Κάποιος, κάπου, κάποτε, μου είχε πει - μεταξύ άλλων - μια μικρή ιστορία που πάει ως εξής:«Μόλις πιάσαν τα πρώτα κρύα και τα πουλιά άρχισαν να μεταναστεύουν για τις χώρες του Νότου, έψαχναν να βρουν θερμότερο κλίμα για να επιβιώσουν. Φεύγαν σμήνη ολάκερα, τόσα που κρύβανε τον ήλιο. Περήφανα, περπατούσαν τον αέρα σε γεωμετρικά άψογους σχηματισμούς. Ανάμεσά τους, τελευταίο από όλα, ένα μικρό πουλάκι αστεία όμορφο, που μόλις πριν λίγες ημέρες έμαθε να πετά. Από το κρύο, που απότομα άρχισε να πιάνει, πάγωσαν τα φτερά του. Αμάθητο, όλο και πιο αργά φτερούγιζε, μέχρι που έχασε ύψος και, τελικά, έπεσε στο έδαφος. Ανήμπορο να αντιδράσει, λούφαξε στο χώμα τρομαγμένο. Άρχισε να σκέφτεται πως αυτό ήταν και πως όλα κάπου εκεί είχαν τελειώσει. Έχασε τους γονείς του, τ' άλλα πουλάκια που έμαθε μαζί τους να πετά. Βυθισμένο στις σκέψεις του, τρεμάμενο από τον φόβο, ξαφνικά ακούει έναν θόρυβο. Ήταν μια άμαξα ζευγμένη από γελάδια. Βλέπει τις ρόδες του κάρου να το πλησιάζουν, να έρχονται προς το μέρος του απειλητικά, έτοιμες να το πατήσουν. Γεμάτο αγωνία, κοιτά να περνούν από πάνω του οι αγελάδες και να το χέζουν. Σιγά σιγά, άρχισε να ζεσταίνεται και να ξανακινούνται τα φτερά του. Σε ελάχιστα λεπτά ήταν και πάλι στον αέρα. Γεμάτο χαρά και αισιοδοξία, έβαλε όλη του τη δύναμή και, τελικά, υπερβάλλοντας εαυτόν, κατάφερε να φτάσει και να ενωθεί με το σμήνος, να βάλει ρότα για τον Νότο και την επιβίωση».
Το συμπέρασμα από την όμορφη αυτή ιστορία που μου είπε κάποιος, κάπου, κάποτε, είναι πως, τελικά, όποιος σε χέζει, δεν θέλει απαραίτητα το κακό σου. Πως είναι αυτός τον οποίο θα πρέπει να ευεργετείς, γιατί ακριβώς σε βοηθά να αντιληφθείς, να καταφέρεις να αλλάξεις προς το καλύτερο τον εαυτό σου. Είναι το έναυσμα και η αφορμή. Το συμπέρασμα είναι πως, όσοι βρίσκονται δίπλα σου με οποιαδήποτε ιδιότητα και απλώς κολακεύουν τις αδυναμίες σου, δεν σε ωφελούν, αλλά ουσιαστικά σε βλάπτουν. Το συμπέρασμα είναι πως πρέπει να ζεις με θέληση για ζωή, να μην επηρεάζεσαι αρνητικά, να διαθέτεις μια «ήρεμη επιθετικότητα» απέναντι σε ό,τι κι όσους συναντάς. Να μην απογοητεύεσαι, να σκέφτεσαι πως τίποτα δεν πάει χαμένο αρκεί να μην είναι εύκολο, αρκεί να ματώσεις, προκειμένου να το αποκτήσεις. Και πάνω από όλα, να χαμογελάς, να αγαπάς. Και πάνω από όλα, να ξεχνάς ό,τι το άσχημο σου λέει πως είδε ή άκουσε το μυαλό ή η καρδιά σου, μα κυρίως η όρασή σου. Κάποιος, κάπου, κάποτε μου είπε πως στη ζωή θα πρέπει να παρατηρείς. Τι κάνει;Πως ζει ο διπλανός σου; Αν χρειάζεται τίποτα και αν του περισσεύει. Να προσπαθείς, να νιώθεις.
Οι ημέρες της εποχής, στην οποία ζούμε, ξημερώνουν και βραδιάζουν γρήγορα, σχεδόν ανούσια. Νοίκια, λογαριασμοί, ρούχα και φαγητά πολλά, δόσεις δανείων στις χρεωκοπημένες τράπεζες, ένα καλό κινητό και μια φωτογραφία προφίλ στο facebook με λιγότερα πάντα τα like από αυτά που υπολογίζουμε. Οι ημέρες της εποχής στην οποία ζούμε μας υποχρεώνουν να αναρωτιόμαστε ποιός ήταν τελικά αυτός ο κάποιος, πού ήταν το κάπου και πότε αυτό το κάποτε θα γίνει σήμερα.
