Η μελέτη της αγάπης και της φιλίας ειδικότερα, κατά τα καίρια στοιχεία τους, θέτει αναπόφευκτα το πρόβλημα ενός φαινομένου που συνδέεται στενά μαζί τους: της ζήλειας.
Σύμφωνα με την τρέχουσα εκδοχή, η ζήλεια είναι μία κακή έξη, και οπωσδήποτε, ηθικό ελάττωμα, κάτι επαίσχυντο και γελοίο, γέννημα της αλαζονείας, της ματαιοδοξίας, της φιλαυτίας, της καχυποψίας, της οξυθυμίας, μ’ ένα λόγο ο,τιδήποτε άλλο εκτός από ηθικό προσόν.
Θέσεις και ορισμοί ανθρώπων του πνεύματος του 19ου αιώνα.
Η οίηση και η ματαιοδοξία κάνουν τους ανθρώπους να ζηλεύουν όσο και η αγάπη. Η ζήλεια οφείλεται μάλλον στην ματαιοδοξία παρά στην αγάπη. Στον έρωτα, υπάρχει συχνά περισσότερη ματαιοδοξία παρά αγάπη, επισημαίνει ο Λα Ροσφουκώ. Η χονδροειδής ζήλεια είναι δυσπιστία για το αγαπημένο αντικείμενο, η εκλεπτυσμένη είναι δυσπιστία για τον ίδιο μας τον εαυτό, αποφαίνεται κάποιος άλλος.
Ο ζηλιάρης είναι ένα παιδί το οποίο τρομάζει με τα τέρατα που η φαντασία του πλάθει στο σκοτάδι, σκέπτεται και πάλι ο Μπουάστ. Ο ζηλιάρης περνά την ζωή του αναζητώντας το μυστικό του οποίου η ανακάλυψη θα καταστρέψει την ευδαιμονία του, παρατηρεί ο Οξενστρίρν. Απ’ όλα τα πάθη του πνεύματος, η ζήλεια φουντώνει με τα πάντα αλλά πολύ λίγα μπορούν να την γιατρέψουν, ορίζει ο Νοέλ.
Η ζήλεια έχει τα μάτια του λυγκός, φρονεί ο Μπελαμύ. Όταν η φιλαυτία κυβερνά την ζήλεια, η αγάπη χάνει κάθε δύναμη, βεβαιώνει ο Λυγκρέ. Η ζήλεια σβήνει την αγάπη, όπως η στάχτη σβήνει τη φωτιά, γράφει η βασίλισσα της Ναβάρρας. Τα ισχυρά πάθη είναι υπεράνω της ζήλειας, λέει ο Λα Ροσφουκώ.
Οι θέσεις του Σπινόζα
Αυτή η κοσμική και αρκετά ασαφής ερμηνεία της ζήλειας απετέλεσε αντικείμενο μιας ακριβούς και ψυχολογικώς αιτιολογημένης διατυπώσεως του Σπινόζα. Ο Σπινόζα χρησιμοποιεί επιτυχώς την εικόνα της αναμίξεως δύο υγρών που ταράσσονται κατά την αλληλοδιείσδυσή τους. Στην ζήλεια, η αγάπη και το μίσος αναμιγνύονται, προκαλούν κυματισμό της ψυχής που φέρνει ταραχή στην συνείδηση.
Η ζήλεια είναι, λοιπόν, ένας ψυχικός κλυδωνισμός που γεννιέται από την συνύφανση αγάπης και μίσους και από την ιδέα ενός άλλου που η ψυχή φθονεί.
Ο συλλογισμός που οδηγεί τον Σπινόζα στον κλασικό του ορισμό για την ζήλεια είναι ο ακόλουθος: η αγάπη, λέει, τείνει στην αμοιβαιότητα, στην τέλεια αμοιβαιότητα. Οποιαδήποτε μείωση, οποιαδήποτε βλάβη υφιστάμεθα σχετικά, την βιώνουμε ως μείωση του ίδιου μας του εαυτού, πράγμα που μας προκαλεί μεγάλη οδύνη. Ένας έρωτας απολύτως αμοιβαίος είναι ένας έρωτας που απορροφά τα πάντα: θέλουμε να κατέχουμε τον έρωτα ολόκληρο, αυτό είναι η μεγαλύτερη μας ευτυχία, την οποία δεν θέλουμε να μοιραστούμε με κανέναν ούτε να την μοιράσουμε σε κανέναν.
Εάν το ερώμενο πρόσωπο αγαπά έναν άλλο περισσότερο από εμάς, αισθανόμαστε απόλυτα δυστυχισμένοι. Η αιτία της δυστυχίας μας είναι το αντικείμενο του μίσους μας. Συνεπώς θα μισήσουμε το αντικείμενο του έρωτά μας διότι μας στερεί την αμοιβαιότητά του και θα φθονήσουμε αυτόν που την απολαμβάνει.
Έτσι γεννιέται ένας έρωτας που είναι ταυτοχρόνως μίσος και φθόνος, δηλαδή η ζήλεια. Αυτό το πάθος γίνεται πανίσχυρο όταν ένας τρίτος αρπάζει την ευτυχία μας. Όσο πιο ισχυρή υπήρξε αυτή η ευτυχία τόσο σφοδρότερη αποβαίνει η ζήλεια, και αν δεν βρεθεί άλλη δύναμη να την δαμάσει, μας μαυρίζει την ψυχή. Όσο πιο δυνατή ήταν η αγάπη μας τόσο βαθύτερο γίνεται το μίσος που νιώθουμε για το αγαπημένο πρόσωπο.
Ιδού τα βασικά θεωρήματα του Σπινόζα επί του θέματος:
1. «Εάν κάποιος φανταστεί ότι το αντικείμενο του έρωτός του συνδέεται με κάποιον άλλο, με εξίσου ή και ισχυρότερο δεσμό φιλίας, από τον δικό του, κυριεύεται τότε από μίσος προς το αγαπημένο αντικείμενο, και από φθόνο προς τον τρίτο».
2. «Αυτός ο οποίος θυμάται κάτι που είχε απολαύσει, επιθυμεί να το ξαναέχει κάτω από τις ίδιες περιστάσεις που το είχε χαρεί την πρώτη φορά».
3. «Η επιθυμία που γεννιέται από την θλίψη ή την χαρά, το μίσος ή την αγάπη είναι τόσο πιο δυνατή όσο πιο ισχυρά είναι αυτά τα συναισθήματα».
4. «Εάν κάποιος αρχίσει να μισεί το αγαπημένο αντικείμενο κατά τέτοιον τρόπο ώστε η αγάπη να καταργείται παντελώς, θα νοιώσει περισσότερο μίσος εναντίον του, απ’ όσο αν δεν το είχε ποτέ αγαπήσει, πολλώ μάλλον εάν η προηγούμενη αγάπη του ήταν πιο μεγάλη».
Για τον κοινό νου η ζήλεια είναι κάτι σαν καρκίνωμα της αγάπης. Τα αιτιά της είναι ξένα προς την ουσία της. Ο Σπινόζα ορίζει έναν πιο στενό δεσμό ανάμεσα στα δύο. Γι’ αυτόν, η ζήλεια δεν είναι ένας τυχαίος σύντροφος του έρωτα αλλά η πιστή σκιά του: εμφανίζεται στην οθόνη της ψυχικής ζωής κάθε φορά που ο έρωτας φωτίζεται από την προδοσία του αγαπημένου αντικειμένου.
Η ζήλεια είναι η ετερότητα της αγάπης
Ο έρωτας δεν χάνεται, μεταλλάσσεται σε ζήλεια. Εν τούτοις, σ’ αυτή την ανάλυση, ένας έρωτας χωρίς ζήλεια είναι εφικτός όταν η αμοιβαιότητα είναι απόλυτη. Η ζήλεια στην αγάπη δεν είναι αγάπη, κι έτσι, τόσο ως ετερογενές στοιχείο όσο και ως μη αγάπη, συνδεδεμένη όμως μ’ αυτήν αιτιωδώς, με σχέση ισοδυναμίας, είναι καταδικαστέα.
Για να κατανοήσουμε την ζήλεια και την αληθινή της φύση, πρέπει να την συνδέσουμε ακόμα πιο στενά με την αγάπη, να την εισαγάγουμε στον ίδιο της τον πυρήνα, κι αφού προκύψει ο προσωπικός χαρακτήρας της αγάπης, να δείξουμε πώς η ζήλεια είναι αυτή τούτη η αγάπη αλλά στο «άλλο είναι» της, στην ετερότητά της.
Πρέπει ν’ ανακαλύψουμε ότι η ζήλεια είναι αναγκαία συνθήκη και όψη της αγάπης απαραίτητη, αλλά τιμωρητική, έτσι ώστε όποιος θα ήθελε να εξαφανίσει την ζήλεια θα εκμηδένιζε μαζί και την αγάπη. Ομοίως η επιθυμία ενέχει πάντα το μίσος και τον φθόνο.
Λοιπόν, τι είναι στ’ αλήθεια η ζήλεια; Είναι ένα από τα στοιχεία του έρωτα, η βάση του, η ουσία του, η πρώτη νύχτα του κόσμου, απ’ όπου ξεμυτίζει η αχτίδα της αγάπης. Ο έρως είναι ελεύθερη επιλογή. Ανάμεσα σ’ έναν ορισμένο αριθμό προσώπων, με μια πράξη εσωτερικού αυτοκαθορισμού.
Το Εγώ διαλέγει ένα και μόνο πρόσωπο και μ’ αυτό χτίζει μία σχέση, συνδέεται ψυχικά. Αυτό το συνηθισμένο πρόσωπο, το Εγώ θέλει να το βλέπει ως εξαιρετικό, αυτό που είναι σκιερό το θέλει φωτεινό, το καθημερινό το κάνει γιορτινό. Βρίσκεται μέσα στο πλήθος, όμως το Εγώ το καλεί και το οδηγεί από την δημόσια θέα στο στολισμένο δώμα της καρδιάς. Φιλοτεχνεί την εικόνα του σ’ ένα πεδίο χρυσοσμίλευτο. Και δικαίως, γιατί αυτή η εικόνα δεν είναι μια καρικατούρα που συνήθως κάνουν οι άνθρωποι, ούτε ένα από τα πορτραίτα που φτιάχνουν οι σοφοί αυτού του κόσμου. Είναι μια εικόνα της εικόνας του Θεού – μια θρησκευτική εικόνα.
Κάθε έρωτας έχει, από την ίδια του την ουσία, δύναμη εκλογής, συνεπώς ο ερώμενος είναι πάντοτε ο εκλεκτός, ο μοναδικός. Σ’ αυτό συνίσταται η προσωπική φύση της αγάπης. Ελλείψει τούτου, πρόκειται για υλική επιθυμία και αδιάφορη επιλογή ανάμεσα σ’ ένα επιθυμητό πράγμα και σ’ ένα που φαίνεται παρόμοιο.
Στον βασιλικό θρόνο, εγώ κι εσύ
Όρος του έρωτα, ακόμα και στις λιγότερο τέλειες εκδηλώσεις του, είναι η συνείδηση της μοναδικότητας. Και κάτι παραπάνω. Ακόμη και η ψευδαίσθηση του έρωτα χρειάζεται, αν όχι την μοναδικότητα, τουλάχιστον την ψευδαίσθησή της, το εξαιρετικό, το ανεπανάληπτο, έστω κι αν αυτός που αγαπά θα ήταν τόσο λίγο δικαιολογημένος να θεωρήσει μοναδικό το αγαπημένο πρόσωπο όσο και η πρώτη αγάπη που νομίζει πως είναι μόνη στον κόσμο και στην ιστορία.
Με την πράξη μιας επιλογής ένα πρόσωπο γίνεται μοναδικό, τοποθετείται στα ύψη, στον βασιλικό θρόνο του Εσύ. Τι θέλει λοιπόν τώρα το Εγώ; Ένα και μόνο πράγμα: ό,τι ακριβώς ήθελε και προηγουμένως: την αγάπη του. Το Εγώ βεβαιώνει την πράξη της αγάπης του ως πράξη αιώνιας αξίας και απαιτεί να διαρκέσει παντοτινά, να είναι ανώλεθρη. Αυτή η εσωτερική βεβαίωση εκφράζεται ως ζήλος και η ζήλεια που τείνουν να ενσαρκώσουν στον χρόνο την αιώνια πράξη της επιλογής του αγαπημένου Εσύ.
Το Εγώ θέλει να μην εμποδισθεί στην αγάπη του από το Εσύ, δηλαδή το τελευταίο να είναι όντως Εσύ ως προς αυτό απέναντί του. Το αγαπώμενο Εσύ να συμπεριφέρεται ως το μοναδικό, να μην κατεβαίνει από το βάθρο της εξαιρετικότητας, της μοναδικότητας, της εκλογής. Λίγη σημασία έχει πώς το εκλεκτό Εσύ μπορεί να είναι από τα πιο συνηθισμένα ανάμεσα στο πλήθος και για το πλήθος.
Για το Εγώ, γι’ αυτόν που εκλέγει, πρέπει να είναι ακριβώς Εσύ και τίποτε άλλο: ειδεμή η ίδια η αγάπη είναι ανέφικτη και η πράξη της εκλογής δεν μπορεί να σαρκωθεί μέσα στον χρόνο. Διαφορετικά ο «χρόνος» της αγάπης δεν θα είναι «κινητή εικών της αιωνιότητος» της εκλογής. Σε σχέση με το Εγώ, το Εσύ πρέπει να συμπεριφέρεται ως Εσύ και όχι ως οποιοδήποτε ον μεταξύ των άλλων.
Πρέπει να φοράει το βασιλικό στέμμα και όχι το νυχτερινό σκουφί να έχει συνείδηση αυτής της απαιτήσεως σε σχέση με το Εσύ –απαραίτητο για να είναι εφικτή η αγάπη- να γεννά την επιθυμία να πραγματοποιήσει την εκλογή, και εν συνεχεία να την στερεώσει και να την διασφαλίσει. Όλα αυτά, στο σύνολό τους είναι η ζήλεια.
Η πρόκληση της ζήλειας
Κι αν το Εσύ δεν θέλει, εάν επίμονα προδίδει την υψηλή του θέση και τον τίτλο που ελεύθερα δέχθηκε εάν αφού πει «ναι» στην πρόταση μιας νέας πραγματικότητας, αυτής του Εσύ, από ελαφρότητα, από πείσμα ή από έλλειψη ειλικρίνειας κατά την αποδοχή της υψηλής τιμής που του έτυχε, εάν το Εσύ δείχνει με την ζωή του ότι γι’ αυτό, το Εγώ είναι ένα μή- Εγώ; Εάν, θέλοντας να είναι Εσύ, δεν θέλει ν’ αναγνωρίσει το Εγώ ως Εγώ; Τότε, το Εγώ δεν μπορεί και δεν πρέπει να μείνει χωρίς αντίδραση.
Αυτή συνίσταται στο να εκδηλώσει ζήλεια προς τον έρωτά του, δηλαδή να ανησυχήσει για την καθαρότητα, την αυθεντικότητα και τελικά την διατήρησή του. Ότι το Εγώ το απαιτεί αυτό από το Εσύ στο όνομα της ίδιας της δυνατότητας να αγαπά, κινητοποιεί την επιθυμία να πραγματοποιήσει την εκλογή, να την στερεώσει και να την προστατεύσει. Αυτό είναι, επαναλαμβάνω, που προκαλεί την ζήλεια.
Ένα από τα δύο μπορεί να συμβεί. Ή το Εσύ πρέπει να αναγνωρίσει αυτή την αντίδραση εναντίον του, αυτό τον αγώνα για την αγάπη, αυτή την ζήλεια, και να μεταμορφωθεί. Ή να παραιτηθεί από το αξίωμά του, να αρκεσθεί στο να είναι ο,τιδήποτε, να κατεβεί από τον θρόνο στην τεφρή συνθήκη του πλήθους και να πέσει από τον θρίαμβο στην συνηθισμένη καθημερινότητα. Όταν το Εσύ παύει να είναι Εσύ, είναι αδύνατον για το Εγώ ν’ αγαπά και να μην ζηλεύει, δηλαδή να μην πασχίζει ώστε το Εσύ να ξαναγίνει Εσύ.
Το δικαίωμα της ζήλειας
Γι’ αυτό αν δεν του αναγνωρισθεί το δικαίωμα και το καθήκον της ζήλειας, δεν του μένει άλλη επιλογή παρά να γκρεμίσει το Εσύ από το βάθρο του. Το Εγώ πρέπει να ξεχάσει το Εσύ, να σταματήσει να το αγαπά, γιατί είναι ο μόνος τρόπος να απαγκιστρωθεί από την αξίωση μιας αμοιβαίας αγάπης.
Μόνο που το Εσύ συνδέεται με το Εγώ, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του. Να σταματήσει να το αγαπά είναι σαν να στερείται ένα κομμάτι του εαυτού του. Να το ξεχάσει είναι σαν αν κόβει ένα κομμάτι από την σάρκα του. Έτσι συμβαίνει όταν από σεβασμό για την ελευθερία του άλλου κανείς είναι αναγκασμένος να ξερριζώνει την αγάπη από το στήθος του και μαζί την καρδιά του.
Η αγάπη δεν έχει σύνορα, δεν περιορίζεται ούτε από τον χώρο ούτε από τον χρόνο, είναι καθολική. Εν τούτοις, η καθολικότης της αγάπης όχι μόνο δεν αποκλείει, αλλ’ αντιθέτως προϋποθέτει την ιδιαιτερότητα, την αποκλειστικότητα, την απομόνωση.
Τούτο διότι θεμελιώνεται σ’ αυτό που η ψυχή έχει για ιερό θησαυρό και δεν είναι εφικτή παρά στον βαθμό που ο θησαυρός είναι ζωντανός. Προστατεύοντας το μαργαριτάρι της ψυχής, διαφυλάττουμε την αγάπη. Παραμελώντας το, την παραμελούμε. Η αγάπη δεν έχει μόνο οικουμενικότητα. Είναι και περιγεγραμμένη. Όχι μόνο απεριόριστη αλλά και περίκλειστη.
Η ανάλυση της έννοιας της ζήλειας δείχνει πόσο είναι συνδεδεμένη με το ξεπέρασμα του νόμου της ταυτότητας, αυτή την ουσιαστική βάση του λογικού. Καταλαβαίνουμε λοιπόν γιατί η ζήλεια, ακόμη και στις πιο αθώες της εκδηλώσεις, προκαλεί το καχύποπτο και δυσμενές βλέμμα της λογικής και γιατί ο «κοινός νους» και η θυγατέρα του η ειρωνεία τα βάζουν πρόθυμα με την ζήλεια ακόμα και όταν την θεωρούν in abstracto και κατ’ αρχήν.
Η εξασθένηση της ζήλειας
Η αγάπη όπως και η ζήλεια, αυτή η άλλη αγάπη, μάχονται με την νόηση, και η ορμή τους κλονίζει τα θεμέλιά της: τον νόμο της ταυτότητας. Υπ’ αυτήν την έννοια, η ζήλεια είναι βαθύτατα άδικη. Εάν ο παραλογισμός της καταδικάζεται από τον νου ως κάτι «παράλογο». Η αδικία της ζήλειας εκτιμάται από την πλευρά της τυπικής ηθικής ως κάτι «ανήθικο». Αυτός είναι ένας άλλος λόγος για τον οποίο η έννοια της ζήλειας συσκοτίσθηκε.
Όμως η ζήλεια δεν είναι μόνο ένα στοιχείο της αγάπης: σύμφωνα με την γενικευμένη ερμηνεία του οσίου Ισαάκ του Σύρου, αποτελεί μιαν αναπόσπαστη όψη του αγαθού που υπάρχει στον άνθρωπο. Είναι γενικώς μια δύναμη που πραγματοποιεί τις καλές προθέσεις. «Ούκ έστι δυνατόν τοις εχούσι τας καλάς επιθυμίας υπό της εναντιώσεως κωλυθήναι δράσαι ταύτας…
Ο άγιος πατήρ εξηγεί πιο κάτω ότι αυτή η φλόγα της ζήλειας είναι φτιαγμένη από τον φόβο της απώλειας ενός αγαθού και από τον ζήλο για την διατήρησή του. Να γιατί η εξασθένιση της ζήλειας είναι κακό σημάδι, προερχόμενο είτε από πνευματική ακηδία είτε από επάρκεια και οίηση, που αντιμετωπίζει δηλαδή το πνευματικό αγαθό όχι ζωντανά και προσωπικά, αλλά υλικά και σαρκικά, σαν κάτι που θα μπορούσαμε να το κλειδώσουμε κάπου και να το κατέχουμε χωρίς να το ζούμε.
Πηγή: «Η ζήλεια» Παύλου Φλωρένσκυ.
Εκδόσεις: ΙΝΔΙΚΤΟΣ
