ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Α. Τράπεζα της Ελλάδος (1928) του Μανόλη Σκαρσούλη

0

Ιστορισμένη δράση

 

Το Ελληνικό Τραπεζικό Σύστημα

Ως το 1841, που ιδρύθηκε η Εθνική Τράπεζα, δεν είχε εκδηλωθεί άξια λόγου τραπεζική δραστηριότητα στην ελληνική οικονομία, που τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας βρισκόταν σε εμβρυώδη κατάσταση.

Ανάμεσα στις πρώτες προσπάθειες που έγιναν την εποχή του Κυβερνήτη Καποδίστρια για να θεμελιωθεί στο νέο κράτος μια στοιχειώδης οικονομική οργάνωση, ήταν και η σύσταση της Εθνικής Χρηματιστικής Τραπέζης με ψήφισμα της κυβερνήσεως. Στην πράξη, η πρώτη αυτή ελληνική τράπεζα λειτούργησε απλώς ως δανειστικός οργανισμός για λογαριασμό του κράτους. Κύριο έργο της ήταν να συγκεντρώνει, με την έκδοση εντόκων ομολόγων, δανειακά, κεφάλαια για τις ανάγκες του κράτους. Η τραπεζική της δραστηριότητα, έξω από το έργο αυτό, ήταν εντελώς υποτυπώδης, και η αποτυχία της να εμπνεύσει την αναγκαία εμπιστοσύνη, παρά τις κυβερνητικές προσπάθειες, οδήγησε στη διάλυσή της, έξι χρόνια περίπου από τη σύστασή της.

Μετά τη διάλυση της πρώτης ελληνικής τράπεζας άρχισαν διαπραγματεύσεις με ξένους κεφαλαιούχους για την ίδρυση νέας τράπεζας, που κατέληξαν στην έκδοση του νόμου 25ης Ιανουαρίου 1836 Περί ιδρύσεως Εθνικής Τραπέζης. Ο νόμος όμως αυτός δεν εφαρμόστηκε, γιατί οι ξένοι υπαναχώρησαν. Έτσι, άρχισαν νέες μακρές διαπραγματεύσεις, με αποτέλεσμα την ψήφιση νέου νόμου στις 30 Μαρτίου 1841, με τον οποίο ιδρύθηκε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.

Με τη δημιουργία της Εθνικής Τραπέζης, που αποτέλεσε τον κύριο μοχλό για την προώθηση της ελληνικής οικονομίας, άρχισε η ανάπτυξη του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Ιδρύθηκαν και άλλες τράπεζες, από τις οποίες τρεις, η Ιονική, η Προνομιούχος Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας και η Τράπεζα Κρήτης, είχαν και εκδοτικές αρμοδιότητες, που τις ασκούσαν παράλληλα με την Εθνική Τράπεζα – αν και σε περιορισμένη κλίμακα – ως το 1920. Από τότε το εκδοτικό προνόμιο το ασκούσε αποκλειστικά η Εθνική Τράπεζα.

Η Ιονική Τράπεζα Ltd. είχε συσταθεί στις 23 Οκτωβρίου 1839 με θέσπισμα της Γερουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών των Ιονίων Νήσων, τότε υπό αγγλική κυριαρχία. Η έδρα της ήταν στην Κέρκυρα και είχε αναγνωριστεί και την Αγγλία με επικύρωση του δικαιώματος να διενεργεί τραπεζικές εργασίες και να εκδίδει τραπεζογραμμάτια στις Ιόνιες Νήσους.

Μετά την προσάρτηση των Νήσων το 1864, έγινε επέκταση του εκδοτικού προνομίου της σε όλη την ελληνική επικράτεια. Επιπλέον, με σύμβαση της 2ας Απριλίου 1880, της αναγνωρίστηκε η αποκλειστικότητα της εκδόσεως τραπεζογραμματίων στην περιοχή των Ιονίων Νήσων. Μετά από διαδοχικές ανανεώσεις, το εκδοτικό της προνόμιο μεταβιβάστηκε τελικά στην Εθνική στις 26 Απριλίου 1920, και από τότε η ιονική έμεινε τράπεζα καθαρά εμπορική.

Η Προνομιούχος Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας ιδρύθηκε το 1882 στο Βόλο. Διαδοχικά άνοιξε υποκαταστήματα στην Άρτα, τη Λάρισα, τα Τρίκαλα, την Καλαμπάκα, τον Αλμυρό και την Αθήνα, και πήρε το δικαίωμα να εκδίδει χαρτονόμισμα στη Θεσσαλία και την Ήπειρο που είχαν τότε προσαρτηθεί. Η δραστηριότητά της όμως ήταν περιορισμένη. Υπέστη τις βαριές συνέπειες του πολέμου του 1897, και όταν πέθανε ο ιδρυτής και Πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου Ανδρέας Συγγρός, συγχωνεύτηκε με την Εθνική, στην οποία και μεταβιβάστηκε το εκδοτικό της προνόμιο από τον Ιανουάριο του 1900.

Η Τράπεζα Κρήτης δημιουργήθηκε με διάταγμα της κρητικής κυβερνήσεως της 30ης Σεπτεμβρίου 1899. Έδρα της ήταν τα Χανιά και είχε το αποκλειστικό προνόμιο εκδόσεως τραπεζογραμματίων στην Κρήτη. Το άσκησε ως το 1919 που συγχωνεύτηκε με την Εθνική.

Εκτός από τις τρεις αυτές τράπεζες που είχαν και εκδοτικές αρμοδιότητες ιδρύθηκαν διαδοχικά και πολλά άλλα πιστωτικά ιδρύματα με εμπορικό κυρίως χαρακτήρα. Στο χρονικό διάστημα ως τον πόλεμο περίπου του 1897, που η πρόοδος στην οικονομία ήταν βραδύτατη και χωρίς διαρθρωτικές μεταβολές, βραδύς ήταν και ο ρυθμός της αναπτύξεως του τραπεζικού συστήματος.

Στον τραπεζικό χώρο κυριαρχούσε γενικά η Εθνική Τράπεζα, ενώ οι άλλες μονάδες, γύρω στις είκοσι, ήταν περιορισμένης τοπικής σημασίας και προσωποπαγείς, κι έτσι οι περισσότερες δεν επέζησαν όταν πέθαναν οι ιδρυτές τους. Μοναδική εξαίρεση ήταν η Τράπεζα Αθηνών, που ιδρύθηκε στις 30 Νοεμβρίου 1893 και ανέπτυξε από την αρχή επιτυχή δράση ως εμπορική τράπεζα. Επεκτεινόμενη συνεχώς, διατηρούσε ως τις παραμονές της ιδρύσεως της Τραπέζης της Ελλάδος σημαντική θέση στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Το χρονικό διάστημα από τις αρχές του εικοστού αιώνα ως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν για την ελληνική οικονομία περίοδος σημαντικής προόδου και παράλληλης επεκτάσεως και βελτιώσεως του τραπεζικού συστήματος. Η πρόοδος αυτή δεν ήταν άσχετη προς την αναδιοργάνωση του νομισματικού τομέα και των δημοσίων οικονομικών μετά την πτώχευση του 1892, και ύστερα προς την προσθήκη των νέων εδαφών και των πληθυσμών τους.

Από την κρατική πλευρά ασκείται αποτελεσματικότερη οικονομική πολιτική και καταβάλλονται προσπάθειες να εισαχθούν νέοι θεσμοί, που υποβοηθούν την επέκταση της οικονομικής και της τραπεζικής δραστηριότητας. Έτσι, το 1909 καθιερώνεται ο θεσμός του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων, το 1910 ο θεσμός της ναυτικής υποθήκης.

Ακολουθούν νομοθετικές ρυθμίσεις για τις συνεταιριστικές οργανώσεις (1915), τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις (1917), τις ανώνυμες εταιρίες (1920) και το Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων (1923). Προοίμιο ειδικής τραπεζικής νομοθεσίας αποτελούν οι ρυθμίσεις σχετικά με το τραπεζικό ενέχυρο, την υποθήκη και τη σύμβαση τραπεζικής εγγυημένης πιστώσεως (νομοθετικό διάταγμα της 17ης Ιουλίου 1923).

Την ίδια εποχή ιδρύονται τρεις ακόμη αξιόλογες τράπεζες, που ανέπτυξαν δραστηριότητα εποικοδομητική για την εξέλιξη της οικονομίας, δραστηριότητα που συνεχιζόταν με επιτυχία ως την εποχή που ιδρύθηκε η Τράπεζα της Ελλάδος. Ήταν η Τράπεζα Ανατολής, η Λαϊκή Τράπεζα και η Εμπορική Τράπεζα, που ιδρύθηκαν το 1904, το 1905 και το 1907.

Αξίζει να σημειωθεί ως χαρακτηριστικό της ευρωστίας των μεγάλων τουλάχιστον ελληνικών τραπεζών της εποχής εκείνης, ότι την αναστολή πληρωμής των καταθέσεων (moratorium), που είχε εφαρμοστεί σε διεθνή κλίμακα όταν άρχισε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, για μικρό μόνο διάστημα την επέβαλαν.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου ιδρύθηκε μια νέα τράπεζα, η Τράπεζα Πειραιώς, το 1916. Με το τέλος του πολέμου αρχίζει νέα φάση επεκτάσεως και αναπτύξεως του τραπεζικού συστήματος στο πλαίσιο των οικονομικών συνθηκών που δημιουργήθηκαν υπό την επίδραση των σημαντικών πολιτικοστρατιωτικών γεγονότων. Οι συνεχιζόμενες στην Ελλάδα πολεμικές δαπάνες, η εδαφική επέκταση και η πληθυσμιακή αύξηση, συντελούσαν σε ταχύτερη άνοδο της οικονομικής δραστηριότητας και αντίστοιχη ανάπτυξη των τραπεζικών εργασιών. Αλλά η επέκταση του τραπεζικού συστήματος κατά την περίοδο ως το 1927 δεν στηρίζεται σε υγιείς βάσεις. Το σημαντικότερο κίνητρο ήταν την εποχή εκείνη, η κερδοσκοπία επί του συναλλάγματος, που εξαιτίας του έντονου πληθωρισμού πήρε ευρύτατες διαστάσεις.

Μεταξύ 1924 και 1926 ιδίως παρατηρείται οργασμός δημιουργίας νέων πιστωτικών ιδρυμάτων, που ως επί το πλείστον αποβλέπουν σε συναλλαγματικά κέρδη. Από τις τράπεζες αυτές ελάχιστες ανέπτυξαν ικανοποιητική τραπεζική δραστηριότητα ώστε τελικά να επιζήσουν, όπως η Τράπεζα Αττικής, που ιδρύθηκε το 1924, και η Τράπεζα Ελληνικής Εμπορικής Πίστεως, που προήλθε από συγχώνευση επίσης το 1924. Πρέπει να σημειωθεί ωστόσο ότι ήδη το 1927, μόλις αρχίζει η προσπάθεια για τη νομισματική σταθεροποίηση, εκδηλώθηκαν και τα πρώτα συμπτώματα υγιέστερου προσανατολισμού της τραπεζικής δράσεως.

Συγκρότηση και κύρια χαρακτηριστικά    

Στο τέλος του 1927 το ελληνικό τραπεζικό σύστημα αριθμούσε σαράντα πέντε τράπεζες, που μπορούν να ταξινομηθούν ως εξής:

  1. Μια μικτή τράπεζα (η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος), που ασκούσε το εκδοτικό λειτούργημα, αλλά παράλληλα και όλες τις δραστηριότητες μιας εμπορικής τράπεζας καθώς και τη χρηματοδότηση άλλων ειδικών σκοπών.
  2. Τριάντα επτά εμπορικές ή «γενικές» τράπεζες, από τις οποίες τρεις μεγάλες (οι τράπεζες Αθηνών, Εμπορική και Ανατολής), πέντε ξένες και δώδεκα τοπικές.
  3. Τρεις τράπεζες κτηματικής πίστεως, από τις οποίες μία αξιόλογη, η Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος, - που είχε τότε μόλις ιδρυθεί με απόσπαση του σχετικού κλάδου από την Εθνική Τράπεζα, - και δύο μικρές με περιορισμένη δραστηριότητα.
  4. Δύο μικρές τράπεζες αγροτικής πίστεως με περιορισμένη δραστηριότητα.
  5. Δύο ιδιότυποι δημόσιοι πιστωτικοί οργανισμοί, το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με ευρύτερη οικονομική αποστολή αλλά και δραστηριότητα αναγόμενη στον τομέα της πίστεως.

Το τραπεζικό αυτό σύστημα είχε βέβαια συμβάλει στην πρόοδο της οικονομίας και τη βελτίωση του επιπέδου των συναλλακτικών σχέσεων. Αλλά η διάρθρωση του ήταν μειονεκτική και οι αδυναμίες του γίνονταν περισσότερο αισθητές με την επέκταση της οικονομίας και τις τεχνολογικές και συναλλακτικές εξελίξεις.

Βασική του αδυναμία αποτελούσε το γεγονός ότι η Εθνική Τράπεζα έπαιζε συγχρόνως το ρόλο εκδοτικής και εμπορικής τράπεζας και επιπλέον συγκέντρωσε και τον κύριο όγκο των τραπεζικών εργασιών. Άλλη αδυναμία του ήταν επίσης η μεγάλη ανισότητα των μονάδων τους ως προς το μέγεθος και την δυναμικότητά τους.

Από τις 43 τράπεζες, τέσσερις – εκτός της Εθνικής, - η Αθηνών, η Εμπορική, η Τράπεζα Ανατολής και η Ιονική, μπορούσαν να χαρακτηριστούν μεγάλες με κριτήριο την οικονομική τους δύναμη και το δίκτυο των υποκαταστημάτων τους που εκάλυπτε όλη σχεδόν τη χώρα.

Από τις μικρές τράπεζες, ορισμένες, παρά το μικρό τους μέγεθος, αποτελούσαν οικονομικά υγιείς μονάδες με αξιόλογη δραστηριότητα, που τη συνέχισαν μέχρι σήμερα. Οι υπόλοιπες είτε ήταν τοπικές, είτε είχαν απομείνει ως κατάλοιπα της περιόδου όπου ιδρύονταν αθρόα μικρές τράπεζες καιροσκοπικές – και οι περισσότερες βραχύβιες.

Την ανισότητα των μονάδων του συστήματος δείχνουν τα σχετικά με την κατανομή των κεφαλαίων και των εργασιών. Τέσσερις μόνο Τράπεζες – η Εθνική, η Αθηνών, η Εμπορική και η Τράπεζα Ανατολής – είχαν μετοχικό κεφάλαιο ανώτερο από 150 εκατ δρχ., και οι τέσσερις δε μαζί αντιπροσώπευαν ποσοστό 80% περίπου των κεφαλαίων του συνόλου και των σαράντα τριών.

Οι τέσσερις αυτές και η Ιονική – τράπεζα αγγλικών συμφερόντων τότε – συγκέντρωσαν το 85% σχεδόν του συνόλου των τραπεζικών καταθέσεων, του οποίου μόνη η Εθνική εκάλυπτε το 45%. Από τις υπόλοιπες τριάντα οκτώ, οι δεκαεπτά είχαν μετοχικό κεφάλαιο κάτω από 15 εκατ. δραχμές. Παρόμοια δυσαναλογία κατανομής υπήρχε βέβαια και στις χορηγήσεις. Και όπως είναι ευνόητο, ο πολύ υψηλός βαθμός συγκεντρώσεως στο τραπεζικό σύστημα εμπόδιζε τη λειτουργία του ανταγωνισμού που θα συνέβαλε στη βελτίωση της οργανώσεως, του κόστους και του ποιοτικού επιπέδου των τραπεζικών υπηρεσιών.

Το τραπεζικό σύστημα στηριζόταν αποκλειστικά σχεδόν στην ιδιωτική πρωτοβουλία και ο κρατικός έλεγχος ήταν στην ουσία ανύπαρκτος. Εκτός από τους δύο ιδιότυπους πιστωτικούς οργανισμούς, το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, που ήταν κρατικοί, οι άλλες τράπεζες ήταν καθαρά ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Μόνο στην Εθνική Τράπεζα ασκούσε το κράτος ένα είδος έμμεσου ελέγχου, μάλλον χαλαρού. Δεν υπήρχε ειδικό νομοθετικό πλαίσιο που να διέπει τις τραπεζικές εργασίες, παρ’ όλο που είχε αρχίσει κάποια προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή με το νομοθετικό διάταγμα της 17ης Ιουλίου 1923.

Η τραπεζική δραστηριότητα υπαγόταν στις ρυθμίσεις της γενικής νομοθεσίας, μέχρις ότου από το 1931 άρχισε να διαμορφώνεται με σειρά νομοθετημάτων ειδικό καθεστώς.

Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είχε με το εξωτερικό διττή επαφή. Τραπεζική δραστηριότητα ασκούσαν στην Ελλάδα παράλληλα με τις ελληνικές τράπεζες και ξένα πιστωτικά ιδρύματα, που είχαν εγκατασταθεί στην Αθήνα, τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη.

Αλλά και αντίστροφα, λειτουργούσαν στο εξωτερικό υποκαταστήματα ελληνικών τραπεζών ή και αυτοτελή ιδρύματα, όπως των Τραπεζών Αθηνών, Ανατολής, Εθνικής και Εμπορικής, κυρίως στην Αγγλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αίγυπτο, την Κύπρο και την Τουρκία. Έτσι το τραπεζικό σύστημα ήταν κατά κάποιον τρόπο ένα είδος συνδετικού κρίκου ανάμεσα στην ελληνική οικονομία και τις ξένες καταναλωτικές αγορές και το ξένο κεφάλαιο.

Τέλος, από το 1918 είχε αρχίσει να εκδηλώνεται και η τάση να εισδύσουν οι τράπεζες στο χώρο της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Εκείνο το χρόνο η Εθνική και η Αθηνών δημιούργησαν τις πρώτες επιχειρήσεις που κατευθύνονταν από τράπεζες. Ακολούθησαν παρόμοιες πρωτοβουλίες και από άλλα πιστωτικά ιδρύματα.

Το μειονέκτημα όμως ότι έλειπαν νομοθετικές ρυθμίσεις που να διασφαλίζουν το κοινωνικό συμφέρον, συνεπαγόταν κινδύνους και σ’ αυτόν τον τομέα όπου το τραπεζικό σύστημα μπορούσε να υποβοηθήσει την παραγωγική δραστηριότητα.

 

 

Πηγή: «Τα πρώτα πενήντα χρόνια της Τράπεζας 1928-1978»

     

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Α. Τράπεζα της Ελλάδος (1928) του Μανόλη Σκαρσούλη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ