ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Η βερεμιαρέ (φυματική) της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0

  • Καλώς όρισες Γιωργάκη, δε σ’ ανήμενα ο Θιός το κατέει…ηγούγια μου(1) και θα πεινάς κακονίζικε(2) και δε ν-έχω ψημένο πράμα(3).
  • Καλώς σ’ ήβρα γυναίκα κάτσε ’πανιγέ(4) να σε δω και μη στενοχωράσαι για το φαητό, μα α μ-πεινώ θα βρεθεί τίβοτσι(5) στο κονάκι. Που σουνε;
  • Σάικα(6) δε ν-επήγα στη γειτονιά κατέεις(7) με να γειτονεύγω; Επόρισα ’πο πάνω στα σώχωρα να μεταδέσω τσ’ αίγες και μόνταρα(8) κι έκοψα δυο μονοχερές ξυδόχορτα κι έχω και χλωρά κουκιά να τω ν-τα βράσω οπουγιά(9). Δε ν-έχω μαθώς(10) είντα να τωνε ψήνω, έξε αρσενικά, απάνω στο τάβι(11) ν-τωνε δε χορταίνουνε ζάβαλε(12). Μόλις ανοίξουνε το πρωί τα μάθια ν-τωνε βατταλαλούνε(13) κι αναπαή η γλώσσα ν-τωνε δε ν-εει: «Μα(14) πεινώ ω ω, μάνα πεινώ ω ω ω».
  • Δε χορταίνουνε Αργυρένια μου τα μιτσά κοπέλια με τα λάχανα!
  • Εμείς μπάρε(15) μου ’χομενε λάδι και τα λαδώνομενε, άλλοι απού τα τρώνε αλάδωτα;
  • Ας είναι δα άντρα μου από πού ’ρχεσαι, εξετέλεψες τα χτισίματα;
  • Απού το Λιανοχώρι ’ρχομαι εχτίσαμενε με το πουργό(16) το Βεραντρέα τσι τοίχους του σπιθιού του Μπενουζοβασίλη, επλερώθηκα το γ-κόπο μου κι ήρθα να σας σε δω γιατί σας ελιγώθηκα πολλά.
  • Σπολλάιτη(17) άντρα μου, γεια στα χέρια σου! Να πάω δα να βράσω τα κουκολάχανα γιατί θα πεινάς;
  • Όι μπρε έσφαξενε ο Δουμενέας, ο κασάπης, ένα ν-αρνί και πήρα ’να ψιχάλι έφερα και ρύζι να βάλεις πολύ - πολύ να κάμεις ένα μ-πιλάφι να φάνε τα κοπέλια να ξελιμάξουνε(18).
  • Είντ’ άλλο έφερες άντρα μου;
  • Παράδες δε ν-έει ο κόσμος όπως κατέεις, μόνο πλερώθηκα με τρόφιμα, έφερα καρπό, λάδι, κρασί, όσπρια, πατάτες, κατά καμηλιού(19) ’χα φορτωμένο το μουλάρι, έμπα στη ν-αποθήκη να δεις!
  • Να ’σαι καλά, η τέχνη ’ναι χρυσό μανέλι(20) στη χέρα του τεχνίτη γι’ αυτό σου λέω άντρα μου τα δύο μεγάλα κοπέλια μας, ο Κωστής κι ο Βασίλης να μη γ-κυλιοστροφούνται(21) από ’πα ως εκέ να μάθουνε μια τέχνη. Το μεγάλο να σέρνεις μαζί σου να πουργιεύει να γενεί καλός χτίστης και το ν-άλλο να παρακαλέσεις το ντάντο(22) ν-του το Στελιανάκη το σκοινοπλόκο να τονε πάρει στ’ αργαστήρι να τονε βοηθά να μάθει τη ν-τέχνη.
  • Καλά τα ντουσουντίζεις(23) Αργυρένια, ετσά απού τα λέεις θα γενούνε αύριο ίδια θα πάω με το Βασίλη στου συντέκνου μου, μα δε γατέω ζάβαλε α τ’ αρέσει γιατί ’ναι βρωμοδουλειά…
  • Σώπα τζάνε(24) μου, μα δε μ-περνά μέρα να μη κονέψει(25) ’κειά γιατί του ξένει μια ουλιά ώρα και το τρατέρνει(26) ένα λουκουμάκι.
  • Κάθου γυναίκα να κουβεδιάζομενε, γιάντα σηκώθηκες, που πας κοντό(27) Θεε μου;
  • Θα πάω να ξαφρίσω το κρέας και θα ’ρθω γιαμιάς.
  • Έλα ’πα γυναίκα μου, γιατί ’χομενε μήνα να σμίξομενε και σε λιγώθηκα. Ετσά που γυρίζω στα χωριά και χτίζω δε ν-εχαρήκαμενε μέχρι δα τη ζωή μας, μ’ αφού μαστανε φτωχοί πως θελα να μεγαλώσομενε τα γλάνια(28) που κάμαμενε.
  • Έχεις δίκιο Γιωργάκη το χωριό μας είναι γεμάτο πέτρες, μόνο οι ελές φυτρώνουνε και τ’ αμπέλια, αλλά τα ’χουνε πέντε - ξι νοικοκύρηδες στο χωριό, ούλοι οι γι’ άλλοι είναι φτωχοί και μπαίνουνε φαμέγοι τω νοικοκύρηδω και δουλεύγουνε ουλημερνήσιως τση μέρας για ένα μ-πιάτο φαητό και πέντε - ξι χαχαλές καρπό γή όσπρια. Κάθα φτωχή φαμελιά ’χει πολλά κοπέλια πώς να χορτάσουνε με τα χόρτα και μια βρώση(29) γάλα, δε θωρείς πόσα κοπέλια μα και μεγάλα ποθαίνουνε απού το χτικιό(30);
  • Ε! Θεέ μου Αργυρένια μου όντε χτίζω οθέ τα χωριά τση Μεσαρές ξεσταίνομαι απού τ’ αγαθά, ευλοημένος τόπος, κάμπος, χώμα καθαρό, κιαμιά πέτρα, είντα θες και δε βγάνουνε, καρπούς, στάρια, όσπρια, ζαρζαβατικά και να σε κάμω να γελάσεις, κατέεις είντα μου ’πενε ένας γέρο Μεσαρίτης, όντενε παραπονέθηκα πως το χώμα μας επαδά είναι γεμάτο πέτρες; «Ο Θεός Γιωργάκη είναι δίκαιος. Όντε ν-έκαμενε τη γ-Κρήτη έβανενε παντού ανακατωμένο το χώμα με τσι πέτρες, μα οι Μεσαρίτες αράξανε ούλοι μαζί και τσι μαζώνανε και τσι πετούσανε οθε το χωριό και γέμισενε πέτρες».
  • Ετσά εξηγούνται ούλα είπενε η Αργυρένια και ξεράθηκενε στα γέλια.
  • Ήθελα να σε ρωτήξω μπρε για την Σήφενα τη χήρα απού ’χει ένα τζούρμο(31) κοπέλια πως πορεύγεται η κακομοίρα;
  • Ως θέλει ο Θιός, έχει τη ν-αδερφή τζη τη Φροσύνη στη ν-Αμερική αναστοράσαι τηνε, Φρόσω τη λένε δα και γυρίζει στη ν-Αμερική μ’ ένα γκαρότσι κι έχει απάνω μια μεγάλη γδυμνή κούκλα και γράφει στ’ Αμερικάνικα: «Να ντύσομε τους φτωχούς» και τσι πετούνε ρούχα και τα κάνει δέματα και τα πέμπει ’παδα τσ’ αδερφής τση. Αυτά τα ρούχα ’ναι περιοπής και τα δίνει τσι νοικοκύρισσες επαδά στο χωριό και στα γυρωχώριουλα κι αυτές χωστά απού το ν-άντρα ν-τωνε τσι δίνουνε λάδι, κρασί, στάρι, όσπρια κι έχει απ’ ούλα. Κατές(32) άντρα μου είντα ’λεγενε η συγχωρεμένη η μάνα μου «Καλλιά ν-το διακονιλίκι παρά το βασιλίκι».
  • Εμένα η γε-δική μου ’λεγενε «Αλοίμονο που εκδέχεται(33) απού τη ρούγα(34) δείπνο, ούλοι δειπνούν κι αποδειπνούν και κείνος ανημένει».

 

(συνεχίζεται)

 

1 ηγούγια μου = αλλοίμονο μου

2 κακονίζικε = καημένε

3 πράμα = τίποτα

4 πανιγέ = εδώ πέρα

5 τίβοτσι = τίποτα

6 σάικα = ασφαλώς

7 κατέεις = ξέρεις

8 μόνταρα = επιτέθηκα γρήγορα

9 οπουγιά = πιο ύστερα

10 μαθώς = να το ξέρεις (επίρρημα)

11 τάβι = ανάπτυξη

12 ζάβαλε = κακορίζικα (Τουρκ zavalli)

13 βατταλαλούνε = φλυαρούνε

14 μα = μάνα

15 μπάρε μου = τουλάχιστον (Τουρκ bari)

16 πουργός = βοηθός χτίστη

17 σπολλάιτη = πολλά έτη

18 ξελιμάξουνε = ξεπεινάσουνε

19 κατά καμηλιού = σαν τη καμήλα

20 μανέλι = βραχιόλι (Τουρκ monile)

21 κυλιοστροφούνται = περιφέρονται άσκοπα

22 ντάντος = νονός (Τουρκ dada)

23 ντουσουντίζω = σκέφτομαι (Τουρκ ducucdum)

24 τζάνε μου = ψυχή μου (Περσική can)

25 κονέψει = γειτονέψει

26 τρατέρνει = κερνά

27 κοντό = επίρ. άραγε

28 γλάνια = μικρά παιδιά

29 βρώση = προσφάγι (αρχαίο βρώσις)

30 χτικιό = φυματίωση

31 τσούρμο = πλήθος

32 κατές = ξέρεις

33 εκδέχεται = περιμένει

34 ρούγα = γειτονιά

Ευγενία Ζαμπετάκη Σπαντιδάκη

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Η βερεμιαρέ (φυματική) της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ