ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Κοινωνικές δομές του Μανώλη Σκαρσούλη

0

Οι πρώτες κοινωνικές ομάδες, είχαν τις λειτουργικές βάσεις τους πολύ κοντά στη φύση∙ μοντέλο τους ήταν η οικεία σχέση πατέρα και γιου και η αρχηγία είτε επιβαλλόταν με τη σωματική δύναμη είτε μεταδιδόταν γενεαλογικά κτλ… Επιπλέον, η ομάδα – η φατρία, η φυλή, ο λαός, όπως θέλεις πες το- ήταν το μόνο που ενδιέφερε πραγματικά τους πάντες και τα μέλη δεν είχαν δική τους βαρύτητα παρά αυτή του συνόλου στο οποίο είχαν ενταχθεί∙ με το που έσπαγε ο δεσμός ή η επαφή τους με το όλον οποίου σχημάτιζαν μέρος, χάνονταν…

Έπειτα εμφανίστηκαν κοινωνίες όπου ένα μόνο άτομο ή λίγα έστω αποκτούσαν τεράστια σπουδαιότητα, είτε ως βασιλιάδες με υπόσταση σχεδόν θεϊκή είτε ως ιερείς ικανοί να ερμηνεύουν την αναντίρρητη θέληση των θεών∙ τότε ακριβώς που η ομάδα ταυτίστηκε με τις ιδέες του δουλικά, αντί να ταυτιστούν αυτοί με την ιδέα ότι ανήκουν στην ομάδα. Όλα αυτά τα βήματα, στοχεύουν στην ίδια κατεύθυνση: κάθε φορά λιγότερη φύση και περισσότερη τέχνη.

Οι κοινωνίες επαναπαύονται όλο και πιο λίγο στις στοιχειώδεις υπαγορεύσεις της μοίρας, στη φυσική αναγκαιότητα, στους δεσμούς αίματος ή στις ακατάληπτες βουλές των θεών – σε όλα αυτά που δεν επιδέχονται συζήτηση και δεν υπόκεινται σε ανθρώπινο έλεγχο, όπως είναι οι νόμοι της φύσης. Ενεργούν πιο πολύ με σκοπιμότητα, εξαρτώνται περισσότερο από αυτό που οι άνθρωποι θέλουν και συμφωνούν μεταξύ τους, δίνουν μεγαλύτερη σημασία στις συμβολικές δραστηριότητες μεταξύ των ατόμων –εμπόριο, κύρος, γνησιότητα κτλ.- παρά στην αμφίδρομη σχέση με τη φύση και υποτάσσονται στη λογική αιτιολόγηση – που οποιοσδήποτε μπορεί να κατανοήσει και να αντικρούσει.

Από τη μισοφυσική συνύπαρξη ανθρώπων – ποτέ καθ’ ολοκληρίαν, όπως συμβαίνει με τις μέλισσες ή τα μυρμήγκια!- πηγαίνουμε στην κοινωνία ως έργο τέχνης, ως πολύ τολμηρή επινόηση του πνεύματος και της θέλησης του ανθρώπου.

ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Οι αρχαίες κοινωνικές δομές περιόριζαν αρκετά τις ατομικές πρωτοβουλίες, όμως, σε αντίθεση, απολάμβαναν την συμπαγή ομοψυχία για το αδιαπραγμάτευτο είμαστε όλοι ένα. Ο εκσυγχρονισμός δίνει κάθε φορά μεγαλύτερη σημασία σε αυτό που σκέφτεται, εκφράζει και απαιτεί κάθε άτομο, εξασθενίζοντας όμως αναπόφευκτα την κοινοτική ομοψυχία: καθένας εξακολουθεί να είναι ένας μέσα στο όλον.

Είναι φανερό πως το διαλεκτικό παιχνίδι ανάμεσα στο άτομο και στο Κράτος μπορεί ανά πάσα στιγμή να χάσει την ισορροπία του και να κλίνει προς τον ένα ή τον άλλο πόλο∙ όμως και οι δύο πόλοι έχουν τους κινδύνους τους. Όταν υπερισχύει υπερβολικά το άτομο, η αρμονία του κοινωνικού συνόλου μπορεί να σπάσει, κανένας δε νοιάζεται να υποστηρίξει ό,τι ανήκει από κοινού σε όλους, τα καλύτερα προικισμένα άτομα επωφελούνται από τα πιο αδύναμα και δεν αναγνωρίζουν καμιά υποχρέωση αλληλεγγύης προς αυτά. Κάθε άνθρωπος νιώθει μόνος, κυνηγημένος από την αγριότητα και την απληστία των άλλων, χωρίς κάποια κοινοτική υπηρεσία όπου να εκθέσει τα παράπονά του και να βρει προστασία.

Όταν όμως διογκώνεται το Κράτος υπερβολικά, τα άτομα χάνουν την πρωτοβουλία και την ικανότητά τους να αισθάνονται υπεύθυνα για την ίδια τους τη ζωή. Η κυβερνητική γραφειοκρατία αποφασίζει πλέον και για τις παραμικρές λεπτομέρειες στην εργασία, στο εμπόριο, στην υγεία, στην τέχνη, στο σεξ, στις πεποιθήσεις, στην ψυχαγωγία κτλ., και πάντα υπάρχει μια Αρχή που γνωρίζει τι είναι καλό για τον καθένα καλύτερα από αυτόν τον ίδιο. Βεβαίως, είτε προς το ένα είτε προς το άλλο άκρο, οι υπερβολές αυτές μπορεί να αποβούν πολύ δυσάρεστες μερικές φορές, για να αποφευχθεί ένα τέτοιο κακό, γίνεται ένα μεγάλο άλμα που οδηγεί στο ακριβώς αντίθετο.

ΑΤΟΜΙΚΙΣΜΟΣ

Το άτομο – ηθικό και πολιτικό πρόσωπο, το δημιουργικό ον, οι καθημερινές γυναίκες και οι καθημερινοί άντρες, από την πιο χαμηλή βάση μέχρι την κορυφή- συνιστά την αυθεντική ανθρώπινη πραγματικότητα, από την οποία προέρχονται το Κράτος και οι υπόλοιποι θεσμοί, όχι όμως το αντίστροφο. Η στάση αυτή έχει ένα όνομα που για πολλούς είναι σχεδόν βρισιά: ατομικισμός. Με τον «ατομικισμό» δεν εννοώ την «αντικοινωνική» στάση, ούτε καν την «αντιπολιτική».

Αυτό που θέλω να πω είναι πως ο ατομικισμός είναι ένας τρόπος κατανόησης της κοινωνίας και συνεργασίας μαζί της, κι όχι η μανία να θεωρείται έξω από αυτή∙ και πως επίσης είναι ένας τρόπος να παρεμβαίνεις στην πολιτική, όχι η ανοησία να αδιαφορείς τελείως γι’ αυτή. Και κάτι άλλο ακόμα: Η εξέλιξη της κοινωνίας είναι αυτή που επέτρεψε και ενίσχυσε την ατομικιστική στάση. Τι; Στο όνομά της έχουν διαπραχθεί ή διαπράττονται καταχρήσεις; Μα, αυτό το έχουμε ήδη πει. Αλλά και κάποιες από τις πιο απάνθρωπες κοινωνικές πρακτικές, όπως η δουλεία, ο βασανισμός και η θανατική ποινή –πάντα δοκιμασμένες από τους οπαδούς της κυριαρχίας του συλλογικού επί του ατομικού-, έχουν καταγγελθεί και καταργηθεί εκεί όπου οι ατομικιστές κατάφεραν να πουν την τελευταία λέξη…

Τα άτομα έχουμε δύο τρόπους για να αποτελούμε μέρος των κοινωνικών ομάδων∙ δύο τρόπους, που συνήθως παρουσιάζονται χωριστά αλλά μερικές φορές συνυπάρχουν. Δηλαδή μπορούμε να ανήκουμε στην ομάδα αλλά και να συμμετέχουμε σε αυτή. Το να ανήκει κανείς στην ομάδα χαρακτηρίζεται από μια άνευ όρων –ή σχεδόν άνευ όρων- παραχώρηση του ατόμου στη συλλογικότητα, όπου ταυτίζεται με τις αξίες της ανεπιφύλακτα και αποδέχεται ότι μια τέτοια ταύτιση τον καθορίζει∙ με άλλα λόγια, αποτελεί αμετάκλητα μέρος αυτού του συνόλου, είτε για καλό είτε για κακό…

Όλοι σχεδόν συνηθίζουμε να «ανήκουμε» στις οικογένειές μας και να αισθανόμαστε ότι αποτελούμε υποχρεωτικό τμήμα τους κι αυτό χωρίς διάθεση κριτικής, γιατί έτσι μας επιβάλλουν οι νόμοι της συγγένειας και τα αυθόρμητα συναισθήματα της εγγύτητας. Ωστόσο, μερικές φορές, με τον ίδιο τρόπο «ανήκουμε» και σε μια ποδοσφαιρική ομάδα για παράδειγμα, όπου το αν η ομάδα κερδίζει ή χάνει το πρωτάθλημα για μας είναι το λιγότερο∙ είναι οι «δικοί» μας και αυτό μας αρκεί… Και είμαστε διατεθειμένοι να δικαιολογήσουμε ακόμα και το πιο άδικο πέναλτι που θα τους ευνοεί.

Όταν ανήκουμε σε μια ομάδα, αυτό που μετράει είναι το να είμαστε της ομάδας, να νιώσουμε καλυμμένοι από αυτή και ταυτισμένοι μαζί της. Όταν συμμετέχουμε, αυτό που έχει σημασία είναι οι στόχοι που φιλοδοξούμε να πετύχουμε με την ενσωμάτωσή μας στην ομάδα. Αν δεν τους καταφέρουμε, την εγκαταλείπουμε.

ΚΟΙΝΑ ΒΙΩΜΑΤΑ

Όλα τα άτομα έχουμε ανάγκη να νιώθουμε ότι ανήκουμε κάπου, ότι είμαστε δοσμένοι άνευ όρων σε κάτι, είτε πρόκειται για κάποιο πολύ σπουδαίο σωματείο είτε για κάτι το ευτελές. Το να ανήκουμε κάπου μας δίνει σιγουριά, μας χαρακτηρίζει, μας καθορίζει απέναντι σε μας τους ίδιους, μας προσφέρει ένα σταθερό σημείο αναφοράς να εμπιστευόμαστε παρ’ όλο που συχνά μας κάνει να υποφέρουμε, ή μας επιβάλλει θυσίες. Είναι σημαντικό πότε πότε να νιώθει κανείς σαν στο σπίτι του, να ξέρει ότι είναι περιτριγυρισμένος από άτομα με τα οποία μοιράζεται συναισθήματα και βιώματα που κανένα δε θα αμφισβητήσει.

Όταν ο χώρος στον οποίο ανήκουμε βουλιάζει, παθαίνουμε έναν εσωτερικό κλονισμό, από τον οποίο δεν είναι εύκολο να συνέλθουμε. Γι’ αυτό οι ενδοοικογενειακές ρήξεις ή οι ερωτικές απογοητεύσεις είναι ιδιαίτερα σκληρές∙ και γι’ αυτό αγωνιούσε τόσο πολύ εκείνος ο φρανκικός δήμαρχος που όταν πέθανε ο δικτάτορας και στην Ισπανία προκαλούνταν ραγδαίες πολιτικές αλλαγές εξομολογείτο έντρομος στον φίλο του: «Για φαντάσου πώς έρχονται τα πράγματα που δεν ξέρω πια αν είμαι με τους δικούς μας!».

Είναι όμως επίσης σημαντικό για το άτομο να νιώθει ότι συμμετέχει οικειοθελώς και με κριτικό πνεύμα σε διάφορους συλλόγους. Έτσι διατηρεί την προσωπικότητά του και δεν αφήνει να του επιβληθεί το σύνολο, επιλέγει τους σκοπούς του, αισθάνεται ικανό να μεταμορφωθεί και να επαναστατήσει ενάντια στις μοιρολατρίες, καταλαβαίνει πως κάποιες φορές είναι καλύτερο να «προδόσεις» τους άλλους παρά να τους ακολουθείς τυφλά και να «προδόσεις» τον εαυτό σου.

ΠΡΟΪΟΝ ΤΥΧΗΣ

Το κακό με το να ανήκουμε άνευ όρων σε μια κοινότητα είναι ότι η λαχτάρα μας να νιώσουμε ένα με τους άλλους κάνει να φαντάζουν «φυσικοί» οι –πάντα συμβατικοί και γι’ αυτό ανακλητοί- πολιτικοί δεσμοί που μας ενώνουν μαζί τους. Με άλλα λόγια, είναι φυσικό –προέρχεται από τη φύση μας ως όντων ομιλούντων και σκεπτόμενων- οι άνθρωποι να ζούμε σε κοινωνία. Ωστόσο η συγκεκριμενοποιημένη μορφή αυτής της κοινωνίας –με τους νόμους της, τα σύνορά της κτλ.- ποτέ δεν είναι φυσική. Είναι πάντα και ανθρώπινη σύμβαση.

Οι πιο πρωτόγονες ανθρώπινες ομάδες συνήθιζαν να παίρνουν ονόματα όπως «οι Άνθρωποι» ή «ο Κόσμος». Κι αυτό γιατί θεωρούσαν ότι τα μέλη της φυλής ήταν οι μόνοι αληθινοί άνθρωποι και, ως εκ τούτου, η συνένωσή τους δεν ήταν προϊόν της τύχης και κάποιων συμφωνιών υπαγορευμένων από τις περιστάσεις, αλλά άμεση συνέπεια της αδιασάλευτης Τάξης του σύμπαντος: για τους «αληθινούς» ανθρώπους δεν υπάρχουν πια τυχαίοι τρόποι και μόδες, που να επιδέχονται βελτίωση ή απόρριψη, αλλά όλα είναι καθορισμένα μια για πάντα και όπως πρέπει.

Η νοοτροπία αυτή δεν απέχει και πολύ από εκείνη που απαντάται σε ιστορικά πιο εξελιγμένες ομάδες. Παράδειγμα οι σύγχρονες χώρες, οι οποίες –παρ’ όλο που σέβονται αρκετά την πρόοδο, τις επαναστάσεις, τις επιστημονικές ανακαλύψεις κτλ.- συνηθίζουν να πιστεύουν πως τα σύνορά τους, ο τρόπος ζωή τους, οι προκαταλήψεις τους και οι θεσμοί τους είναι κάτι το «ιερό», ότι είναι η έκφραση αυτού που αντιπροσωπεύει αληθινά τον ύψιστο προορισμό της ανθρώπινης φύσης – ή τουλάχιστον της φύσης των «δικών» μας, που αποτελούν μέρος της ομάδας μας και είναι πιο άνθρωποι απ’ τους ανθρώπους. Απ’ ό,τι φαίνεται, τους είναι δύσκολο να δεχτούν ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι να είναι κανείς άνθρωπος – και μάλιστα όλοι το ίδιο «ανθρώπινοι».

Μπορεί με πολλούς τρόπους να είναι κανείς ανθρώπινος –φυσικά ανθρώπινος-, αλλά το πιο ανθρώπινο απ’ όλα είναι η ανάπτυξη της λογικής, η επινόηση νέων και καλύτερων λύσεων για τα παλιά προβλήματα, η υιοθέτηση αποτελεσματικότερων πρακτικών που έχουν επινοήσει οι άλλοι.

Δηλαδή να μην εγκλωβιζόμαστε πεισματικά σε «αυτό που πάντα ήταν έτσι» και σε εκείνο που η ομάδα μας θεωρούσε «τέλειο και φυσικό» μέχρι χτες. Δεν αξίζει να πασχίζουμε πεισματικά να είμαστε αυτό που είμαστε, αλλά να καταφέρουμε, χάρη στις δικές μας προσπάθειες και στις προσπάθειες των άλλων, να βελτιώσουμε αυτό που ήδη είμαστε.

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Στο κάτω κάτω, αυτό που έχει σημασία είναι ότι ανήκουμε στο ανθρώπινο είδος, μια ιδιότητα αναγκαστικά κοινή με τους ανθρώπους όλων των εθνών, πολιτισμών και κοινωνικών επιπέδων. Από αυτό ακριβώς προέκυψε η ιδέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μιας σειράς οικουμενικών κανόνων συμπεριφοράς προς τους συνανθρώπους μας, όποια και αν είναι η προσωρινή θέση μας στην ιστορία.

Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι ένα στοίχημα γι’ αυτό οι άνθρωποι –είναι σαφές πως δεν αναφέρομαι μόνο στους άρρενες αλλά σε όλους τους ανθρώπους, γυναίκες και άντρες- έχουμε ως κοινή βάση, όσα και αν είναι αυτά που συμπτωματικά μάς χωρίζουν. Το να υπερασπιζόμαστε τα οικουμενικά ανθρώπινα δικαιώματα προϋποθέτει να αποδεχόμαστε ότι οι άνθρωποι αναγνωρίζουμε ίσα δικαιώματα μεταξύ μας, παρ’ όλες τις διαφορές ανάμεσα στις ομάδες στις οποίες ανήκουμε∙ προϋποθέτει να αποδεχόμαστε, ως εκ τούτου, ότι είναι πιο σημαντικό να είσαι άνθρωπος-άτομο παρά να ανήκεις στην τάδε ή στη δείνα φυλή, έθνος ή πολιτισμό. Μόνο ως άτομα οι άνθρωποι μπορούν να έχουν τέτοια δικαιώματα.

Όταν τα δικαιώματα αυτά τα διεκδικούν ειδικές ομάδες ή οποιαδήποτε άλλη αφηρημένη έννοια –δηλαδή «λαοί», «τάξεις», «θρησκείες», «γλώσσες», για να μιλήσουμε για «τους αγέννητους», «τις θάλασσες», «τα βουνά» ή ζώα διαφόρων ειδών-, τότε το νόημά τους νοθεύεται, αλλοιώνεται, ακόμα κι αν οι προθέσεις είναι οι καλύτερες. Θα σου δώσω δύο παραδείγματα ένα άτομο έχει το ανθρώπινο δικαίωμα να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του, όμως καμιά γλώσσα δεν έχει το δικαίωμα να αναζητήσει αναγκαστικούς χρήστες της ώστε να διαρκέσει∙ οι άνθρωποι ως άτομα έχουμε δικαίωμα να θέλουμε να κρατήσουμε αμόλυντο το νερό που πίνουμε, όμως το νερό δεν έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να μην το μολύνουμε κτλ…

 

 

 

Πηγή: «Μιλώντας στο γιο μου», Φερνάντο Σαβατέρ, εκδόσεις Πατάκη

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Κοινωνικές δομές του Μανώλη Σκαρσούλη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ