Μια πραγματική ιστορία της Κατοχής που έγινε παραμύθι
Γράφει όπως τα θυμάται
ο Γιάννης Τσακπίνης Απόστρατος Αξιωματικός
Όσο θα συνεχίζει η ζωή των ηλικιωμένων θα συνεχίζει και η σκέψη τους να ταξιδεύει προς διάφορους προορισμούς, συνήθως εκεί που στα παιδικά τους χρόνια άρχισε η ζωή τους με πολλές περιπέτειες για να αναπτυχθεί. Με ευχάριστες ελάχιστες και με δυσάρεστες πολλές. Αυτές θα υπάρχουν χωρίς να διαγραφούν όσο υπάρχει η ζωή τους.
Με την ανάλογη συμπεριφορά με όλες τις ηλικίες εις την κοινωνία εμφανίζονται μπροστά τους και τις περιγράφουν πως ήτανε πριν πολλά χρόνια και πως έχουν διαμορφωθεί σήμερα με την αξιολόγησή τους θετικά ή αρνητικά.
Σήμερα θα μεταφερθούμε παρέα με τη σκέψη μας σε ένα ορεινό χωριό του τόπου μας στην καλοκαιρινή εποχή στα Καπεδιανά. Ήτανε η περίοδος που οι κάτοικοι μαζεύανε τα σύκα τους να τα ξηράνουν για να τα έχει η οικογένεια για τροφή τον χειμώνα. Σε τρεις διαφορετικές τοποθεσίες μακριά από το χωριό, όλοι οι χωριανοί είχανε τ’ αμπέλια τους και τις συκιές τους.
Από τον Ιούλιο άρχιζε η ωρίμανσή τους και η συγκομιδή των σύκων. Πρωί – πρωί οι κάτοικοι με τα κοφίνια και τα καλάθια τους στο γάιδαρο φεύγανε να τα μαζέψουν πριν πιάσει η ζέστη για να γυρίσουν να τα βάλουν με μια διαδικασία εις τα κεραμίδια και στους τοίχους να ξηραθούν. Μετά με ειδική επεξεργασία τα συσκευάζανε και ήτανε έτοιμα για κατανάλωση. Σε όλη αυτή τη διαδικασία της εποχής των σύκων η οικογένεια του Θανάση Γ. δεν είχε συμμετοχή να κάνει ότι κάνανε όλες οι άλλες. Ήτανε τελείως αδιάφορη και δεν ήθελε να προσφέρει εργασία προς όφελός της για να διαβιώνει καλύτερα. Πολύ σωστά τους ονομάζανε όλους τεμπέληδες.

Ειδικά τα παιδιά περιφερότανε στους δρόμους και όταν βλέπανε στα σπίτια ν’ ασχολούνται με την διαδικασία του απλώματος των σύκων για να ξηρανθούν ή όταν συναντούσανε στο δρόμο κάποιο χωριανό να γυρίζει από την συγκομιδή με τα κοφίνια και τα καλάθια γεμάτα φορτωμένα στον γάιδαρο, ζητούσανε να τους δώσουνε σύκα να φάνε.
Ο μεγαλύτερος γιος τους ο Κωστής ήτανε πολύ απαιτητικός και ζητούσε περισσότερα για να πάει και για τους άλλους στο σπίτι.
Όμως η κυρία Κυριακούλα Κ. του είπε: Κωστή, δεν ντρέπεσαι; Να πάτε τεμπέληδες να κόψετε μόνοι σας, σύκα, αλλά τα θέλετε έτοιμα;
Επίσης το ίδιο κάνανε όταν οι χωριανοί βγάζανε τις πατάτες, τα κρεμμύδια κ.λπ. όπως και όταν ραβδίζανε τις καρυδιές.
Ακόμα ένας χωριανός είχε πει στο καφενείο ότι τον Θανάση τον θυμάται από παιδί και ότι από τότε ήτανε τεμπέλης. Και ότι ένα καλοκαίρι είχε πάει να κόψει σύκα. Δεν βγήκε επάνω στην συκιά αλλά ξάπλωσε από κάτω της ανάσκελα. Άνοιξε την μπούκα του (στόμα) και κοίταζε ένα ώριμο σύκο, λέγοντάς του: Πέσε σύκο να σε φάω. Αυτό δεν έπεσε, περίμενε να πέσει αλλά τον πήρε ο ύπνος. Μετά από λίγο έπεσε ένα άλλο σύκο και πήγε στο κούτελό του. Αμέσως ξύπνησε και πάλι περίμενε, αλλά δεν έπεσε ποτέ αυτό που ήθελε. Όταν παντρεύτηκε το ίδιο έγινε η γυναίκα και τα παιδιά του. Η τεμπελιά δεν κόβεται ποτέ, μόνο αν υπήρχε κανένα δυνατό φάρμακο μπορούσε να την κόψει είπε τελειώνοντας ο χωριανός.
Σε απόγνωση είχανε έρθει όλοι οι χωριανοί για τη συμπεριφορά της οικογένειας. Κάνανε υπομονή και ίσως από τις πολλές προσβολές να μειωθεί.
Η συμπεριφορά της οικογένειας του Θανάση μετά από χρόνια πήρε διαστάσεις και έγινε γνωστή σε όλα τα γειτονικά χωριά. Οι μεγαλύτεροι το λέγανε στα παιδιά τους σαν παραμύθι για να μην γίνουν τεμπέληδες.
Όπως ένα βράδυ τα εγγόνια της γιαγιάς Αθηνάς της είπανε: Γιαγιά, θα μας πεις ένα παραμύθι; Ναι, αλλά πρώτα να πλύνω τα πιάτα που φάγατε και μετά θα σας το πω.
Σε λίγο τους είπε: Ελάτε κοντά μου, δέσετε τα χεράκια σας και να με ακούτε: Μια φορά και ένα καιρό ήτανε μια οικογένεια που είχε πέντε παιδιά. Το καλοκαίρι που μαζεύανε οι χωριανοί τα σύκα να τα ξηράνουνε για να τα τρώνε τον χειμώνα, μια οικογένεια δεν πήγαινε να μαζεύει γιατί ήτανε όλοι τους τεμπέληδες. Ο ένας γιος της πήγε μια ημέρα σε μια συκιά να κόψει σύκα, αλλά βαριότανε να βγει επάνω και προτίμησε να ξαπλώσει από κάτω της και με ανοικτό το στόμα του περίμενε να πέσει μόνο του το σύκο μέσα. Αυτό δεν έπεσε και έφυγε για το σπίτι του. Και η γιαγιά πρόσθεσε: Εσείς να προσέχετε να μην γίνετε τεμπέληδες σαν αυτό το παιδί και όταν θυμηθώ και άλλο παραμύθι θα σας το πω πάλι.
Τελειώνοντας, οι ηλικιωμένοι του χωριού έχουν φύγει από τη ζωή και οι νεότεροι έχουν διαδεχθεί σήμερα την ηλικία τους.
Πριν πολλά χρόνια έχουν φύγει και αυτοί από το χωριό σε διάφορες πόλεις να δημιουργηθούν σε διάφορα επαγγέλματα και για να δημιουργήσουν οικογένειες για ένα καλύτερο μέλλον τους.
Επίσης τ’ αμπέλια και οι συκιές στις περιοχές τους δεν υπάρχουν. Έχουν γίνει βοσκότοποι ζώων του χωριού και αποτελούν πλέον το παρελθόν τους.
Η καλλιέργεια αυτή σήμερα πραγματοποιείται σε πεδινές περιοχές από νέους αγρότες στο επάγγελμα, οι οποίοι επωφελούνται της καρποφορίας των.
Για την διατροφή μας τα προμηθευόμαστε από τα καταστήματα πώλησής των.
Έτσι ο άνθρωπος πριν από χρόνια έφυγε από την αυτοσχέδια εργασία αυτών και πραγματοποιείται από σύγχρονα μέσα καλλιέργειας και συγκομιδής.
Όμως, πέσε σύκο να σε φάω έμεινε να λέγεται περισσότερο στα μικρά παιδιά τους ως ένα πραγματικό παραμύθι της εποχής.
Σήμερα όταν αγοράσεις σύκα θα φας, όταν δεν αγοράσεις δεν θα φας εκτός μόνο αν θα φθάσεις στα άκρα της κλοπής.

