Ο Κανάκης κι η Παγώνα ήτανε ένα ταιριαστό ζευγάρι. Ζιούσανε σ’ ένα πανέμορφο ορεινό χωριό τση Κρήτης. Δουλευτής, μοναχογιός, πανέμορφος ο Κανάκης ήτανε το καμάρι τω χωριανώ ν-του. Έπαιζε καθ’ αργά το μαντολίνο ν-του στο ντουκιάνι(1) ετραγούδιενε και διασκέδαζενε με τσι φίλους του. Οι γυναίκες που δε ν-αποκοτούσανε(2) τοτεσιδά να πηγαίνουνε στα καφενεία και να κοιναλλάσουνται(3) με τσ’ άντρες, εβγαίνανε τσι ταράτσες για ν’ ακούσουνε τη φωνή ν-του. Τσι παρέες είχε πάντα τη μ-πρώτη θέση. «Καλώς τονε το λεβέντη και τ’ ομορφοκόπελο του χωριού μας» του λέγανε όντε τονε θωρούσανε.
Είντα λεβέντης κι όμορφος; Θα με χωρατεύετε. Εγώ ’μαι ζουμπάς(4)… «Μια ουλιά μπόι, Θε μου» έλεγενε χωστά του Θεού «Να ’κανες το λαιμό μια σταλέ μακρύτερο» αναθίβανενε(5) του Δημιουργού με παράπονο…
Απλός, φιλόξενος, φίλος τω φτωχώ και τω κατατρεγμένων, παντοτινά το ψωμί στο τραπέζι ν-του το μοιράζεντονε με ξένους και φίλους.
Είχενε όμως, όσο περνούσανε τα χρόνια ένα μεγάλο μαράζι. Η γυναίκα ντου εγένανε μόνο κοπελιές. Πέντε χρόνια παντρεμένος, τέσσερεις τσούπρες στη σειρά. «Θέλω ένα γιό ν’ ακούεται τ’ όνομα και το επίθετο τ’ αφέντη μου…» έλεγενε στη γυναίκα ν-του.
Οι χωριανοί το ν-εμασκαρεύγανε όπου τον εθωρούσανε, στο δρόμο, στα καφενεία, στα χωράφια…
- Κανάκη μη μα σε κοκορεύγεσαι για την ανδρειά σου… Οι γιάντρες μωρέ γεννούνε άντρες, όι τσούπρες(6)…
Ο πόθος για το γιό του δινενε καϊρέτι(7) να συνεχίζει τσι προσπάθειες αντί όμως για τ’ αρσενικό, ερχότανε θυλικά κοπέλια!
Κάθε φορά που γεννούσενε η γυναίκα ν-του μια κόρη εξεχέρσονενε(8) ένα χειμαδιό(9) και φύτευγενε εκατό μουρέλα ελές. Εξασφάλιζενε τη μ-προίκα τζη, όσο εμεγάλωνε η κόρη, θα μεγαλώνανε κι ελές.
Η Παγώνα, η γυναίκα ν-του εχάντανε(10) πως αυτή έφταιγενε που γέννανε μόνο θυλικά. Αγάπανε το ν-άντρα τζη και το πεθύμιο τζη ’τανε να του γεννήσει ’να γιο να τονε ’φχαριστήσει, αλλά να κλείσει και τη μπούκα(11) τση πεθεράς τση απού παραπέτριζενε στα μουλωχτά: «Όποιος δε ν-αναθρέψει αρσενικό κοπέλι και αρσενικό βούι μη πει ποτές πως εκουράστηκενε στη ζωή ν-του…»
Τα θάρρη τζη ’χενε στο Θεό η Παγώνα, επήγαινενε τσ’ εκκλησιές έκανε προσευχές, παρακλήσεις, εκατάπινε απού τα καντήλια το λάδι, έκανενε άρτους και ταξίματα των Αγίω.
Επηρεασμένη από το βιβλίο «Η θυσία του Αβραάμ» του Βιτσέντζου Κορνάρου, απού διάβαζενε καθ’ αργά ο πατέρας τση ο αναγνώστης, ο πιο γραμματιζούμενος του χωριού και ιεροψάλτης και το τραγούδιενε την ημέρα, και το κάτεχε απ’ όξω ν-του σχεδόν ούλο το βιβλίο, αναστορήθηκενε τσ’ στίχους: «Η Σάρα πλιό δεν ήτανε να γκαστρωθεί κοπέλι, γιατί ήταν γρια κι ανήμπορη κι η φύση δεν το θέλει».
Αφού η Σάρα έκανε αγόρι στα γεράματα με τη βοήθεια του Θεού, δε θα μπόριενε αυτή απού ’τανε νέα; Κι αφού ο Θεός έσωσενε τον Ισαάκ από τη μ-πυρά, απάνω στο βωμό, δε θελα σώσει και το δικό τζη παιδί αν το θυσίαζενε;
Εγονάτισενε μια ν-αργαδινή κάτω απού τα ’κονίσματα κι έκαμενε το «μεγάλο τάξιμο».
«Πέψε μου, Θε μου, ένα γιό, να ευχαριστήσω τον άντρα μου και μόλις γενεί δυο χρονώ θα το πάω στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, απού ’ναι προστάτης μου, κι όποιος βρεθεί εκειδά να το βαφτίσει κι ύστερα Θε μου θα το πετάξω από το καμπαναριό να το θυσιάσω στη χάρη σου!»
Δε ν-επέρασενε πολύς καιρός και η Παγώνα ’μεινε έγκυος. Απού τη μ-πρώτη μέρα είχενε μεγάλο ντουσουλμέ(12). Μέρα - νύχτα εβατταλάλιενε(13) του Θεού και του λεγενε: «Θεέ μου αν είν’ αρσενικό τ’ όνειρο μου θα πραγματοποιηθεί! Εγώ θα το θυσιάσω και κατέω πως θα σωθεί, όπως εσώθηκε και το παιδί τση Σάρας, πως, όμως, θα το πω στον άντρα μου;»
Εδιάβαιν’ ο καιρός, εφούσκωνε η κοιλιά τση βαρεμένης και ξάμωνενε προς τα πάνω κι ούλοι τση λέγανε πως βαστά ’ρσενικό.
Μόλις εμπήκενε στο μήνα τζη αρχινήξανε οι προετοιμασίες. Εψήσανε το σαπούνι, εμπουγαδιάσανε τα μωρουδιακά και τα σιδερώσανε, εζυμώσανε τα φταζυμένια παξιμάδια και τα φουρνίσανε.
Τελευταία εντουρτίζανε(14) τα στραγάλια, το καλύτερο κέρασμα μαζί με τη τσικουδιά, για τα καλορίζικα του μωρού. Εφωνάζανε τη Βαγγελιά τη καλύτερη τεχνίστρα του χωριού γιατί ’τανε μπίζηλα(15).
Εβάνενε σ’ ένα κόσκινο τα ρεβίθια, τά βρεχενε ελαφριά με νερό και τα πασπάλιζενε αλάτσι. Πάνω στην αναμμένη φωθιά τση παρασιάς εστένανε τ’ αμμοτσίκαλο, ένα ειδικό πήλινο τσικάλι στενό και μακρέ με στρογγυλό πάτο. Μέσα βάνανε ποταμίσια άμμο ψιλή ίσαμε τη μέση του τσικαλιού. Όντενε ’πύρωνε η άμμος και κοκκίνιζενε κατεβάζανε το αμμοτσίκαλο από τη φωθιά και πετούσανε μέσα δυο τρεις χούφτες αλατισμένα ρεβίθια απού το κόσκινο. Κουνούσανε το τσικάλι να καβουρτιστούνε όση ώρα έπρεπε και τα ρίχνανε μαζί με την άμμο σ’ ένα κόσκινο, εκοσκινίζανε κι έπεφτε η άμμος και μένανε τ’ αφράτα σπιτικά στραγάλια. Ξαναβάνανε το αμμοτσίκαλο στη φωθιά, ξαναβάνανε ρεβίθια…ετσιδά εκάνανε όσα στραγάλια θέλανε.
(συνεχίζεται)
1 νουκιάνι = μαγαζί, καφενείο (Τουρκ dukkan)
2 δεν αποκοτούσανε = δεν τολμούσανε
3 κοιναλλάσουντα = να κάνουν παρέα
4 ζουμπάς = κοντός
5 αναθιβάνω = υπενθυμίζω
6 τσούπρες = κοπελιές
7 καϊρέτι = κουράγιο
8 εξεχέρσονενε = καθάριζε από τ’ άγρια δέντρα και από τους θάμνους
9 χειμαδιό = βοσκότοπος
10 εχάντανε = ενόμιζε
11 μπούκα = στόμα
12 ντουσουλμέ = βαθιά σκέψη (Τουρκ ducuhmek)
13 βατταλαλώ = κουβεντιάζω συνέχεια, φλυαρώ
14 εντουρντίζανε = επαρασκευάζανε (Τουρκ durmak)
15 μπίζηλα = δύσκολα, μπελαλίδικα
Ευγενία Ζαμπετάκη Σπαντιδάκη
