«Εν τινι γωνία εμπορικού καταστήματος κειμένου εν τη πλατεία του Δημοπρατηρίου, μικρά ετίθετο τράπεζα εξ απλού ξύλου και με δυο ερμάρια, παρ΄ αυτήν δε ανήρ ευτραφής εκάθητο επί έδρας τριζούσης υπό το βάρος του σώματός του εις την ελαχίστην αυτού κίνησιν. Και εν τω μεν των ερμαρίων ήσαν διευθερημέναι κατά τάξιν δεσμίδες προεξοφλημένων εμπορικών γραμματίων, επικεφαλής φερόντων την χρονολογίαν της λήξεως, εν τω δε στήλαι χρυσών νομισμάτων, άτινα κατ΄ εκείνην την εποχήν εκυκλοφόρουν εν ταις αγοραίς της Ελλάδος. Η πενιχρά αύτη Τράπεζα εγένετο ο σπόρος εξ ου εφύη και εις υψίκορμον ανεπτύχθη δρύν η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ής το μεγαλοπρεπές μέγαρον υψούται σήμερον εν τη Πλατεία Λουδοβίκου, ο δε παρ’ αυτήν καθήμενος προεξοφλητής ήτο ο δραστήριος και ρέκτης Γεώργιος Σταύρου, ο πρώτος της Εθνικής Τραπέζης διοικητής».
Αυτά συνέβαιναν το 1836
Από την ημέρα εκείνη, η ελληνική οικονομία πήρε άλλη κατεύθυνση. Άρχισε να αποκτά κεφάλαια, να εκχρηματίζεται, να αναπτύσσεται. Η τοκογλυφία που ρουφούσε το αίμα των δουλευτάδων, εκτοπίσθηκε. Γιατί αντί του τόκου 40-100% με τον οποίο δάνειζαν οι «παραλήδες» της εποχής (κυρίως οι τσιφλικάδες), η Τράπεζα χορηγούσε δάνεια προς 8-12%.
Επί γενεές, υπήρξε ο κύριος αγωγός της ελληνικής αναπτύξεως. Εδέσποζε σε κάθε τομέα της οικονομικής δραστηριότητας, και έβαλε τη σφραγίδα της σε όλες τις τεχνικές δημιουργίες. Την επιβράβευση του έργου της έλαβε σε διεθνή κλίμα κα από την Κοινωνία των Εθνών (την προκάτοχο του ΟΗΕ), την 6η Ιουνίου 1927.
Η «ντε φάκτο» κυβέρνηση
Αλλά αυτό το μεγαθήριο, καθώς ανδρώθηκε πολύ γοργά, ήταν επόμενο να δεσπόζει και σε κάθε εκδήλωση της ζωής, όχι μόνο της οικονομίας. Οι διοικηταί της ήσαν από τις ύψιστες προσωπικότητες του τόπου. Και ουσιαστικά οι ισχυρότεροι άνθρωποι της εποχής. Ποιος τολμούσε να τους αντιστρατευθεί; Αυτοί διέθεταν το χρήμα, αυτοί δάνειζαν στις επιχειρήσεις, στα άτομα, στις κυβερνήσεις. Αυτοί ήσαν οι υπερ-πρωθυπουργοί και υπερ-υπουργοί.
Το διοικητικό συμβούλιο της Τραπέζης ήταν η «ντε –φάκτο» κυβέρνηση και στις μεγάλες κατευθύνσεις η «ντε γιούρε» κυβέρνηση, που είχε την αυταπάτη – όπως και ο λαός – πως διοικούσε την χώρα, «έπαιρνε γραμμή» από το γραφείο του διοικητού του ιδρύματος, το εγκατεστημένο στο κεντρικό κατάστημά του, στην Πλατεία Λουδοβίκου, σήμερα Πλατεία Κοτζιά.
Μακριά όμως από μας ο ψόγος. Έχουν λεχθεί, γραφεί, καταμαρτυρηθεί κατά της Τραπέζης, πλείστα όσα «αποκαλυπτικά», «συνταρακτικά», κ.λπ. που της απέδιδαν καταχθόνιο ρόλο. Όσοι τα λένε ή τα παραδέχονται, ξεχνούν ότι η Εθνική Τράπεζα ήταν η κυρία πηγή δυνάμεως του ελληνικού κεφαλαίου. Ότι όποιος έχει την οικονομική δύναμη, αυτομάτως, θέλει δεν θέλει, σε οποιοδήποτε πλάτος και μήκος της Γης, αποκτά και πολιτική δύναμη. Και οπωσδήποτε, η υδροκεφαλική συμπύκνωση του χρήματος σ’ εκείνη την Τράπεζα επί τόσες δεκαετίες, της προσέδιδε δυναμισμό και επιβολή, άγνωστη σε άλλες χώρες, όπου το τραπεζιτικό κεφάλαιο δεν έχει τόση μονοπωλιακή συγκέντρωση.
Εξάλλου, για να κρίνουμε συνθετικά αυτό το μεγαθηριακό ίδρυμα, πρέπει να εξετάσουμε και τον δημιουργικό του ρόλο, ο οποίος αναμφισβήτητα υπήρξε προοδευτικός, αναπτυξιακός, αναντικατάστατος, από την πρώτη στιγμή της γεννήσεώς της. «Το πρωϊ χθες ήρχισεν η Εθνική Τράπεζα τας εργασίας της –έγραφε η τότε εφημερίς «Φιλόπατρις Έλλην, την ημέρα που η Τράπεζα άνοιγε –και την μεσημβρίαν ο τόκος κατέβη από 18-36% εις 12% μόνον».
Σύγκρουση γιγάντων
Οπωσδήποτε όμως, αυτός ο κολοσσός μοιραία θα ερχόταν κάποτε σε σύγκρουση με έναν άλλο κολοσσό: Το κράτος. Ήταν ένας καχεκτικός φορέας τον 19ο αιώνα το κράτος. Σιγά-σιγά όμως ανδρωνόταν, γιγαντωνόταν, αποκτούσε ρυθμιστικές αρμοδιότητες, επεξέτεινε τον έλεγχό του παντού. Η σύγχρονη ανάπτυξη της κοινωνίας και της οικονομίας με τα τερατώδη της προβλήματα καθιστά αναγκαίο τον κρατικό παρεμβατισμό. Και η ίδια η αστική τάξη πέφτει λιπόθυμη στην αγκαλιά του κράτους, ζητώντας την προστασία του. Τι θα γινόταν όμως στην Ελλάδα, όπου η αναπτυσσόμενη κρατική δύναμη της Εθνικής Τραπέζης; Η συνύπαρξη ήταν αδύνατη. Ή η Τράπεζα θα δάμαζε τον νεαρό γίγαντα, ή ο γίγας θα δάμαζε την Τράπεζα. Δυο γάτες κλεισμένες στο ίδιο τσουβάλι…
Η σύγκρουση άρχισε από τις απαρχές του 20ου αιώνος. Και πήρε σημαντικές διαστάσεις. Στην αρχή η Τράπεζα νικούσε εύκολα στα «σημεία». Άλλωστε, καθώς η ανάπτυξη προχωρούσε, καθώς οι κυβερνήσεις είχαν ανάγκη ολοένα από περισσότερα χρήματα, η κύρια πηγή τους, η Τράπεζα, είχε γίνει ο «Ταμίας του κράτους». Τα συνεχή, ογκούμενα δάνειά της ήταν ο αιμοδότης του κρατικού οργανισμού. Και φυσικά, μαζί με τα δάνεια, ερχόταν και το πατρονάρισμα, η κηδεμονία, ο έλεγχος. Ώσπου ήρθε στην εξουσία ο άνθρωπος, που έβαλε την βαρειά προσωπική του σφραγίδα στην Ελλάδα: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Τότε, όλοι ένοιωθαν πως η σύγκρουση οπωσδήποτε θα ξεσπούσε.
Ο Πρωθυπουργός και ο διοικητής
Ο Βενιζέλος δεν θα ανεχόταν να είναι ο «ντε-γιούρε» πρωθυπουργός, μια μαριονέτα του «ντε φάκτο»πρωθυπουργού που θα έδρευε στο μέγαρο της πλατείας Λουδοβίκου. Η τεράστια επιτυχία του στα πρώτα χρόνια κυβερνήσεώς του, που την επέστρεφαν οι νίκες στους Βαλκανικούς πολέμους, η εκθαμβωτική αίγλη του, του πρόσδιδαν οντότητα και ισχύ, που του επέτρεπε να έχει πυγμή και αυτοτέλεια. Το αντιλαμβανόταν άριστα αυτό ο τότε διοικητής της Εθνικής Τραπέζης Στ. Βαλαωρίτης (1911-1914), ο οποίος απέφευγε συστηματικά κάθε σύγκρουση μαζί του. Δεν παρουσίαζε στόχο στον επίφοβο αντίπαλο.
Τον Μάρτιο όμως του 1914, ο Βαλαωρίτης, πνίγηκε σε θαλάσσιο δυστύχημα. Το κότερό του συγκρούστηκε στον προλιμένα του Πειραιώς με το καραβάκι «Ποσειδών»που έκανε συγκοινωνία με την Κούλουρη και ο διοικητής έπεσε στη θάλασσα, όπου αν και δεινός κολυμβητής έπαθε εγκεφαλική συμφόρηση από το κρύο νερό.
Τον διαδέχτηκε ο υποδιοικητής Ιωάννης Ευταξίας, άνθρωπος με ισχυρή προσωπικότητα και άτεγκτος.
Ο Ευταξίας, υπεράνω όλων έθετε τα συμφέροντα της Τραπέζης. Και, όπως ήταν αυταρχικού χαρακτήρος, δεν είχε την πολιτικότητα του προκατόχου του. Δεν θα ανεχόταν την κηδεμονία της κυβερνήσεως. Δεν τον τρόμαζε η πελώρια προσωπικότης του Ελευθερίου Βενιζέλου, Η σύγκρουση των δυο «σκληρών» ήταν αναπόφευκτη. Ποιος θα υπερίσχυε;
Η μάχη
Και η σύγκρουση δεν άργησε να ξεσπάσει. Τον Ιούνιο του 1914, η κυβέρνηση αποφάσισε να αγοράσει επειγόντως, δυο αμερικανικά θωρηκτά, τα «Κιλκίς»και «Λήμνος», εν όψει του παγκοσμίου πολέμου. Μη έχοντας διαθέσιμο χρήμα, ζήτησε από την Εθνική Τράπεζα –όπως έκανε συνήθως-να στείλει αμέσως 65 εκατομμύρια δραχμές σε χρυσό στην Αμερική. Ο διοικητής της Εθνικής Τραπέζης Ευταξίας ανέβηκε στο πρωθυπουργικό γραφείο και είπε στον Βενιζέλο:
- Κύριε Πρόεδρε, τα χρήματα θα σταλούν εντός της σήμερον, αλλά υπό έναν όρο: Εις αντάλλαγμα θα παραχωρήσετε την επέκτασιν των προνομίων της Τραπέζης εις τας Νέας Χώρας (Μακεδονία, Ήπειρο,. Νήσους).
Ο Βενιζέλος τινάχθηκε επάνω:
- Τι είναι αυτά, κύριε διοικητά! Ασκείτε παζάρεμα και εκβιασμόν, επί ενός ζωτικού εθνικού ζητήματος, αφορώντας την άμυνά μας; Να λείπει η βοήθειά σας!
Πραγματικά κατέφυγε στην γαλλική και αγγλική κυβέρνηση, οι οποίες δέχθηκαν να χορηγήσουν τις πιστώσεις υπό ορισμένους όρους βέβαια, αλλά πάντως έτσι το ελληνικό κράτος, διατήρησε την αξιοπρέπειά του έναντι της Τραπέζης.
Η ρήξη εκείνη δεν συνέτισε τον Ευταξία. Και σε λίγο ήρθε σε νέα σύγκρουση με τον πρωθυπουργό, αρνούμενος να δεχθεί έλεγχο της κυβερνήσεως, σ΄ έναν μεγάλο έρανο που διεξήγαγε η Τράπεζα για την αγορά «ναυαρχίδος». Τώρα πια η διάσταση υπήρξε οριστική. Ο Βενιζέλος, διέκοψε κάθε επαφή με τον διοικητή της Εθνικής και ετοίμασε την αντεπίθεσή του. Σε φίλους του έλεγε:
- Σπανίως εις τον βίον μου ευρέθην εις στιγμάς αγανακτήσεως. Ζωηροτέρας, φοβούμαι δε ότι εκ της πολλής οργής υπήρξα και σκαιός…
Τις ίδιες ώρες ο Ευταξίας έλεγε σε δικούς του φίλους…
- Τι θα μας κάνει; Τίποτα δεν μπορεί να μας κάνει. Η Τράπεζα είναι φρούριο…
Ο πανίσχυρος
Γρήγορα αντελήφθη ότι έπεφτε έξω. Ο Βενιζέλος του παρήγγειλε να παραιτηθεί. Εκείνος αρνήθηκε. εκδηλώνοντας ένα αποτροπιασμό του «δια ταύτην ανίερον επέμβασιν της Πολιτείας, ήτις έρχεται τελείως παρανόμως» . Την επομένην όμως ο Πρωθυπουργός έφερε στη Βουλή το νομοσχέδιο, που έδινε στην κυβέρνηση το δικαίωμα να παύει το διοικητή της Εθνικής Τραπέζης ή επί το κυριώτερον να ανακαλεί δια Βασιλικού Διατάγματος την εντολήν της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της Εθνικής Τραπέζης προς τον διοικητήν.
Τραντάχθηκε η αίθουσα της Βουλής από την απίθανη εκείνη πράξη του Βενιζέλου που εκείνος δεν επιχείρησε να συγκαλείψει.
- Το νομοσχέδιον επιδιώκει να εισαγάγει την επιθυμίαν του Κράτους εις την ανάδειξιν των Διοικητών της Εθνικής Τραπέζης.
- Να ορίζονται οι διοικηταί του πανίσχυρου ιδρύματος από την Κυβέρνηση. Να τεθεί δηλαδή υπό τον απόλυτο έλεγχον του κράτους ο γίγας που αποτελούσε κράτος εν Κράτει.
Όλα φαινόντουσαν τερατώδη. Και η αντιπολίτευση εξαπέλλε θυελώδη επίθεση μέσα και έξω από την Βουλή η οποία θα ανέτρεπε οιονδήποτε πρωθυπουργό προς θρίαμβον του Ευταξία.
Αλλά ο Βενιζέλος ήταν ο Βενιζέλος. Τελικά η Βουλή δαμάστηκε, ο νόμος ψηφίστηκε, ο Ευταξίας διώχτηκε από την θέση του διορίστηκε ο Αλέξανδρος Ζαϊμης. Και το κράτος νίκης θριαμβευτικά. Δάμασε όμως οριστικά τον γίγαντα.
Όχι. Γιατί όταν το 1920 ο Βενιζέλος έπεσε και ήρθε στην εξουσία ο αντιβενιζελικός ο Ευταξίας αποκαταστάθηκε πανηγυρικά και η Τράπεζα ανέκτησε την αυτοτέλειά της. Είχαν όμως τη φρόνηση οι κατοπινοί διοικηταί της να αποδεχθούν την συνύπαρξη. Απέφυγαν συστηματικά κάθε αντιδικία, κάθε προστριβή. Και τα πράγματα πήγαιναν καλά, παρά το κατά καιρούς ψαλίδισμα των δικαιοδοσιών της Τραπέζης. Το κράτος απέσπασε ορισμένες επαρχίες από την αυτοκρατορία της. Το εκδοτικό προνόμιο (ίδρυση της Τραπέζης της Ελλάδος), την αγροτική πίστη (ίδρυση της Αγροτικής Τραπέζης) κ.λπ. Αλλά εξακολουθούσε αυτή να αναπτύσσει τις εργασίες της και να μεγεθύνετε ακατάπαυστα εν ειρήνη και αρμονία.
Ο Παπάγος
Και ήρθε το 1953…
Τότε, εντελώς απροσδόκητα ένας άλλος ισχυρός, κυβερνήτης ορθώθηκε εναντίον της. Ο Αλέξανδρος Παπάγος. Για λόγους που δεν εξιχνιάστηκαν ακόμη, θέλησε να την υποτάξει τελείως. Και δεν θα ηρκείτο με το να διορίζει, τον διοικητή τους. Μια κι έξω θα την εξαφάνιζε. Και για να κατανικήσει πιο εύκολα τις αντιδράσεις της, θα έριχνε εναντίον της μιαν άλλη ανταγωνιστική Τράπεζα: Την Τράπεζα Αθηνών. Πάσσαλος πασσάλω εκκρούεται…
Το βράδυ της 7 Ιανουαρίου 1953, έκπληκτο το ελληνικό κοινό επληροφορείτο από το ραδιόφωνο:
- Η κυβέρνησις αποφάσισε την συγχώνευσιν των Τραπεζών Εθνικής και Αθηνών υποδεικνύουσα ως διοικητήν της νέας ενιαίας Τραπέζης, τον διοικητήν της Τραπέζης Αθηνών Κωστήν Ηλιάσκον…» .
Ο τότε υπουργός Συντονισμού Σπύρος Μαρκεζίνης κίνησε όλη την διαδικασία της συγχωνεύσεως. Και μέσα σε μια νύχτα, ο γίγας εκείνος έπεσε σαν γκρεμισμένη δρυς. Η νέα Τράπεζα ονομαζόταν «Εθνική Τράπεζα Ελλάδος και Αθηνών» και η δημιουργία της αποτελούσε ένα από τα σοβαρότερα επεισόδια της τελευταίας διετίας.
Η μάχη των υπαλλήλων
Η αντίδραση υπήρξε ασήμαντη. Το Διοικητικό και το Γενικό Συμβούλιο τα είχαν χαμένα.
Ήταν κάτι απίστευτο. Και η κυβέρνηση εθέσπιζε την 18ην Φεβρουαρίου 1953 τον νόμο 2292 με τον οποίο αποκτούσε το δικαίωμα ΄’όχι απλώς να διορίζει ουσιαστικώς τους διοικητάς των Τραπεζών, αλλά και να τις συγχωνεύει κατά το κέφι της. Έτσι φαγώθηκε αστραπιαία ο τρομερός κολοσσός. Το ακαταμάχητο κράτος της εποχής μας εξεδήλωνε την παντοδυναμία του.
Εκείνο όμως που δεν έγινε εκ των άνω – αντίδραση στο κυβερνητικό μέτρο- έγινε εκ των κάτω. Οι 6000 υπάλληλοι της Τραπέζης ανέλαβαν τη μάχη. Κλείδωσαν το γραφείο τους έβαλαν τα κλειδιά στην τσέπη τους, και σκόρπισαν, χάθηκαν. Απεργία διαρκείας. Η Τράπεζα νεκρώθηκε.
Άδικα η κυβέρνηση έκανε εκκλήσεις να ξαναγυρίσουν. Είχαν γίνει καπνός Άδικα κινητοποιήθηκε η αστυνομία να τους βρει, για να τους εξαναγκάσει να έρθουν τουλάχιστον ν’ ανοίξουν το γραφείο τους. τότε επενέβη ο νέος διοικητής Ηλιάσκος. Θα την έβαζε μπροστά την Τράπεζα με τους δικούς του υπαλλήλους, της Τραπέζης Αθηνών. Και σφύριξε ο Ηλιάσκος. Και προσήλθαν οι υπάλληλοί του. Και τους οργάνωσε κατά συνεργεία. Και τους εξαπέστειλε να ανοίξουν το γραφείο της Εθνικής να εγκατασταθούν και να βάλουν μπρος.
Η διάρρηξη των χρηματοκιβωτίων
Έτσι εκείνοι, πράγματι, έσπασαν τις κλειδαριές. Αλλά πώς να ανοίξουν τα χρηματοφυλάκια και τα χρηματοκιβώτια; Αναγκάστηκαν να κινηθούν αστυνομία, πυροσβεστική υπηρεσία, κλειθροποιοί. του κάκου όμως. Η Εθνική Τράπεζα είχε μεταβάλει σε φρούριο τα υπόγειά της που άντεχαν σε όλες τις εφόδους.
Ώσπου ο ίδιος ο πρωθυπουργός στρατάρχης Παπάγος ανήγγειλε ότι επιστρατεύει τους απεργούς τραπεζικούς της Εθνικής.
- Θα στείλω στο στρατοδικείο όποιους δεν επανέλθουν ως αύριο το πρωϊ στα γραφεία τους.
Και επειδή ο στρατάρχης δεν χωράτευε, αναγκάστηκαν εκείνοι να συμμορφωθούν. Το κράτος γι’ άλλη μια φορά είχε νικήσει.
Η συγχωνευμένη Τράπεζα λειτούργησε έτσι τρία χρόνια. Στους κόλπους της βέβαια υπήρχε ισχυρότατος ανταγωνισμός μεταξύ των δύο επιμέρους μερών: της Εθνικής και της Αθηνών. Οσο ζούσε ο Παπάγος τα πάντα διετηρούντο εις σιδηράν υποταγή. Άμα όμως εκείνος εξέλιπε – το 1955- δημιουργήθηκαν νέες συνθήκες. Και την 24η Φεβρουαρίου 1958, ανετράπη το καθεστώς της Τραπέζης. Δεν διεσπάσθη πάλι στο εξ ών συνετέθη. Απλώς, η μερίδα; της Εθνικής κατέφαγε τη μερίδα της Αθηνών. Η τελευταία πέθανε. Η πρώτη έγινε πάλι η παλιά Εθνική και ο τίτλος του ιδρύματος ξανάγινε όπως πριν: «Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος» .
Έτσι έληξε η δεινή εκείνη περιπέτεια της Τραπέζης, που κληρονόμησε και όλο το ενεργητικό της Τραπέζης Αθηνών, περιλαμβανομένου του ωραιοτάτου, μεγαλοπρεπούς κτιρίου της οδού Σταδίου. Η Εθνική τράπεζα συνέχισε την πορεία της για να γίνει ο σημερινός κολοσσός των 3,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Άλλοτε, ο εκάστοτε διοικητής της Εθνικής Τραπέζης διόριζε τον πρωθυπουργό. Σήμερα ο εκάστοτε πρωθυπουργός διορίζει τον διοικητή της Εθνικής Τραπέζης.
Το μεγαθήριο έχει δαμασθεί.
Πηγή: «ΕΠΙΚΑΙΡΑ» 01/12/1972,
τεύχος 226
