ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Η βερεμιαρέ (φυματική) της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0

(2η συνέχεια από το προηγούμενο)

Τα κανόνισενε ο Γιωργάκης ο αφέντης τ’ Αντρουλή με το σκοινοπλόκο το Στελιανάκη και τονε πήρενε τσιράκι(1) στο σκοινοπλοκάδικο. Η συμφωνία ’τανε να του δουλεύει ουλημερνήσιως τση μέρας κι αυτός να τονε ταΐζει και να του πάρει μια ν-αλλαξιά ρούχα. Για τα παπούτσια αθιβολή(2)… τα περισσότερα κοπέλια ’τανε ξυπόλητα!

Ευχαριστημένοι ’τανε οι γονέοι με τη συμφωνία και τη τέχνη θελα μάθει, κι ένα στόμα χανε λιγότερο στο τραπέζι.

Συνήθεια ’τανε τοτεσιδά οι φτωχοί να πέμπουνε τσι κοπελιές δούλες τσι πολιτείες και τ’ αρσενικά βοσκαρούδια τσι πλούσιους κουραδάρηδες για ένα κομμάτι ψωμί να μη ν-αποθάνουνε απού τη μ-πείνα, να μη βερεμιάσουνε.

Τ’ αφεντικό τ’ Αντρουλή ’βγανε πολλούς παράδες. Μέσα σ’ ένα ισόγειο μεγάλο κονάκι είχενε ντουρντισμένο(3) τ’ αργαστήρι. Κάτω στο πάτωμα κάρφωνενε τέσσερα πέντε σκοινιά και τσ’ άκρες τωνε στερέωνε σε μια μιτιρή σανίδα. Έριχνενε κάτω απ’ τα σκοινιά τσι τρίχες τσ’ αίγας πολλές μαζί και ’κούνιενε πάνω κάτω τη σανίδα απού ’τανε καρφωμένα τα σκοινιά. Με το χτύπημα οι τρίχες εχωρίζουντανε και πέφτανε με δύναμη όξω. Τσι ξασμένες τρίχες εμάζωνενε και τσι βάνενε σ’ ένα αυτοσχέδιο αρδάχτι(4) που ’τανε στερεωμένο στο τοίχο. Κάθε λίγο και λιγάκι έβανεμε τρίχες στ’ αρδάχτι, ύστερα έκλωθενε τσι τρίχες με τα δαχτύλια ντου κι έκανενε ένα φάδι(5) με το ίδιο πάχος. Στη άκρια τα ’ργαστηριού ’τανε ’να τελάρο κι έφανενε τα ντορμπάδια(6). Μέσα τσι σάκους απού τανε φαμένοι με μαλλιά τσ’ αίγας κι ήτανε πολλά γεροί εβάνανε οι μυλωνάδες τσ’ αλεσμένες ελιές και τσι τοποθετούσανε στα πιεστήρια και βγάνανε το λάδι.

Οι τεχνίτες απού φαίνανε τα ντορπάδια ’τανε λίγοι και τ’ αλετρουβιδιά(7) πολλά κι ο Στελιανάκης είχενε πολλή δουλειά κι εξασφαλισμένο εισόδημα.

Ο παπάς του χωριού τούδωκενε τη μοναχοκόρη ν-του και μαζί ούλα ν-του τα πλούτη, το σπίτι, τα περβόλια, τσ’ ελές, τ’ αμπέλια. Με την παπαδοπούλα ο σκοινοπλόκος, έκαμενε πέντε γιούς και μια κόρη. Στο σπίτι ’μενε πάντα μαζί ντωνε κι ο παπά-Νικόλας.

Το γ-καιρό απού μπήκενε στη δούλεψη του Στελιανάκη ο Αντρουλής τα κοπέλια ν-του ’τανε κοντά στην ηλικία ν-του και μια ουλιά μεγαλύτερα γή μικρότερα. Καθ’ αργά εκάνανε παρέα ούλα τα κοπέλια του χωριού και τραγουδούσανε τσι ρούγες(8) απού μένανε οι γι-όμορφες χωριατοπούλες. Με τσικουδιά κι αστραγάλια εστένανε χορό τσι ταράτσες και χορεύγανε με τσι λυγερές απού ’ρχουτανε πάντοτε με το μπατέρα γή με τσ’ αδερφούς τωνε.

Ποτέ δε ν-επήγαινε η Αρετούλα η κόρη του Στελιανάκη στα γλέντια, ποτές τση δε ν-επόριζενε στο χωριό με φιλενάδες. Μόνο στη ν-εκκλησία τη θωρούσανε κάθα Κυριακή με τη μάνα τζη. Ήτανε πού αδύνατη και ασθενική που όντε ν-τη θωρούσανε οι φτωχές γυναίκες του χωριού τη κουτσομπολεύανε με ικανοποίηση.

  • Όσα κι αν έχει ο αφέντης τση είναι πια κιτρινιαρέ απού τα δικά μας φτωχαδάκια!
  • Δε θα ριζασκελώσει(9), να μου θυμάστε, θα ποθάνει με το χτικιό, όπως επόθανενε κι γιαγιά τζη η παπαδιά.
  • Αχρείαστα θα πομείνουνε τα προυκιά α-πού τση φαίνει η μάνα τζη, είπενε ντουσουντισμένη(10) η Νταμουλίνα, πρώτη τζη ξαδέρφη.
  • Το παιδάκι μου απόθανενε από το βερέμι αλλά ’μουνα φτωχή και δε ν-είχα να το ταΐζω. Εγλάκουνε και στα μεροκάματα και το παραίτουνε, είπενε με παράπονο η Βαγγολένη. Αυτοί ’χουνε ούλα τα καλά στο σπίτι, γιάντα δε ν-το ταΐζουνε.

Εδά τελευταία δε τη θωρούσανε μούτε στην εκκλησία. Η μάνα τζή λεγενε πως είναι στη χώρα και μαθαίνει μοδίστρα, μα κιαμιά δε τη μ-πίστεψενε!

Ο Αντρουλής έξενε μαλλιά ετοίμαζε τ’ αρδάχτια και όντενε τελείωνε κατά το πρόσαργο(11) τον έστελνε τ’ αφεντικό να βοηθήσει τη γυναίκα του στο σπίτι.

Αυτή τον έβανενε και σκούπιζενε τσι στάβλους τσ’ αυλές, ακόμη και το δρόμο γύρω απού το σπίτι, γιατί όπως έλεγενε η κερά ντου, το σπίτι δεν φτάνει να ’ναι από μέσα παστρικό αλλά να φαίνεται κι απ’ όξω.

Το μεσημέρι έφερνενε ένα γιγούμι(12) κρυγιό νερό, κι μέχρι να γιαγύρει, ούλοι κάθουντανε στο τραπέζι. Δεν αρχινούσανε να τρώνε αν δε ν-εκάνανε προσευχή. Δυο αθρώποι ελείπανε πάντα απού το τραπέζι η κόρη και το τσιράκι. Τη κόρη δε τη ν-είδενε ποτέ στο σπίτι ο Αντρουλής, αλλά και δεν τη ν-αναζήτηξενε, είχενε τσι δικές του έγνοιες. Την ώρα που τρώγανε τ’ αφεντικά, τση κέρνανε το κρασί έβανε στα ποτήρια κρυγιό νερό, έκοβγιενε ψωμί και περίμενενε ανυπόμονα ν’ αποφάνε. Δεν άντεχενε τη μ-πείνα… το ψηλόλιγνο κορμί ν-του είχενε ανάγκη από πολύ φαητό για να μεστώσει!

Απής(13) αποτρώγανε τ’ αφεντικά, εγέμιζενε τρουλιαστό(14) το πιάτο τ’ Αντρουλή η κερά και το ’βανε στη μέση του τραπεζιού. Έκοβγενε και μια μεγάλη φέτα ψωμί, ένα ποτήρι κρασί, ένα μαστραπά(15) νερό, έφερνε κάρβουνα από τη φωτιά στο θυμιατό, άναβενε και ’να κεράκι, έβανε λιβάνι, εθύμιαζενε το φαητό και ψιθύριζενε προσευχές…η ψυχή τση μάνας μου, του παππού μου του Ηρακλή, τση γιαγιάς τση…τζη θειας τση…αναθίβανενε(16) μια δεκαρέ ποθαμένους και σε κάθα ένα όνομα έβανενε στο θυμιατό μια σταλέ κρασί, ένα ψίχουλο ψωμί, μια βρόξη(17) νερό, ένα ψιχάλι φαητό και κράτανε ώρα πολλή τουτοσάς ο συχωρεμός.

Ορθός ο φτωχός Αντρουλής επερίμενε τη σειρά ν-του και γουργούριζενε η κοιλιά ν-του κι έλεγενε από μέσα ν-του: «Το να φάω απής αποφάνε οι ζωντανοί ένα πιάτο φαητό γεμάτο απ’ τ’ αποφάγια ντωνε δε το δικαιολογώ, αλλά τους το συγχωρώ. Να περιμένω όμως ν’ αγαλλιάσει πριν από μένα κι η ψυχή των αποθαμένω ν-τωνε, ε…αυτό με διαολίζει, είναι ντιμπιντούς(18) άδικο. Ούλα τα θέλουνε δικά ν-τωνε οι πλούσιου. Δουλεύω απού το πρωί μέχρι το βράδυ για ένα πιάτο φαητό και μούτε αυτό δε μου το χαλαλίζουνε(19). Όντε δε ν-είναι αποφάγια, το μνημονεύουνε για τους ποθαμένους».

Η πείνα ν-του όμως ήτανε μεγάλη και δεν τον άφηνενε να ψυχοπονάται το ν-απατό ντου(20). Σε τουτονά το σπίτι οντε ν-ήρχεντονε η σειρά ν-του, έτρωενε άφθονο φαητό και χόρταινενε, ας ήτανε κι αποφαούδια «Εγώ, έλεγενε από μέσα ν-του, έχω καομένη συμφωνία με τη κοιλιά μου, να τη ν-έχω γεμάτη, είντα θα τση βάνω μέσα, είναι δικός μου λογαριασμός».

 

(συνεχίζεται)

 

1 τσιράκι = βοηθός του τεχνίτη

2 αθιβολή = κουβέντα

3 ντουρντισμένο = οργανωμένο

4 αρδάχτι = εξάρτημα της ρόκας στο οποίο τυλίγεται η κλωστή, υποκοριστικό του αρχαίου άτρακτος

5 φάδι = νήμα, κλωστή μάλλινη

6 ντορμπάδια = σακίδια υφασμένα από τρίχα αίγας (Τουρκ torba)

7 αλετρουβιδιά = μύλοι που αλέθουνε τις ελιές, ελαιοτριβεία

8 ρούγα = δρόμος, σοκάκι (Λατ ruga)

9 ριζασκελώσει = μεγαλώσει

10 ντουσουντισμένη = σκεπτική (Τουρκ ducunmek)

11 πρόσαργο = το απόγευμα (προσ_αργά = επιρ)

12 γιγούμι = μεγάλο χάλκινο κανάτι

13 απής = αφού (σύνδεσμος χρονικός)

14 τρουλιαστό = υπερυψωμένο, πολύ γεμάτο

15 μαστραπά = χάλκινο κύπελο

16 αναθιβάνω = φέρνω στη μνήμη μου

17 βρόξη = γουλιά (αρχαίο ρήμα βρόχω)

18 ντιμπιντούς = ολότελα

19 χαλαλίζουνε = χαρίζουνε

20 το ν’ απατό του = τον εαυτό του

 

Ευγενία Ζαμπετάκη Σπαντιδάκη

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Η βερεμιαρέ (φυματική) της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ