Γράφει ο Αθανάσιος Τσολιάς – Δημοσιογράφος
Ένα -μόνο- από τα πάμπολλα ελαττώματα που με συνέπεια έχω καλλιεργήσει στο διάβα της, εώς τώρα, ζωής μου είναι η σχεδόν εμμονική επιθυμία μου να ξεκαθαρίζω τα πράματα εξαρχής και, στη συνέχεια, να τα ξανανακατεύω· αυτή η ασυναρτησία, η οποία σε συνδυασμό με την καλή προδιάθεση μου, δίχως κόπο, με κάνει αγαπητό ή απλώς ανόητο. Πρόκειται για τη φυσική κλίση που διαθέτω να δημιουργώ κάποιο κλίμα οικειότητας και, εκεί που νομίζεις πως με ξέρεις, να με χάνεις, για την ικανότητα να ελίσσομαι με την ίδια ευκολία ανάμεσα σε διαφορετικά θέματα, ανθρώπους και περιβάλλοντα, όπως ακριβώς επιπλέει ο φελλός, όπου κι αν τον πετάξεις.
Είναι η ανάγκη μου να πιστέψω πως ένα κι ένα τελικώς κάνουν δύο. Να προσαρμοστώ, έστω και καθυστερημένα, σε αυτή τη λογιστική λογική που τα γνωρίζει όλα πριν ακόμη συμβούν, που τα ζυγιάζει και τα μετρά με ευκολία, δίχως αμφιβολίες και δεύτερες σκέψεις. Τη λογική που «εργάζεται» για λογαριασμό μας, με σκοπό να μας «βοηθήσει» να πορευτούμε αγόγγυστα. Αυτό που φαίνεται κι όχι αυτό που υποκρύπτεται. Και την ίδια στιγμή, είναι η λαχτάρα μου να δω πίσω από την κουρτίνα, την έκπληξη, «το χέρι κάτω από τη φούστα», όπως έλεγε σε κάποια από τις ταινίες του ο Αλ Πατσίνο, στο «Άρωμα Γυναίκας» αν δεν με απατά η αδύναμη μνήμη μου.
Έχω την αίσθηση πως αντιστοίχως ελαττωματική όσο και ασυνάρτητη είναι και η πολιτική συμπεριφορά όλων μας, είτε βρισκόμαστε στη θέση του «τελευταίου», είτε του «πρώτου» πολίτη αυτής της παράξενης χώρας, στην οποία έτυχε να γεννηθούμε. Οι μέρες αυτές, μακριά και πέρα από δογματισμούς ή μικροσυμφέροντα, αποτελούν μια ευκαιρία να ανακαλύψουμε ξανά τον εαυτό μας, μέσα από τους συμβολισμούς και την εννοιολογία τους, μα κυρίως μέσα από τον ίδιο τον ρεαλισμό τους. Έχει, πιστεύω, καταστεί πλέον συνολική η εντύπωση πως οι ιδεολογίες έχουν πια καταρρεύσει. Όλα όσα γνωρίζαμε για τα φιλοσοφικά συστήματα, τις πολιτικές πλατφόρμες, τους οραματιστές ηγέτες που θέλουν να μας σώσουν, άλλα κάποιο αόρατο χέρι δεν τους το επιτρέπει, τα κόμματα και τα χρώματα, τα αξιόπιστα δελτία ειδήσεων με την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση τους, τις εκπομπές μαγειρικής. τα πρωινομεσημεριανάδικα με τις αξιαγάπητες εγκύους τηλεπερσόνες κι ένα σωρό άλλες μπούρδες που μας παραγεμίζουν το μυαλό. Τώρα πια, όλα μοιάζουν ίδια: ο καπιταλισμός, ο σοσιαλισμός, ο κομμουνισμός, ο εκσυγχρονισμός, ο παλιμπαιδισμός και όλα τα - ισμός, η ανάπτυξη, η αποκέντρωση, η ανασυγκρότηση, η επανεκκίνηση κι άλλες ελπιδοφόρα πιασάρικες έννοιες όπως: μπορούμε, αλλάζουμε, προχωρούμε. Τώρα πια ζούμε στη ζούγκλα των αγορών που δεν έχει όνομα, πρόσωπο και ταυτότητα, ωστόσο υπάρχει, βρίσκεται εκεί, κι ας μη μπορούμε να την δούμε ή να την αγγίξουμε. Βρίσκεται εκεί και καθορίζει τις ζωές μας, τις αποφάσεις, τα «θέλω» και τα «πρέπει» μας, έχοντας ως μόνη αποστολή της να μας αφαιρεί, να μας στραγγίζει.
Ποια είναι όμως αυτή η αγορά και ποιοι την απαρτίζουν; «Ο Οίκος Αξιολόγησης τάδε (Stanley Morgan. Moody's, Fitch...) υποβάθμισε», λέει, «την Ελλάδα». Εντάξει. Όλα καλά μέχρι μέχρι εδώ, καλά έκανες και μας υποβάθμισες και με το δίκιο σου, αλλά ποιός σκατά είσαι εσύ που μας υποβαθμίζεις και γιατί να μη σε υποβαθμίσουμε εμείς; Είσαι κάποιος Δημόσιος Οργανισμός ή θεσμικός φορέας ή κάποιος ιδιώτης; Ποιοί απαρτίζουν το Διοικητικό σου Συμβούλιο, με ποιά κριτήρια επιλέγονται ή διορίζονται σε αυτό τα μέλη σου και ποιός ο σκοπός της ύπαρξης σου; Από πού πληρώνεσαι για να σκέφτεσαι μέρα νύχτα το πως θα ονειρεύομαι εγώ με ανοιχτά τα πεινασμένα μάτια μου; Κι αν είσαι μεγαλοεπενδυτής των παγκόσμιων αγορών, των Χρηματιστηρίων και με μια σου κίνηση κερδίζεις εκατομμύρια ευρώ ή δολάρια, τι τα κάνεις αυτά τα χρήματα; Τα ανακυκλώνεις στην αγορά ή τα βάζεις στη μπάντα μόνο και μόνο για να θρέψεις την ανούσια ύπαρξή σου;
Η βίαιη αρπαγή του πλούτου - ανακατανομή την ονομάζουν οι χαρτογιακάδες - από τα χέρια των πολλών σε αυτά των ελαχίστων μόνο αντίθετα αποτελέσματα μπορεί να επιφέρει σε όσους επιμελώς την σχεδιάζουν. Εώς τώρα υπήρχε η φροντίδα, ο πολίτης να έχει τη δύναμη να καταναλώνει, κάτι που είναι ολοφάνερο πλέον πως αλλάζει σε πανευρωπαϊκό αλλά και παγκόσμιο επίπεδο. Πού μπορεί όμως να οδηγήσει αυτό; Ας υποθέσουμε ότι συσσωρεύεται όλος ο πλούτος στα χέρια των λιγοστών. Πως θα ήταν τότε η κοινωνία και ποιος ο ρόλος των πολιτών που δεν παράγουν και, επειδή δεν έχουν, δεν ξοδεύουν. Τι είδους μοντέλο κοινωνίας θα είναι αυτό αν δεν υπάρχει ανακύκλωση των πόρων; Σε τι αδιέξοδα θα οδηγηθούν, ιδιαίτερα οι αδύναμες κατηγορίες των πολιτών και ποιός μπορεί με ακρίβεια να προβλέψει το πως θα αντιδράσουν όσοι οδηγηθούν στο περιθώριο;
Πάντοτε, από μικρό παιδί, είχα πολύ λίγα πράγματα μες το δωμάτιό μου. Όταν τα άλλα παιδιά γέμιζαν τους τοίχους με τεράστιες αφίσες από τους αγαπημένους τραγουδιστές ή συγκροτήματα και διάφορα άλλα μικροπράματα που ήταν στη μόδα της εποχής, έχω είχα κατά νου τη χρηστικότητα των αντικειμένων. Αν μπορούν να μου προσφέρουν κάτι, σκεφτόμουν, τα αντικείμενα αυτά, έχουν κάποιο λόγο ύπαρξης στον χώρο μου. Κι αν δεν υπήρξαν ποτέ χρηστικά, θα έπρεπε τουλάχιστον να διακοσμούν την ψευτοκαταθλιπτική εφηβεία μου. Κι όταν αντιλαμβανόμουν πως δεν είχαν τίποτα να μου προσφέρουν, άρχιζα να πετώ, να καθαρίζω. Σιγά σιγά αυτός ο τρόπος σκέψης και επιλογής επεκτάθηκε και στα υποκείμενα. Πολύ σύντομα, άρχισα να πετώ από τη ζωή μου όλους εκείνους τους «φίλους» και τους γνωστούς που δεν είχαν να μου προσφέρουν, έστω και το παραμικρό, να με ωφελήσουν, ακόμη και στο ελάχιστο. Ήμουν πια στις πρώτες τάξεις του Λυκείου. Ήσυχο παιδί, σαν τους ύπουλους βάλτους με τις καλαμιές, είχα ωριμάσει πρόωρα, όπως συνήθιζε να ισχυρίζεται ο περίγυρος, γιατί ακριβώς έμαθα από νωρίς να αποτινάσσω από πάνω μου ό,τι με καταδυναστεύει, να δρω ελεύθερα, εγώ και η ψήφος μου για τη ζωή που ήθελα να ζήσω με τα ελαττώματα και τις ασυναρτησίες μου.
