Προοίμιο: Ο χρυσός έχει αξία, γιατί δεν οξειδώνεται. Το θήλυ έχει αξία όσο δεν τσιτσιδώνεται. Το κρυφό είναι μυστήριο, άκρως περιζήτητο το τσιτσί δημοπρατήριο άχρηστο κι αζήτητο.
Γοητευτικές και κακομούτσουνες, ενάρετες και διεφθαρμένες, πειθαρχικές και γεμάτες αναίδεια, οι γυναίκες περνούν μέσα από τη βυζαντινή ιστορία, άλλοτε κηλιδωμένες με αίμα και λάσπη, άλλοτε στεφανωμένες με όλες τις αρετές: αιώνια γοητευτικές, που η χάρη τους ξεφεύγοντας από τη φθορά των αιώνων, συνεχίζει να συγκινεί τις καρδιές και τις φαντασίες.
Σ’ όλη την κοινωνική κλίμακα του Βυζαντίου, η σύζυγος είναι πριν απ’ όλα η κυρία του σπιτιού και ύστερα, να παραμένει ακόμη, έστω και λίγο ωραία και νέα, είναι η ερωμένη.
Ο αυτοκράτορας Λέων ο Σοφός, που εθεωρείτο πολύ κατατοπισμένος γύρω απ’ αυτά τα προβλήματα (είχε παντρευτεί ο ίδιος τέσσερις φορές) ανέφερε στην 32η Νεαρά. «Έχω τη γνώμη, ότι πρέπει να τιμωρούμε τη μοιχεία το ίδιο αυστηρά με την ανθρωποκτονία. Αυτό το έγκλημα κάποτε τιμωριόταν με θάνατο. Ύστερα έκριναν σκόπιμο να υποκαταστήσουν αυτή την ποινή με μιαν άλλη πιο μαλακή. Δίνοντας την προτίμησή μας στην τελευταία ποινή, αποφασίζουμε την αποκοπή της μύτης της μοιχού και του συνενόχου της».
Η ίδια ποινή προβλέπεται για το σύζυγο, που αποδεικνύεται ότι απάτησε τη γυναίκα του. Αλλά υπάρχει μια διάκριση. Ο μοιχός σύζυγος θα τιμωρηθεί με αποκοπή της μύτης του, αλλά η γυναίκα του θα εξακολουθήσει να συζεί μαζί του. Αντίθετα, αν τιμωρηθεί η γυναίκα που απάτησε το σύζυγό της, με αποκοπή της μύτης, ο απατημένος σύζυγος μπορεί να τη διώξει. Στην τελευταία περίπτωση, η προίκα θα παραμείνει στον άντρα. Όσο για την κυρία, που της έκοψαν τη μύτη, θα κλειστεί σ’ ένα μοναστήρι, «όπου — προσθέτει ο αυτοκρατορικός νομοθέτης — θα παραδοθεί στις τύψεις της, τιμωρία πολύ πιο ελαφριά από τα εγκλήματά της».
Ας δούμε επί τροχάδην τις περιπτώσεις διαζυγίων που αποδεχόταν η βυζαντινή νομολογία τον αιώνα των Κομνηνών.
Φυσική ανικανότητα του συζύγου. Αλλά αν η ανικανότητά του εκδηλώθηκε, όταν προηγούμενα είχε δώσει δείγματα του ανδρισμού του, δεν δημιουργείται λόγος διαζυγίου. Η ίδια διάταξη ισχύει αναφορικά με τη στειρότητα της γυναίκας.
Συνωμοσία που οργανώνεται εναντίον του Κράτους. Αν η γυναίκα πληροφορηθεί μια τέτοια συνωμοσία και δεν την γνωστοποιήσει στον άντρα της, ο τελευταίος δικαιούται να ζητήσει διαζύγιο. Το ίδιο δικαίωμα παραχωρείται και στη γυναίκα, αν ο σύζυγος είναι συνένοχος στη συνωμοσία ή αν γνωρίζοντάς την δεν την καταγγείλει.
Απόπειρα δολοφονίας του ενός συζύγου από τον άλλον. Διαζύγιο δίνεται και στην περίπτωση που η απόπειρα έγινε από έναν τρίτο και δεν καταγγέλθηκε από το σύζυγο ή τη σύζυγο, εφ’ όσον, βέβαια, το είχε πληροφορηθεί.
Αν ένας από τους συζύγους προσβληθεί από τρέλα που διαρκεί περισσότερο από τρία χρόνια.
Αν απουσιάζει ο σύζυγος ή η σύζυγος περισσότερο από πέντε χρόνια, χωρίς καμιάν είδηση.
Αν ο ένας από τους συζύγους μπει σε μοναστήρι, αυτός που παραμένει στην κοσμική ζωή έχει το δικαίωμα να συνάψει νέο γάμο. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που ένας από τους δύο γίνει μέλος αιρετικής οργανώσεως.
Μεγαλύτερη σημασία δινόταν στις παραβιάσεις της συζυγικής πίστεως και στην κοσμιότητα των σεξουαλικών σχέσεων. Έτσι η παιδεραστία του συζύγου θεωρείται ως λόγος διαζυγίου. Η ίδια διάταξη δεν ισχύει για τη γυναίκα. Αν ο σύζυγος συζεί με παλλακίδα στο ίδιο σπίτι που κατοικεί η σύζυγός του και αν ύστερα από δύο προειδοποιήσεις των συγγενών της γυναίκας του ή και ξένων ακόμη, δεν συμμορφωθεί, η σύζυγος δικαιούται να ζητήσει διαζύγιο.
Το μίσος θεωρείται σαν τελείως επαρκής αιτία διαζυγίου. Μίσος της γυναίκας προς τον σύζυγό της, λόγω σοβαρών προσβολών ή κακής μεταχειρίσεως, μίσος του συζύγου προς τη γυναίκα του, λόγω φυσικών ελαττωμάτων, που του τα απέκρυψε πριν το γάμο. Μίσος αμοιβαίο, τέλος, προκαλούμενον από υποψίες απιστίας.
Ο γάμος διαλύεται, επίσης, αν η γυναίκα περάσει μια νύκτα έξω από το συζυγικό σπίτι (υπό τον όρο ότι δεν βρισκόταν στους γονείς της), αν πιαστεί επ’ αυτοφώρω με άλλον άντρα, αν τη δουν στο λουτρό με ξένον άντρα ή σ’ ένα γλέντι με άντρες ύποπτης ηθικής. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά σε μια διάκριση, που η δικαιολόγησή της αποδεικνύεται τυπικά βυζαντινή.
Αν το διαζύγιο παρθεί λόγω διαπιστωμένης με μαρτυρία μοιχείας της γυναίκας, ο σύζυγος οφείλει να επιστρέψει την προίκα. Αντίθετα, αν η γυναίκα κοιμηθεί έξω από το σπίτι της ή αν τη συναντήσουν με τρυφερή συντροφιά σε κάποιο δημόσιο τόπο, ο σύζυγος θα κρατήσει την προίκα για λογαριασμό του. Εξήγηση: για να κρατήσει την προίκα σε περίπτωση διαζυγίου, ο σύζυγος θα μπορούσε να συνεννοηθεί μ’ έναν πρόθυμο φίλο του, για να βεβαιώσει ότι υπήρξε εραστής της γυναίκας του, ενώ είναι λογικά αδύνατο η γυναίκα να παίρνει το λουτρό της ή να δειπνεί μαζί μ΄ έναν άντρα παρά τη θέλησή της.
Αυτά για τις παντρεμένες γυναίκες. Περνάμε τώρα στα νέα κορίτσια.
Ήταν συχνά εκτεθειμένα στον κίνδυνο της απαγωγής και του βιασμού. Και σ’ αυτή την περίπτωση το παράδειγμα ερχόταν από τους υψηλά ισταμένους. Έτσι, ο εξάδελφος του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού, ο άτακτος Ανδρόνικος, ο τελευταίος αυτής της οικογένειας που θ’ ανέβει στο θρόνο του Βυζαντίου, είχε την έμπνευση ν΄ απαγάγει τη νεότερη αδελφή της ανιψιάς του Μανουήλ και να της κάνει μάλιστα και παιδί.
Η κοπέλα παραπονέθηκε στο θείο της και βασιλικό εραστή, που θέλησε να επιπλήξει αυστηρά τον «άτιμο διαφθορέα». Στην επίπληξη αυτή, ο χαρακτηριζόμενος σαν διαφθορέας απάντησε, ότι δεν είχε με την κοπέλα παρά μια συγγένεια τρίτου βαθμού και επομένως η πράξη του ήταν πολύ λιγότερο επιλήψιμη από την πράξη του Μανουήλ, ο οποίος δεν δίσταξε να διακορεύσει την κόρη του αδελφού του.
Η στάση του βυζαντινού νομοθέτη απέναντι στην πράξη του βιασμού, είχε υποστεί στη διάρκεια των αιώνων μια πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη. Οι Ίσαυροι αυτοκράτορες του 8ου αιώνα, δείχτηκαν απέναντι της, σχετικά επιεικείς. «Εκείνος που θα βιάσει μια παρθένα, δηλώνει η 17η Εκλογή με τη συγκατάθεσή της, αλλά χωρίς οι γονείς της να το γνωρίζουν, αν θελήσει να την παντρευτεί κι αν οι γονείς συγκατίθενται δε θα βρει αντιμέτωπο το νόμο.
Αν όμως οι γονείς ή κάποιος από τους αντίδικους αρνείται να δώσει τη συγκατάθεσή του, ο βιαστής υποχρεώνεται, αν είναι πλούσιος να δώσει στη διακορευμένη κόρη μια λίβρα χρυσού. Αν είναι λιγότερο πλούσιος, θα δώσει τη μισή περιουσία του κι αν είναι τελείως φτωχός, θα του ξυρίσουν το κεφάλι και αφού του δώσουν μερικούς ραβδισμούς, θα τον εξορίσουν». Ο ιδρυτής της Μακεδονικής δυναστείας Βασίλειος Α', υπήρξε ως προς αυτό το θέμα πολύ πιο αυστηρός, γεγονός που δείχνει ότι αυτό το είδος των πράξεων είχε πολλαπλασιαστεί.
Όποιος απαγάγει και βιάσει μια κοπέλα -διατάζει, αυτός ο αυτοκράτορας - θα καταδικάζεται σε θάνατο και ολόκληρη η περιουσία του θα δημεύεται. Οι συνένοχοί του θα έχουν την ίδια τύχη. Η ποινή αυτή θα ισχύσει και στην περίπτωση που η κοπέλα δοθεί με τη θέλησή της στον απαγωγέα της. Αν ο πατέρας γνώριζε την απαγωγή, πρέπει να εξοριστεί.
Το ίδιο και στην περίπτωση που την πληροφορήθηκε αργότερα και συγχώρεσε τον απαγωγέα ή ακόμη του έδωσε την κόρη του για γάμο. Ο γιος του, Λέων ο Σοφός, διατήρησε αυτές τις διατάξεις, καταλογίζοντας όμως στον απαγωγέα, αν η απαγωγή έγινε χωρίς την απειλή όπλου, ελαφρυντικά. Στην τελευταία περίπτωση η καταδίκη μπορούσε να περιορισθεί στην αποκοπή του ενός χεριού.
Υπήρχαν και οι πόρνες. Το αρχαίο Βυζάντιο είχε τις εταίρες του. Από τότε που έγινε η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, που προσωρινά παρέμενε ρωμαϊκή, το εμπόριό τους, που αναπτυσσόταν χάρη στην εισροή της πλούσιας πελατείας στις ακτές του Βοσπόρου (είδαμε πιο πάνω γιατί και πως), όφειλε να προσαρμοστεί σε πλαίσιο διοικητικό, ανάλογο, μ’ αυτό που είχε επιβληθεί στη Ρώμη.
Παράλληλα μ’ αυτούς τους επιτρεπόμενους από τη διοίκηση «οίκους» λειτουργούσε η μαύρη αγορά της πορνείας, που επεκτεινόταν και πέρα από την πρωτεύουσα. Αυτό το είδος του εμπορίου, γνωστό με το όνομα λενοτσίνιουμ απαιτεί μερικές συμπληρωματικές εξηγήσεις.
Ο «πορνοβοσκός» — leno — ήταν κάτι ανάμεσα στο σωματέμπορο και τον ενοικιαστή του πορνείου. Μπορούσε ν’ ανήκει στους πιο διαφορετικούς κύκλους. Πρόσωπα, τελείως αξιότιμα, τα οποία επιθυμούσαν να αξιοποιήσουν τα κεφάλαιά τους, ασκούσαν αυτό το εμπόριο, χρησιμοποιώντας ενδιαμέσους.
Προμηθεύονταν δηλαδή μια ή και περισσότερες γυναίκες, και ύστερα από μια αρκετά μικρή περίοδο μαθητείας, τις έβγαζαν στο πεζοδρόμιο, στέλνοντάς τες να εργαστούν στον ιππόδρομο, στο θέατρο, καμμιά φορά και στην εκκλησία. Οι κοπέλλες — υπήρχαν και μικρότερες των δέκα ετών που δεν πληρώνονταν λιγότερα — υπέγραφαν ένα συμβόλαιο, με το οποίο υποχρεώνονταν να εκτελούν πιστά και συνειδητά το έργο τους, σύμφωνα με την επιθυμία του εργοδότη.
Αυτός διατηρούσε το δικαίωμα να τις πουλήσει ομαδικά ή μια - μια, σε όποιον ήθελε συνάδελφό του. Ήταν κανόνας σ’ αυτή την περίπτωση, ο πουλητής να εγγυάται για την καλή απόδοση του παραχωρουμενου εμπορεύματος, μπαίνοντας εγγυητής γι αυτό.
Ο Ιουστινιανός, πιθανόν με παρότρυνση της γυναίκας του Θεοδώρας, η οποία στην εποχή της νεότητάς της πρέπει να έγινε αντικείμενο αυτού του εμπορίου, προσπάθησε να πάρει μέτρα εναντίον των εμπόρων της λευκής σαρκός. Απ’ αυτή του την προσπάθεια ξεπήδησε η διάσημη Νεαρά του έτους 535, η οποία στιγμάτιζε τις πράξεις αυτών των «αισχρών πορνοβοσκών» και διέταζε την εκδίωξή τους από την Κωνσταντινούπολη σαν «καταστροφέων της δημοσίας αγνότητος».
«Αν κάποιος, διαβάζουμε στο διάταγμα αυτό, έχει εγκαταστήσει στο σπίτι του ένα τέτοιο άτομο και ανέχεται να ασκεί το πρόστυχο επάγγελμά του, και δεν το διώξει μόλις πληροφορηθεί το γεγονός, πρέπει να καταδικαστεί σε πρόστιμο εκατό χρυσών πενταλέπτων και το σπίτι του να δημευτεί».
Υπάρχει μια έκδηλη τάση, να παρουσιάζεται η γυναίκα του Βυζάντιου σαν μια ξεμοναχιασμένη ύπαρξη, που περνάει τη ζωή της, όπως όλες οι γυναίκες της Ανατολής, στο βάθος ενός γυναικωνίτη. Δεν φαίνεται, όμως, να ήταν έτσι τα πράγματα στον αιώνα των Κομνηνών.
Αν στην εκκλησία οι γυναίκες είχαν χωριστή θέση από τους άντρες — πράγμα που δεν εμπόδιζε την ανταλλαγή έξυπνων νοημάτων, με τα οποία συνεννοούνταν θαυμάσια — τις έβλεπε κανείς να κάθωνται ελεύθερα σε δημόσιους τόπους, με περισσότερη ή λιγότερη καλή φήμη.
Έχουν πλήρη συνείδηση της αξίας τους και επαναστατούν εναντίον της μειονεκτικότητας του φύλου τους, που την έχει επιβάλλει η φύση. Όταν η συνωμοσία που οργάνωσε η Άννα Κομνηνή, για να εκθρονίσει τον αδελφό της Ιωάννη απέτυχε από λάθος του μικρόλογου και αναποφάσιστου συζύγου της, έβγαλε αυτή τη λυσσασμένη κραυγή: «Τι δυστυχία, να έχω μια τρύπα στη θέση μιας ράβδου».
Πηγή: «Καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο»
Gerard Walter
Εκδόσεις Παπαδήμας
