ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

H βερεμιαρέ (φυματική) της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0

Μια ν-αργαδινή εβγήκενε ο Αντρουλής σ'ένα ψηλό δεντρό του κήπου απού 'τανε κοντά στο σπίτι. Εμπερδουκλώθηκενε σ'ένα κλαδί που γέρνενε, στη ν-ταράτσα και βγόριζενε καλά ούλος ο τόπος. Τοτεσιδά είδενε ένα μικρό δωματιάκι οθέ τη κάτω μεριά που το σκεπάζανε σχεδόν τα κλαδιά τω δεντρώ.Αυτό ήτανε! Φοβάται πως θα σαλέψει ο νους του. Σάικα(1) εκειά κρατούνε τιμωρημένη, ποιος κατέει για ποιο αμάρτημα την όμορφη θυγατέρα ν-τωνε τ'αφεντικά ντου.

Εκατέβηκενε από το δεντρό κι αρχίνηξενε να καταστρώνει σχέδια πως θα βρεθεί κοντά τζη. Πρώτη του δουλειά τανε να παρακολουθεί ούλη την ώρα την αφεντικίνα του τη Ζαμπιά.

Ένα μεσημέρι τη ν-είδενε να ετοιμάζει ένα δίσκο. Έβαλενε μέσα ένα πιάτο κρέας, ψωμί τυρί, φρούτα και βγήκενε τη σκάλα όθε (2) ν-τα υπνοδωμάτια, αμίλητη, ντουσουλντισμένη. Για μιας ο Αντρουλής εγλάκανε στο σώχωρο και ανέβηκενε στο δεντρό. Χωσμένος ανάμεσα στα κλαδιά, άκουγενε και θώριενε καλά. Η μάνα ακούμπησενε το δίσκο στο περβάζι (3) του παραθυριού και χτύπησενε το τζάμι. Εστάθηκενε αλαργωπά κι αρχίνηξενε να κουβεδιάζει με τη θυγατέρα τζη, που είχενε ανοίξει το τζάμι.

-Φάε παιδί μου, ο γιατρός είπενε να τρως καλά...

-Δε μπορώ μάνα, δε ν-έχω όρεξη... δε θέλω φαητά, εσένα θέλω μάνα μου... να σε σφίξω στην αγγαλιά μου... να σ'αποχαιρετήξω... φεύγω μάνα... έτσι κι αλλιώς σε λίγες μέρες θα μπεις... αποθαίνω μάνα

-Κατέεις παιδί μου πως δε το κάνω για μένα, μαγάρι να ποθάνω ίδια 'δα να μη δω χαμό σου... μη μου παραπονάσαι... κατέεις το καλά πως το κάνω για να μη ογραντίσω (4) τ'αδέρφια σου. Δε φεύγω παιδί μου α δε φας δυο-τρεις μπουκιές, έλεγενε η κακομοίρα η Ζαμπιά και τρέχανε ποταμός τα δάκρυα απού τα μάθια τζη.

Δε ν-άντεξενε άλλο το παλικάρι, αυτά π'άκουγενε ήτανε ανταγιάντιστα (5) εκατέβηκενε από το δεντρό και κλείστηκενε στην αποθήκη. Εκατάλαβαινε πως η κοπελιά ήτανε βερεμιαρέ, η παντέρμη αρρώστεια εθέριζενε τότε σας τσ'ανθρώπους. Τη ντουσούντιζενε τόσο γ-καιρό φυλακισμένη ούλη μέρα κι ούλη νύχτα σ'ένα μικρό δωματιάκι, χειρότερο και από το κελί τση φυλακής. Ήτανε η παντέρμη φθύση κολλητική αρρώστεια, μπορούσανε ν'αρρωστήσουνε κι γιαδερφοί τζη. Το κρύβανε, όσο μπορούσανε, για να μη τζι λένε βερεμιάρηδες, να μη ν-τωνε σιμώνει άθρωπος...

Άργά τη νύχτα ο Αντρουλής ανέβηκενε στο δεντρό και πήδηξενε στη ν-ταράτσα. Εχτύπησενε στο παραθυράκι που το φώτιζενε ένα αχνό φως. Ένα κουρτινάκι έκρυβενε τη θέα. Εχτύπησενε απαλά το τζάμι... καμία απάντηση. Εχτύπησενε πάλι... εχτύπησενε πολλές φορές. Η καρδιά στο μπέτη(6) ντου εκουλουμούντριζενε (7). Πράμα δε ν-ακούστηκενε, κανένα σημάδι ζωής... καθόλου αναπαταχλή(8)! Έκατσενε κάτω απού το παραθύρι και τραγούδιενε αποσίγανα ένα ριζίτικο που λεγενε για το χάροντα που παίρνει τσ' νθρώπους και τσι κατεβάζει στο ν-Άδη. Το τραγούδι του βγαινενε σα μοιρολόι και τα μάθια γεμίζανε δάκρυα. Επήρανε το τραγούδι ν-του τα νυχτοπούλια και το κάμανε θανατερό μήνυμα. Ο ουρανός εσκοτείνιασενε. Το φεγγάρι εδάκρισενε. Ο Ψηλορείτης εσείστηκενε! Το παραθυράκι άνοιξενε! Το διάφανο πρόσωπο του κοριτσιού επρόβαλενε σαν άγγελος. Άπλωσενε τα χεράκια τζη και καλωσόρισενε το τραγουδιστή τση νύχτας. Ο Αντρουλής τα κράτησενε στα χέρια ντου, τα φίλησενε πολλές φορές και τα βρεχενε με τα δάκρυα ν-του..

 

-Μη! Δε γ-κάνει, είμαι άρρωστη... είμαι βερεμιαρέ... έχω το χτικιό... του λεγενε και πλάνταζενε στο κλάμα, δε θωρείς πως ποθαίνω!

-Όχι όχι είσαι τόσο νέα, παιδί ακόμη, δε θα σ'αφήσω να ποθάνεις, θα παρακαλέσω την Παναγία... τση λεγενε και το κορμί ν-του έτρεμενε απού το μ-πόθο. Ελαχτάρανε να φιλήσει το στόμα τζη, ν'αγκαλιάσει το κορμί τζη να γενεί ένα μαζί τζη, ν'αναχωρίσουνε μαζί για το μεγάλο ταξίδι...

-Σ'αγάπησα μόνο για τα τραγούδια σου, όπως αγάπησενε η Αρετούσα το ν-Ερωτόκριτο. Εκάτεχα πως τουτονά το χάρισμα βρίχνεται στη λεβεδιά του κορμού. Εποθούσα να δω τη μορφή σου έστω μια φορά, μια φορά μόνο, για να τη φέρνω στη φαντασία κάθε φορά απού θ' ακούω τη φωνή σου! Η μάνα μου άκουσενε τα παρακάλια μου και μ'άνοιξενε τη φυλακή μου. Μ' άφησε να σε συναντήσω στο γ-κήπο, εκείνηνα τη βραδιά. Ερωτεύτηκα, μου κανες συντροφιά τσι ατελείωτες ώρες τση μοναξιάς. Φεύγω ευχαριστημένη σ'αγάπησα πολύ φυλάκισα στη γ-καρδιά μου, τη μορφή σου. Είμαι πολύ εξαντλημένη, δε ν-έχω άλλη δύναμη, αποχαιρέτησε με τραγούδησέ μου τη πιο καλή σου μαντινάδα.

Είχενε ακουστά μια μαντινάδα ο Αντρουλής τη ν-άλλαξεν ένα ψιχάλι (9), εκράτανε τα χεράκια τζη τσι χούφτες και τση τραγούδησε από σιγανά:

"Θε μου απού καμες τη Γης                                                                                                                                                          μεγάλο περιβόλι                                                                                                                                                                               εγώ θα πέμπω δάκρυα                                                                                                                                                                    να τη μ-ποτίζεις όλη"

Την άλλη μέρα, επαρακολούθιενε την οικογένεια ο υπηρέτης κι ήτανε ξεμυγισμένη. Η μάνα δε εφαίνουντανε ποθές (10). Ο Στελιανάκης έκλεισενε το εργαστήρι. Ο παπά Νικόλας ετοίμαζενε την εκκλησία.

Σα γ-κεραυνός έπεσενε το μαντάτο (11) στο χωριό, ότι απόθανενε η γι-Αρετή η κόρη του σχοινοπλόκου, απού το χτικιό. Κιανείς χωριανός δε εσίμωσενε την ώρα τση κηδείας, μούτε τ'αδέρφια τζη, για να μη κολλήσουνε την αρρώστια. Οι γονείς εσηκώσανε το καδελέτο(12) κι ο παπα-Νικόλας από μπροστά έψαλε και πχαίνανε στο νεκροταφείο. Απ' όπου περνούσανε τα παραθύρια κι οι πόρτες ήτανε σφιχταμπαρωμένα γιατί εφοβούντανε οι χωριανοί να μη μολυνθούνε απού τα μικρόβια τση νεκρής.

Η οικογένεια εστιγματίστηκενε, εγινήκανε κι αυτοί βερεμιάρηδες όπως τόσοι άλλοι χωρινοί. Τα ντορμπάδια του Στελιανάκη ήτανε μολυσμένα, κανένας δε ν-ταγόραζενε. Τ'αργαστήρι έκλεισενε. Στο σπίτι ν-τωνε δε ν-εξαναπάτησεν άθρωπος. Αποστραφήκανε τ'αδέρφια τση νεκρής οι νεαροί του χωριού, δύσκολα θα βρούνε γυναίκες για να κάμουνε οικογένειες. Όντε ν-εφάνηκενε στη μπλατεία του χωριού ο Αράπης, ο σκύλος τσ' οικογένειας τω βερεμιάρηδω, ούλοι γλακούσανε και κλειδωθήκανε μέσα να μη μολυνθούνε.

Ο Αντρουλής έφυγεν απού το χωριό και γίνηκενε βοσκός σ'ένα μακρρινό χωριό. Ακόμη κι η μάνα, που τονε γέννησενε δε τονε 'βαλε στο σπίτι γιατί φοβούντανε μη γαμαρίσει (13) με τα μικρόβια τ'άλλα τζη κοπέλια.

Δε ν-άντεχενε ο Αντρουλής τουτηνά την αποξένωση κι έδωκενε τω ν-αμμαθιώ ντου, αλαργοξορίστηκενε!

Αυτή τανε η καταδιά(14) τω ν-ανθρώπω το μ-περασμένο αιώνα. Η φυματίωση επήρενε τη μορφή της επιδημίας, φάρμακα δε ήτανε. Οι αγράματοι άνθρωποι δε ν-εκατέχανε πως να προστατευτούνε και φτάνανε στην υπερβολή!

 

1 σάικα= ασφαλώς

2 οθέ= προς

3 περβάζι= πέτρινη προεξοχή μπροστά στο παράθυρο

4 ογραντίσω= να μην μπλέξω σε δυσάρεστες καταστάσεις Τουρκ ρημ ogramak

5 ανταγιάντιστα= ανυπόφορα

6 μπέτης= στήθος

7 εκουλουμούντρισενε= έκανε τούμπες, εκατρακύλισε

8 αναπαταχλή= φασαρία οχλαγωγία (ανα+πάταγος+όχλος)

9 ένα ψιχάλι= ελάχιστο

10 ποθές= πουθενά

11 μαντάτο= είδηση

12 καδελέτο= φέρετρο ιταλ cataletto

13 γαμαρίσει= λερώσει

14 καταδιά= κατάντια

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

H βερεμιαρέ (φυματική) της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ