μπουκλών ατιθάσων, πού έχουν την τάση να σηκώνουν κεφάλι. Γιατί όταν τα μυαλά των μαλλιών πάρουν αέρα δημιουργείται αναμάλλιασμα.
- Γιατί αναστενάζεις;, ρώτησε ο Δημήτρης.
- Οι σκοτούρες, οι σκοτούρες του μέλλοντος! Η αιφνίδια επιστροφή του άνδρα μου στο σπίτι είναι ένδειξη της ανησυχίας του. Ο άνδρας μου δεν με εμπιστεύεται, με υποπτεύεται, με παρακολουθεί, με στριμώχνει.
Ο σύζυγος έχει υποχρεώσεις κι ο εραστής δικαιώματα
- Ωραία… Τα πράγματα είναι άσχημα, είπε ο Δημήτρης στη Νανά. Ένας σύζυγος τυφλωμένος περισσότερο από τη ζήλια παρά από την ομορφιά σου, παρακολουθεί τις κινήσεις σου. Τί λες; Τί μπορούμε να κάνουμε;
- Τί μπορώ να κάνω, θέλεις να πεις. Εσύ, Δημήτρη, τί να κάνεις; Εσύ, μόνο να με αγαπάς μπορείς, να με αγαπάς ολοένα περισσότερο και τίποτ’ άλλο, απάντησε η Νανά
- Δυσκολίες! Δυσκολίες και εμπόδια, μονολόγησε ο Δημήτρης. Οι δυσκολίες όμως σφυρηλατούν την αγάπη, σκέφτηκε
- Πώς είναι δυνατόν, εξανέστη η Νανά, πώς είναι δυνατόν ένας σύζυγος να έχει περισσότερα δικαιώματα από τον εραστή! Είναι αδιανόητο, δεν θα το επιτρέψω.
- Κατανοώ τον σύζυγό σου, είπε ο Δημήτρης. Κι εγώ στη θέση του θα είχα τις ίδιες ανησυχίες και έτσι θα έπραττα.
- Δηλαδή, είτε θυμωμένη η Νανά, δηλαδή θα υποπτευόσουν την αγαπημένη σου γυναίκα, όταν, όπως εγώ, δεν θα σου έδινα καμία αφορμή για υποψίες;
Πηγή: «Επικίνδυνες μαγειρικές»
Ανδρέας Στάϊκος
Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ
