ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Κ. ΑΚΟΥΜΙΑΝΑΚΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΑΛΥΤΗΣ M.Sc.
E-mail: [email protected]
http://soixantedix.blogspot.com/
Σταθερά παρών. Που; Μα που αλλού; Στον εαυτό σου φυσικά, στις αξίες σου, στις αρχές σου. Μαζί σου μένουν μόνο όσοι αντέχουν τις πληγές. Οι άλλοι ας πάνε στα επτά καλά του Θεού. Εσύ θα είσαι πάντα η στιγμή που λείπει. Δεν αναζητάς καρέκλες, αξιώματα και ρόλους. Γίνεσαι ο καθρέφτης για εκείνους που αγαπάς. Όποιοι θέλουν να ακολουθήσουν, έρχονται πίσω σου. Ίσως γιατί σε αγαπάνε, ίσως γιατί η λογική και το ένστικτο τους καρφώνει στο μυαλό και στην καρδιά πως εσύ είσαι αυτός που θα φας την πρώτη σφαίρα στο στήθος. Κι όπως είχε πει κι ο Echart Tolle: «όσοι είναι έτοιμοι θα περάσουν την πόρτα που τους άνοιξες και θα σμίξουν μαζί σου σε αυτή την κατάσταση. Αν όχι θα χωρίσετε όπως το λάδι από το νερό. Άλλωστε, το φως παραείναι οδυνηρό για κάποιον που θέλει να παραμείνει στο σκοτάδι».
Παιδάκι ήσουν και μεγάλωσες. Σχεδόν πενήντα χρόνια στους ώμους σου κουβαλάς. Πέρασες πολλές μπόρες, είδες πολλά στη ζωή σου, στέγνωσες πολλές φορές δάκρυα, πάντα για τους άλλους πάλευες, από τότε που θυμάσαι τον εαυτό σου δίνεις μάχες. Κι εκείνο το καντήλι που άναβε η γιαγιά σου τα Σαββατόβραδα κάτω από τα εικονίσματα, σου θυμίζει εσένα. Ταυτίζεις τον εαυτό σου με το λάδι που σώνεται και φτάνει η φλόγα στο νερό και σβήνει. Κι είσαι εσύ εκείνη η τσίπα προστασίας του νερού που μένει αλώβητο, άκαυτο. Και ας ξέρεις πως όσο και να το προστάτευες εκείνο δε θέλησε να ανακατευτεί ποτέ μαζί σου. Πάντα οι άλλοι το νερό κι εσύ ξανά το λάδι. Και κάθε φορά που στερεύεις, η φλόγα σβήνει και το σκοτάδι απλώνεται. Μια προσωρινή αίσθηση νίκης που δεν κρατάει για πολύ γιατί το καντήλι θα ανάψει σύντομα ξανά. Και βαθιά μέσα σου το ξέρεις πως το φως θα νικάει πάντα το σκοτάδι.
Από την άλλη ο Αύγουστος. Δύσκολος μήνας γιατί σου θυμίζει τη μάνα σου που ταξίδεψε. Κι η θλίψη σου μεγαλώνει γιατί ο κόσμος κάνει διακοπές, ξεφαντώνει, ξενυχτάει, αφήνεται στις παραλίες. Κι έχεις ένα κόμπο στο λαιμό σαν μια θηλιά που ολοένα και στενεύει. Και φοβάσαι να κλάψεις γιατί αυτό δείχνει αδυναμία. Και δεν είναι εγωισμός, δεν είναι ψωροπερηφάνια. Απλά τρομάζεις γιατί όσες φορές ξεχάστηκες κι έδειξες αδύναμος, οι άλλοι σε πάτησαν, σε έκαναν σκαλοπάτι για να πάρουν μερικούς πόντους και να επιβεβαιώσουν την κούφια δύναμή τους. Κι είναι κι εκείνοι οι άνθρωποι που μπήκαν στη ζωή σου ξαφνικά, άφησαν το σημάδι τους στην καρδιά σου κι έφυγαν σαν κλέφτες. Το νερό σου αραίωσε το μυαλό. Διαφανείς κηλίδες διακρίνονται τώρα σαν φυσαλίδες μέσα στο λάδι σου. Νέρωσες, αραίωσες και ξενέρωσες.
Κι η ήρεμη γεμάτη συγκατάβαση ματιά σου πάντα πάνω τους, σαν λεκές από λάδι στο άσπρο τους πουκάμισο. Δεν τους χρεώνεις διαδρομές, δεν ζητάς διόδια. Έτσι όμως ξεκίνησες κι έτσι συνεχίζεις. Περίεργα ωραίος, ενίοτε ακραίος, σχεδόν πάντα απόλυτος και κάποιες φορές μοιραίος. Νερό και λάδι χτυπημένα μαζί. Υγρά που ποτέ δε σμίγουν αλλά πάντα μαζί συνυπάρχουν. Σαν τα μαύρα, τα λιπαρά δάκρυά σου ένα πράγμα. Ελπίζεις όμως. Γιατί οι μέρες δεν χάνονται. Και δεν κάνεις το χατίρι εκείνων. Δεν σε ενδιαφέρουν τα λόγια τους. Ένα λιοντάρι δε χάνει ποτέ το χρόνο του για τις απόψεις των προβάτων. Παίρνεις τηλέφωνο τη μοναξιά σου κι αν δεν απαντήσει βγαίνεις ξαρμάτωτος ξανά στο δρόμο της φωτιάς. Πληγωμένος προχωράς, νιώθεις το αίμα σου να κοχλάζει, να ανεβαίνει στο στόμα σου, πνίγεσαι αλλά κρατιέσαι. Με τον καιρό να ‘ναι κόντρα είναι όντως τιμή να πετάς.
