Ο Τζώρτζ Όργουελ είναι γνωστός παγκοσμίως, κυρίως μέσω των μυθιστορημάτων του ‘1984’ και ‘ Η Φάρμα των Ζώων’. Ο Βρετανός συγγραφέας ήταν επίσης γνωστός δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος. Από την πρόζα του ξεχύνονταν η επίγνωση της κοινωνικής δικαιοσύνης και του Σοσιαλισμού, και η αποδοκιμασία του Ολοκληρωτισμού. Ας σημειωθεί ότι ο Όργουελ έζησε στις αρχές του 20ου αιώνα, την εποχή του απόγειου της Βρετανικής αυτοκρατορίας. Ενώ βρισκόταν στην Μπούρμα, γεμάτος τύψεις για την κοινωνική ανισότητα μεταξύ των ντόπιων και των Βρετανών αποικιοκρατών, ο ευκατάστατος Όργουελ συνειδητοποιούσε ότι και η χώρα του είχε τους δικούς της εγκαταλειμμένους φτωχούς.
Όταν γύρισε στο Λονδίνο το 1927, ο Όργουελ ξεκίνησε μια πενταετή εξερεύνηση του κακόφημου ανατολικού Λονδίνου, ενός κόσμου γεμάτου φτωχών και αουτσάιντερ. Ήταν η εποχή όπου η φτώχεια ήταν ένα τεράστιο κοινωνικό στίγμα, ακόμα και όταν οφείλονταν σε οικονομικές υφέσεις, ανεργία, αρρώστια και γηρατειά. Ήταν η χρυσή εποχή των πτωχοκομείων. Τα ιδρύματα αυτά, προσέφεραν στέγη και τροφή σε όσους βρισκόταν σε απόλυτη ανάγκη. Η γραμμή της τότε Βρετανικής κυβέρνησης όμως ήταν ότι, τα πτωχοκομεία έπρεπε να είναι τόσο δυσάρεστα ώστε να μην θέλουν οι έγκλειστοι να παραμείνουν εκεί. Ο λόγος? Οι φτωχοί δεν έπρεπε να εκμεταλλεύονται την κοινωνική πρόνοια γιατί η χρηματοδότηση της προέρχονταν από τους φορολογούμενους. Όπως πάντα, οι φορολογούμενοι είχαν δύο επιλογές: να εξακολουθήσουν να αυξάνουν τα κέρδη τους ή να τα δώσουν στους φτωχούς. Όπως πάντα, οι φτωχοί δεν είχαν ελπίδα.
Ο Όργουελ αποφάσισε να ζήσει σαν άστεγος στο Λονδίνο και τα περίχωρα. Ήταν ένα πείραμα, το οποίο θα αποτελούσε τη βάση για τη συγγραφή του βιβλίου ‘Down and Out in Paris and London’. Μια από τις εμπειρίες του, ήταν και αυτή του πτωχοκομείου ‘Spike’ του Guildford. Αφότου έγινε δεκτός στο ίδρυμα, έκανε το απαραίτητο ‘απολυμαντικό’ μπάνιο, φόρεσε τη στολή του πτωχοκομείου και δείπνησε με τους υπόλοιπους άστεγους. Ψωμί και ζεστό τσάι. Το μακρύ και κρύο βράδυ πέρασε μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, σε ένα κελί σαν αυτά των φυλακών. Τα απομεινάρια του ξερού ψωμιού και το ζεστό τσάι αποτέλεσαν και τα επόμενα γεύματα. Όταν ο διευθυντής του πτωχοκομείου ζήτησε από τον Όργουελ να δουλέψει στην κουζίνα, εκτός από το πλούσιο γεύμα που του προσέφερε, απαίτησε όλα τα αποφάγια, κουβάδες ολόκληροι κρεάτων, ψωμιού και λαχανικών, να πεταχτούν στα σκουπίδια.
Αργότερα, ο Όργουελ αφηγήθηκε τη σπατάλη αυτή σε ένα πεινασμένο τρόφιμο του πτωχοκομείου. Η απάντηση ήταν αποστομωτική.
‘Έτσι πρέπει. Αν τα πτωχοκομεία γίνουν ευχάριστα, όλα τα καθάρματα της χώρας θα κάνουν ουρά. Μην τους λυπάσαι, δεν είναι όπως εγώ κι εσύ. Είναι αποβράσματα.’
Αληθινά απρόσμενη απάντηση…
