ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Στση ΚΙΤΡΕΣ το ΜΥΛΟ του Μαρίνου Γαλανάκη

0

Περασμένα χρόνια ο κόσμος ήταν αλλιώς.

Είχε πιο μεγάλη ευλάβεια προς το Θεό και τιμούσε πιο πολύ το πρόσωπο τηςΠαναγίας Μητέρας του Κυρίου Ιησού.

Στην αγροτική περιφέρεια της Λούτρας, ανάμεσα στον «Καρβουνόλακκο» και στου «Κόκκινου»,  στη θέση «Κιτρές  το Μύλο» (στση), βρίσκεται μέσα στα λιόφυτα το ξωκλήσι, που τιμάται στ’ όνομα της Παναγίας της Σεπτεμβριανής  (Γέννηση της Θεοτόκου, 9 Σεπτέμβρη).

Σύβιο το Χωριό, κι όχι μόνο, αλλά και τα «Παγκαλο-Χαμαλευρ’-Άστερα», τα επιλεγόμενα και «Βαλκάνια», λόγω του μικρού τους μεγέθους και της πολύ μικρής απόστασης που χωρίζει το ‘ν’ από τ’ άλλα  δυο χωριά, μετείχαν στον πανηγυρισμό της Γέννησης της Μεγαλόχαρης.

Τότε, μέσα  στη δεκαετία του 1950, ήταν εφημέριος της ενορίας Λούτρας οΑρσανιώτης ιερομόναχος μακαριστός Αθανάσιος Τσουπάκης. Γαλλιανός στην καταγωγή. Πολύ αγαπητός σ’ ολόκληρο το «Κατωμέρι». Ιεροπρεπής. Αφοσιωμένος στο Θεό και στο λειτούργημα που ασκούσε. Τελούσε τη Θεία Λειτουργία κατανυχτικά. Και μετά το τέλος της ιεροπραξίας μετείχε στις σεμνές εκδηλώσεις των «αγιομνησάρων».

 

Απολείτουργα συγγενείς και φίλοι σχημάτιζαν μικρές παρέες. Βολευόταν κάτω από τον ίσκιο των λιόδεντρων. Άπλωναν καταγής τις πετσέτες τους κι απέθεταν  σ’ αυτές τα καλολοείδια, που κάθε νοικοκυρά είχε προετοιμάσει για τo πανηγύρι κείνου του καιρού.

Ένας – δυο ευκαιριακοί καφετζήδες έστηναν τις παραμονές μια – δυο καλύβες κοντά στις ρίζες των λιόδεντρων του λιόφυτου, όπου και το ξωκλήσι, και μετέφεραν σ’ αυτές και προσέφεραν στους αγιομνησάρους  αναψυχτικά, ρακόκρασα και μια δυο κούτες με «ραχάτ λουκούμια» για τα …κοπέλια και τσοι κοπελιές, που ήταν ακόμη τότε ντροπής πράμα να βάλουν στο στόμα τους ρακόκρασα ομπρός των αθρώπω...

 

1

 

Ο πατέρας Αθανάσιος ευλογούσε την «βρώσιν και την πόσιν των δούλων τουΘεού» και το φαγοπότι αρχινούσε «εις δόξαν Χριστού».

Και…

 

-  Καλώς εσμίξαμε!

- Καλές σμίξες να ‘χομε κ επά κι όπου κι αν λάχομε!

- Πάντα γεια! Πάντα χαρά! Πάντα νά ‘μαστε καλά!

Κι  ό,τι βρώσει, κι όσοι βρώσει… Γιατί «όντε σούσαν την αχλάδα, όσοι τύχασιν εφάγα»!...

Σε λίγο οι  «πεντοκαδούσες» με τα κρασόρακα, ξεκινούσαν  να περιφέρονται  από παρέα σε παρέα. Και…

- Βάλε του μια σκουφιδάτη!

- Φέρε δυο καλιτσούνια!

- Πιες μια κι από μένα.

- Πιάσε τούτη τη βραστή γιτσικιά κουτάλα!

- Εβίβα μπάρμπα!

- Εβίβα πάντα!

- Σκουτελοβαρύχνω σου!

- Κ εγώ αντιστένομαί σου!

Οι «πεντοκαδούσες» άδειαζαν κ έπαιρνε σειρά το «τεζιάκι».

Αφήσετε δα που, οι θεριακλήδες δεν έμπαιναν ούτε στην Εκκλησιά, αφού πρώτα δεν περνούσαν από το τεζιάκι να …μεταλάβουν…

Ούτε ώρα δεν περνούσε κι όλοι τους ήταν βγαλμένοι στο κέφι.

Ο Γιάννης ο Τζιμπραγός, ονομαστός λυρατζής κ ερασιτέχνης κατασκευαστής κρητικών λυρών της Λούτρας, που δεν έλειπε από γλέντι και ξεφάντωμα, δε χρειαζόταν παρακάλια για ν’ αρχίσει τις κοντυλιές του. Από νωρίς έπιανε δουλειά σαν τον καλό ζευγά.

Κι ο χορός και το τραγούδι  καλά κρατούσαν ίσαμε το πρόσαργο.

2

Επικουρικός βιολιστής, επιδέξιος παίχτης του μαντολίνου και καλός μαντιναδολόγος ο Καλλεργογιώργης - (Γεώργιος Νικ. Καλλέργης, υποδηματοποιός, όπως έγραφε κ η επιγραφή του καταστήματός του στην Αρκαδίου, 102, τουΡεθέμνους.)- δεν έλειπε από τη μάζωξη. Έδιδε ξεχωριστό τόνο με τις πενιές του κι ανέβαζε στο «τσακίρ» κέφι τους πανηγυριώτες με τις μαντινάδες του.

Εεε, αραιά και που δεν έλειπαν και τα ευτράπελα, που έδιδαν ξεχωριστό χρώμα και σημάδευαν κατά κάποιο τρόπο στη μνήμη των προσκυνητών τον εορτασμό της χρονιάς του συμβάντος.

«Θυμάστε, μωρέ, «ο πιργιόπερσις», ίντα ‘καμεν ο Βασίλακας του Γιώργη τση Μαμής;…

 Αφουγκραστείτε να μάθετε και νά ‘χετε να δ(ι)ηγάστε:

Μεθυσμένος ήτονε και περλεκούτιζε ν’ αποσώσει στην Εκκλησά, την ώρα  που πόριζεν απού  τη λουτουργιά ο κόσμος.

Επόριζε και το Γιωργιό τση Μαμής και βάστανε τη βούργια στη χέρα του να πάει με τσ’ άλλους. Ο Βασίλακας απού το μεθύσι του το κουτούλησε! Και δεν έφτανεν η στραβομάρα του, μονό γυρίζει και του λέει στα προσφυγγίστικα:

- Ποτάνας γιε!

Ο Γιώργης τση Μαμής κεραυνοβολήθηκε!

- Εμένα το ‘πες, Βασίλη;!

- Ναίσκε, μωρ’ σύ κρητικιλέρ!

Ως κι αν ήτονε φιλήσυχος και ψύχραιμος  άντρας ο Γιώργης, δεν άντεξε την προσβολή στ’ όνομα τση Μάνας του. Αυτηνής τση μιας και δαχτυλοδειχτούμενης. Πολλά χρήσιμης, εξυπηρετικής, μοναδικής και ξακουστής μαμής σ’ ούλο τοΚατωμέρι για την προσφορά, την τιμιότη και την αξιοσύνη της.

Απόλαρε το λοιπός τη βούρια και μόνταρε του Κουλοβασίλη. Με μιας κυλιστήκανε κ οι δυο στην καλλουργιά! Κουβαριάστηκαν και βολοκοπούσαν, ως την ώρα που οΒασίλακας καθήλωσε το Γιώργη ανάσκελα στο χώμα. Τον είχεν αρπαγμένο με την κουλή του απού το ποκάμισο και του φώνιαζε:

- Ναίσκε, μωρ΄ σύ κρητικιλέρ!!

Οι γυροχωριανοί, απού μοντάρανε  να τους ξεχωρίσουνε, δεν ήτανε μπορετό ν’ αποσπάσουνε το Βασίλακ’ απού το Γιώργη! Και τούτο, γιατί η κουλή του Βασίλη, σαν εσφάλιζε τα δαχτύλια τζη, δεν άνοιγεν ύστερα! Ο μηχανισμός τση ήτονε χαλασμένος ποιος κατέ(χ)ει από ίντα αιτία. Για ν’ ανοίξει, έπρεπε να πιάνεις ένα-ένα το κάθε δαχτύλι, να το σέρνεις και να το τεντώνεις. Αλλιώς, κι αν ήθελε να την ανοίξει κι  ο ίδιος ο Βασίλακας, δεν το μπόριενε!

Ο μηχανισμός, το λοιπός, τση κουλής του Βασίλακα ήτονε χαλασμένος!

Σέρνανε, το λοιπός, το Βασίλακ’ από πάνω του Γιώργη. Αλλά  ‘κλούθιε κι ο Γιώργηςμαζί! Ως το ύστερο  πού,  απού το τραφαπάλιο, το ζόρισμα και το βάρος τουΓιώργη,  σκίστηκε το ποκάμισό του  κι απόμεινε το κομμάτι  στη φούχτα τση κουλής του Βασίλακα!

Κι όσο οι ξεχωριστάδες προσπαθούσανε κι αγωνίζουντονε να τσοι ξεχωρίσουνε και να τσ’ ησυχάσουνε, τόσο κι ο Κουλοβασίλης συνέχιζενε  να φωνιάζει:

- Ναίσκε, μωρ’ συ κρητικιλέρ!…

Ύστερ’ απού το πολύ τραφαπάλιο, ο Βασίλης ξετσιλακώθηκεν ολότελα! Το σπίρτο του πιοτού, πού τού ‘δωκε τη δύναμη να παλέψει πρωτύτερα, τόνε διάλυσεν υστερότερα και δεν  εμπόριε να σταλάρει στα πόδια του. Τονε φορτώσανε, το λοιπός, μεσογόμαρα σ’ ένα γάϊδαρο και τονε μεταφέρανε  φορτωμένο στο χωριό, σα νά ‘τονε τσουβάλι»…

Ανάλογα περιστατικά σημειωνόταν σπάνια. Οι γυροχωριανοί δεν ήταν καυγατζήδες. Τους χαραχτήριζε πάντοτε η εργατικότητα,  η σεμνότητα, η συντροφικότητα, η αλληλοβοήθεια, το ήθος κι ο Κρητικός καθωσπρεπισμός στο φέρεστέ τους. Γι’ αυτό και κάθε παρέκκλιση κι απόκλιση από τα ήθη αυτά, χάρασσε  σημάδι στο μνημονικό κ οι παλιοί είχαν να διηγούνται περιστατικά για το φρονηματισμό των νέων.

Ό,τι το παράξενο, το ασυνήθιστο, άφηνε και κάποιο καλό ή κακό αποτύπωμα στη μνήμη. Δεν ήταν σπάνιες οι φορές, που ο ήρωας του περιστατικού βαφτιζόταν  από τους χωριανούς κ έπαιρνε παρατσούκλι, με ονομασία προέλευσης το κατόρθωμά του, όπως συμβαίνει ν’ αποδίδεται και στα προϊόντ’ από τον τόπο της παραγωγής τους.  Κι αυτό το παρατσούκλι του  απόμενε και τον συνόδευε  σα δεύτερο επώνυμο στο υπόλοιπο της ζωής του. Επεχτεινόταν σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και στους απογόνους του. Και δε λείπουν  περιπτώσεις που, το παρανόμι κάποιου έχει  αντικαταστήσει το επώνυμο, που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του .

Λούτρα. Δυτική άποψη από την Αγιά Μαρίνα. 2010

Ο δε Βασίλης Κυριακίδης ήταν Μικρασιάτης Πρόσφυγας. Είχε ζήσει κ είχε περάσει από φωτιά και σίδερο, ώσπου η …μοίρα, -Ελευθέριος Βενιζέλος με τ’ όνομα-,  τον έφερε στη Λούτρα με την οικογένειά του. Την «Πανα(γι)ώτα» του, το «Γιουρντάν», το «Χριστάκ» και «τα Φωφώ» του. Καλά, γνωστικά, τίμια  κ εργατικά τα παιδιά του.

Στη «Χήρη», ανάμεσα Πηγής και Λούτρας, όπου τώρα στέκει ο οικισμός αλλοδαπών(;), η γης αποτελούσε ανταλλάξιμο χτήμα, που δόθηκε κλήρος στην οικογένεια Κυριακίδη, κι από τότε (1924) πήρε το ξωχώραφο κι ακουγόταν με την ονομασία «του Βασίλακα ο Κάμπος».

Τη μισή από αυτή την έχταση φύτεψαν η οικογένεια Κυριακίδη σουλτανί αμπέλι και στην άλλη μισή καλλιεργούσαν  άνυδρα κηπευτικά σε αμειψισπορά σιτηρών. Μουλκέικο πεπόνι, μπάμιες ή και ρεβύθια…

Έλα όμως που ο Βασίλης κατάντησε αλκοολικός! Κι όταν μεθούσε, ο καλοκάγαθοςΒασίλης γινόταν επικίντυνος Βασίλακας! Προκλητικός. Καβγατζής! Κι από ιστορίες; Άλλο πράμα!

Για να πάρετε ακόμη μια …γεύση, μάθετε και τις παρακάτω ιστορίες του:

- Στα 1928-1934, που Γενικός Διοικητής Κρήτης ήταν ο Νίκος Ασκούτσης, γαμπρός των Μοάτσων, διανοιγόταν και σκυροστρωνόταν αμαξιτός ο δρόμος από Πλατανέπρος Αρκάδι. Μέρος από τις προβλεπόμενες εργασίες  γινόταν με προσωπική εργασία. Αυτή υποχρεώθηκαν να προσφέρουν δωρεάν οι κάτοικοι των κοινοτήτων, από τις περιφέρειες των οποίων θα διερχόταν ο δρόμος. Ήταν αντάλλαγμα της ευεργεσίας, που θα τους απέφερε αυτό το έργο σύνδεσης των  οικισμών τους με δρόμο αμαξιτό.

Από τη «Χήρη» ως τις «Αλιάκες», δυο τοπωνύμια, που βρίσκονται στα όρια της αγροτικής περιοχής Λούτρας και τη διαχωρίζουν αντίστοιχ’ από κείνες της Πηγήςκαι της Κυριάννας, την υποχρέωση προσφοράς «εθελοντικής» εργασίας ανέλαβε η Κοινότητα Μέσης, στην οποία κι ανήκε ο οικισμός της Λούτρας, πριν, κατά και μετά τη Γερμανοκατοχή.

Αγγάρεψαν το λοιπόν και το Βασιλή. Αλλά ο Βασίλης αποτελούσε φύρα  στο εργοτάξιο. Ανάπηρος πολλών λογιών ήταν ο άνθρωπος! Τι τον ήθελαν να τον αγγαρέψουν! Ο Νόμος όμως ήταν σαφής. Όσες ημέρες για κάθε ενήλικο άτομο επέβαλε αγγαρεία, τόσες έπρεπε και να βρίσκεται στο εργοτάξιο. Πήγαινε το λοιπόν κι ο Βασίλης και τη μια προκαλούσ’ επεισόδια στο ένα συνεργείο, την άλλη στο άλλο. Κάποιοι τον πείραζαν και κάποιους πείραζε αυτός…

Ώσπου μια μέρα ήρθε στο νου κάποιου μια ιδέα φαεινή! Να μεθύσουν το Βασίλη!Και να κάμουν πλάκα στο χωριό. Το μεσημέρι, που κάθισαν  για φαγητό, προσκάλεσαν και τον αγαπητό Βασίλη να πιει μια στην υγειά τους. Κι αυτός, άλλο που δεν ήθελε. Η μια όμως φέρνει την άλλη. Κι ώσπου να σηκωθούν, ο Βασίληςείχε γίνει πίτα!

Να σημειωθεί όμως πως ο  Βασίλης  δεν ήταν μόνο καβγατζής.  Αγαπούσε και την …πλάκα. Αν δεν τον προκαλούσες εσύ, ερχόταν αυτός και σε πείραζε.

Τον «έψησαν» λοιπόν, κι αυτός άλλο που δεν ήθελε, και καλοδέχτηκε  την πρόταση να παραστήσει τον πεθαμένο. Να τον βάλουν ξαπλωτό  πάνω σε μια σκάλα. Να τον στολίσουν με αγριολούλουδα. Κ έτσι, σαν υποτιθέμενο νεκρό,  να τον μεταφέρουν στο χωριό τέσσερα παλληκάρια όταν θα σκόλαζαν από την αγγαρεία. Εξάλλου μοναχός του δεν ήταν σε θέση να πάει…

 

Το κρύο αστείο διαδόθηκε στο χωριό σαν αστραπή! Οι  προπομποί διαλάλησαν πως, ο Βασίλης σκοτώθηκε από έκρηξη δυναμίτη, που έβαλαν για να διαρρήξουν βραχισμό, που συνάντησαν κατά τη διάνοιξη του δρόμου…

Οι χωριανοί, όσοι από αυτούς κατάπιαν τη φόλα, - το «γυναίκειο» κυρίως-  βγήκαν να προϋπαντήσουν το λείψανο και μάλιστα με τρόπο, που  να μην ακουστεί και το μάθουν  …κατακαημένες πια η «Παναώτα» και «τα Φωφώ», ώσπου να μεθοδέψουν τρόπο να τις ενημερώσουν εύσχημα.

Την ενημέρωση την ανέλαβε ο Αγροφύλακας, που είπε απλά την αλήθεια και καθησύχασε μάνα και κόρη. Κι αυτές υπέκυψαν στο …μοιραίο κ έμειναν ατάραχες σπίτι τους…

 

Η πομπή δεν άργησε να παρουσιαστεί στην είσοδο του χωριού.

- Ώφου καημός! Αλήθεια ‘ναι!...

- Έντονε! Φέρνουν τονε στη σκάλα!

- Κα-κο-μοί-ρης ο Βασίλης! Ίιιντα του μέεελλουντονε να πάθει!

- Ώφου, ώφου, άσκημος θάνατος!...

- Δεν ήταν, μωρέ, ο κακομοίρης και κακός άθρωπος!...

Κάθε μια έλεγε ό,τι ένοιωθε  για το Βασίλη.

Ο Βασίλης άκουγε τα σχόλια και τις εκδηλώσεις συμπόνιας, που εκφράζαν οι χωριανές προς το πρόσωπό του, κατά την ανάμεσά τους  λιτάνευση της …σορού του, ώσπου φτάσανε στη «Σαλιτζάδα»! κι άκουγε όλ’ αυτά, χωρίς να κάνει την παραμικρή κίνηση! Ούτε κ η παραμικρή σύσπαση του προσώπου του έγινε αντιληπτή, αν κ οι μύγιες φιλοδοξούσαν να σχηματίσουν …φωτοστέφανο δόξας και τιμής πάνω από το κεφάλι του! Έμενε γαλήνιος, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με τ’ αγριολούλουδα πάνω του, χωρίς να διακρίνεται ούτε το πώς ανέπνεε σ’ όλη τη διαδρομή. Από την «Καμάρα», ως τη «Σαλιτζάδα».  Άντεξε όλα τα σχόλια που άκουσε ατάραχος, ήρεμος, γαλήνιος σαν πραγματικά νεκρός!

Και να σου και τη Μπιτζικουνομανόλενα! Σύζυγο Εμμανουήλ Βιζικουνάκη. Κατά κόσμο «Ντολμάδενα»! Μεγάααλη γλώσσα, ο Θεός να της συγχωρέσει!

Αναβαστούσε τις φουστάνες της και κατέβαινε προς τη «Σαλιτζάδα» μην τύχει και χάσει το θέαμα! Και, όταν αντίκρισε το …λείψανο, δεν άντεξε να μην κατευοδώσει με ικανοποίηση το …νεκρό άσπονδο φίλο της, γιατί κι ο …μακαρίτης δεν άφηνε να χάσει ευκαιρία και να μην της απονείμει το δοξαστικό, που θεωρούσε ότι της έβγαινε! Γι’ αυτό, μόλις κοντοσίμωσε στο …λείψανο, είπε φωναχτά:

- Εσκοτώθηκε;! Δόξα Σοι ο Θεός! Εξεβρώμεσε το χωριό!

Με το καλογλωσσίδι αυτό πίστεψε πως αποχαιρετούσε τον …αδικοσκοτωμένο άσπονδο φίλο της η Μπιτζικουνομανόλενα!

Εεε, αυτό δεν το άντεξε ο Βασίλης! Συγκρατήθηκε όμως! Και με όλη την ευγένειά του και χωρίς ούτε να κουνήσει τα χείλια του μούγκρισε:

- Ποτάνα Ντολμάδενα! Το Βασίλης δεν πεθαίνει!...

Οι βαστάζοι ξαφνιάστηκαν από την απρόσμενη αντίδραση του …νεκρού! Λύθηκαν στα γέλια κι αυτοί κι όσοι άλλοι, που γνώριζαν το παραμύθι, άκουσαν την προσλαλιά του …βρικόλακα!  Άδειασαν το Βασίλη κατά γης! Κι αυτός προσπαθούσε να στυλώσει στα πόδια του, επαναλαβαίνοντας το δοξαστικό: «Ποτάνα Ντολμάδενα...», όπως το γραμμόφωνο, που η βελόνα του κόλλησε στην ίδια χαρακιά του δίσκου.

Το τι επακολούθησε, δεν περιγράφεται!...

Αυτός ήταν ο Βασίλης, που σ’ ένα του «καβγά» στο καφενείο του Μανόλη τση Πέτρενας, δεν τον έκαναν καλά τρεις γεροί άντρες! Κι ο τότε αγροφύλακας της περιφέρειας Λούτρας, που έτυχε να επιστρέφει από την περιοδεία του, μπήκε στη μέση του «καβγά», για  να επαναφέρει την τάξη. Σημειώθηκε όμως το εξής περίεργο περιστατικό:  Ο σκύλος του Βασίλη, που  ήταν δεμένος έξω από την εξώπορτα του σπιτιού του, που ήταν  στ’ αριστερά ως μπαίνομε  στην «Αγαδική Αυλή», χωρίς να βλέπει ή ν’ ακούει τα συμβαίνοντα στο καφενέ του Μανόλη τση Πέτρενας, που βρισκόταν στη «Σαλιτζάδα», σ’ αρκετή απόσταση από το σπίτι τουΒασίλη, αγρίεψε ξαφνικά κατά τη διάρκεια της συμπλοκής! Άρχισε να γαβγίζει και να προσπαθεί να λυθεί. Τελικά έκοψε με τα δόντια του το σχοινί, που ήταν δεμένος! Έτρεξε μ’ όλη την ταχύτητα που είχε προς τη «Σαλιτζάδα». Σάλταρε στο καφενείο του Μανόλη. Όρμησε στο σωρό αυτών, που πάλευαν το Βασίλη. Κι άρπαξε  τον αγροφύλακα Μανόλη Αριστείδη Καλλέργη από το πόδι! Τρύπησε την «ατζέ» του στιβανιού! Κάρφωσε τα δόντια του στη «γάμπα» του ποδιού του αγροφύλακα. Και τον τραβούσε να τον αποσπάσει και να τον απομακρύνει από τον «καβγά»! Προφανώς πίστευε πως από αυτόν κιντύνευε τ’ αφεντικό του! Ίσως να τον είχε στη μνήμη του από άλλη περίπτωση…

4

 

Κ ενώ ο Καλλέργης προσπαθούσε ν’ απελευθερωθεί από τα δόντια του σκύλου, έφτασε κι ο Γιουρντάν, γιατί από το φέρεστε του σκύλου κατάλαβε πως ο πατέρας του είχε εμπλακεί σε …μάχη. Ακολούθησε τρέχοντας το κατόπιν του σκύλου! Μπήκε στη μέση του «καβγά». Αγκάλιασε τον πατέρα του! Σύγχρονα φώναξε στους άλλους:

-Εμένα βαρείτε!... (Καημένε Γιουρντάν!)…

Και με πολύ μεγάλη δυσκολία κατόρθωσε ν’ αποσπάσει από τη μάχη τον πατέρα του. Με τη συμπαράσταση χωριανών κατάφερε  να τον πάρει από το καφενείο, παρά και τη δυναμική  αντίδραση του Βασίλη και την  άρνησή του να βγει από τον «καβγά» και ν’  ακολουθήσει το «Γιουρντάν» (Ιορδάνη)…

Το πανηγύρι, λοιπόν, « τση Παναγίας στση Κιτρές το Μύλο»  χρόνο με το χρόνο άφηνε στους γυροχωριανούς και κάποιες αναμνήσεις.

Έτσι συνέβη και  με  την περίπτωση συμμετοχής στον πανηγυρισμό του Γενέσιου της Θεοτόκου της Βιργινίας Εμμανουήλ Τσουδερού. Της  Βίργκως. Η Βουλευτίνα κ Υπουργός Εξωτερικών υστερότερα πήγε καλεσμένη και παρέα τουΚαλλεργογιώργη, με τον οποίο είχε οικογενειακή φιλία. Εξαιτίας του μάλιστα και το Δαφνάκι, η θυγατέρα της Βίργκως, αγάπησε τη Λούτρα και παρέμεινε κάτοικός της για ένα χρονικό διάστημ’ αρκετά μεγάλο…

Τις αναμνήσεις αυτές διηγόταν κατά τους κατοπινούς πανηγυρισμούς όσοι τις έζησαν.

 

5

 

 

Δυο από αυτούς μετέφεραν και σε μένα τα «κατορτώματα» του Βασίλη:

Ο ένας ήταν το  «Καλλεργάκι». Κωστής Δημ. Καλλέργης, πρωτεξάδελφός μου. Το μεσημέρι μιας όμορφης Απριλιάτικης ημέρας του 1954. Όταν καθίσαμε για φαγητό στον ίσκιο μιας πανώριας ολάνθιστης πορτοκαλιάς, που μοσχομύριζε. Βάλαμε πλάτη το μικρό πρανές του μονοπατιού, να ξεκουράζει τα νεφρά μας. Σκάβαμε τότε το περβόλι του Μπάρμπα μας του Καλλεργογιώργη. Εκεί, στις δροσοποτάδες του«Βενιώτη». Παρέα  και με τον Μπουμπουραντώνη. (Αντώνιος Βουμβουράκης. Αμαριώτης από τη Βισταγή. Λουτριανός εξ …αγχιστείας ως σώγαμπρος. Είχε νυμφευτεί την Ελένη, κόρη του Βαβαδοστεφανή). Ανοίξαμε τα βουργιάλια μας να φάμε ψωμί. Είπαμε διάφορα.  Κι από κουβέντα σε κουβέντα. Από πόλεμο σε πόλεμο.  Φτάσαμε και στη Μικρασιατική καταστροφή, στο προσφυγικό και καταλήξαμε στο Βασίλακα…

 

Ο άλλος ήταν ο  Καλλεργομανόλης. Μπάρμπας μου, ως σύζυγος που ήταν της αδερφής της Μάνας μου, «τση θειάς μου τσ’ Αυγενιάς» (Ευγενίας). Βρεθήκαμε σε μια παρέα. Εγώ ήμουν μαθητής. Οι μεγάλοι έπιασαν  παλιές αθιβολές. Ήταν λίγο μετά το θάνατο του Βασίλη, μέσα στη δεκαετία του 1940…

Ο Θεός να ελεήσει τις ψυχές τους, μέσ’ από τα φυλλοκάρδια μου…

Χώρι’ από αυτά τα όμορφα κι ανεπανάληπτα, που ο ίδιος βίωσα κατά καιρούς και στα Πανηγύρια και σε άλλες κοινωνικές κ οικογενειακές εκδηλώσεις, είναι πολλά όσα  με δένουν με την Κοινωνία του Χωριού αυτού. Ενός χωριού,  που αγάπησ’ από νήπιο κ εξακολουθώ ν’ αγαπώ. Γι’ αυτό το έχω επιλέξει και για μόνιμη κατοικία κ έχω παρμένο οικόπεδο  στην Αγιά Μαρίνα, όπου έχω χτισμένο το φτωχικό μου, και σ’ αυτό διαμένουν κ ετοιμάζονται να με υποδεχτούν οι γονέοι μου…                                

 

Γράφτηκε 8.9.2014 και συμπληρώθηκε στις 8.9.2015.

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Στση ΚΙΤΡΕΣ το ΜΥΛΟ του Μαρίνου Γαλανάκη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ