Γίνηκε ο γάμος του Φανούρη και της Αγνής λίγο πριν τα Χριστούγεννα κι η οικογένεια του γαμπρού, θέλοντας να δείξει την αρχοντιά της και τα πλούτια της έκαμε μεγάλο καλεσώνα και μαζώχτηκε κόσμος καλός και πολύς απ’ όλα τα κοντοχώρια κι από τη Χώρα. Μιαν εβδομάδα εκράτησε το γλέντι και το φαγοπότι, μα πριχού να φύγουνε οι τελευταίοι καλεσμένοι, διαδόθηκε στο χωριό πως το Φανούρη τονε «δέσανε», δηλαδή του κάμανε «μάγια», και δεν εκατάφερε να πάρει την παρθενιά της νύφης! Και φαίνεται πως ήτανε αλήθεια, γιατί το αντρόγυνο από τη δεύτερη μέρα του γάμου εξαφανίστηκε.
Πέρασε ένας χρόνος και το αντρόγυνο δεν έκαμε παιδί! Το χωριό… «άρχισε ν’ ανησυχεί!» κι ο παπα-Μιχάλης, ο σεβάσμιος ιερέας κι εξομολόγος, ακούστηκε πως αρνήθηκε να δώσει «Θεία Κοινωνία» στην Αγνή και πως της έβαλε «Κανόνα» γιατί, λέει, αργεί να γεννήσει!.. Ήτανε άγραφος νόμος, που τον τηρούσε αυστηρά ο γέροντας, να μη μεταλαβαίνει καμιά που ήταν σε γόνιμη ηλικία, αν δεν είχε μωρό παιδί ή δεν ήτανε γκαστρωμένη! Ο ίδιος ο παπάς είχε δεκαπέντε παιδιά κι αν δεν επέθαινε η παπαδιά, έλεγε ο παπάς, θα τα ‘κανε είκοσι! Κι οι άλλοι χωριανοί δεν πηγαίνανε πίσω! Άλλος είχε δέκα, άλλος δώδεκα και κανείς κάτω από πέντε! Όσοι ήτανε «άκλεροι», σχεδόν δεν είχαν θέση στο χωριό και δίνανε «των οματιών ντως» και φεύγανε για τη πόλη, γιατί δεν αντέχανε το καθημερινό περίπαιγμα των άλλων!
Αλήθεια ήταν η διάδοση για την Αγνή, γιατί σε λίγο αρχίσανε πάλι τα πήγαινε – έλα σε γιατρούς στη χώρα, κι έκαμε το αντρόγυνο κι ένα μεγάλο ταξίδι στην Αθήνα να δούνε, λέει, τι θα τους πούνε οι καθηγητάδες-γιατροί. Μα πράμα δεν εκαταφέρανε και γυρίζανε στο χωριό κάθε φορά και περιμένανε με τον καιρό να δούνε αποτέλεσμα κι αποτέλεσμα δε θωρούσανε! Μεγάλη ήτανε η συμφορά στα σπίτια τους μα κι η δική τους ντροπή αβάσταχτη. Και το χειρότερο κάποια στιγμή αρχίσανε να κατηγορούνε ο ένας τον άλλο για το φταίξιμο!
Μια μέρα ήρθε μια πρωτοξαδέλφη της Αγνής από την Αθήνα, χρόνια είχανε να σμίξουνε οι δυο ξαδέρφες και τώρα που βρεθήκανε μαζί, τελειωμό δεν είχανε οι συζητήσεις κι οι ιστορίες τους. Εξομολογήθηκε, φυσικά, και το μεγάλο της πόνο η Αγνή στην ξαδέρφη, που έκανε τη «θεούσα» μα ήτανε και διαόλου κάλτσα.
- Άκουσε καλή μου, της είπε η πονηρή ξαδέρφη. Γυναίκες σαν κι εσένα, που πατούνε τη γης και τρίζει, που τις βλέπουνε οι άντρες στο δρόμο και τρέχουνε πίσω τους και χάνουνε τον ύπνο τους το βράδυ, που βάνουνε σε πειρασμό ακόμη και Δεσπότη, δε γίνεται να ‘ναι στείρες! Άλλο πράγμα συμβαίνει κι αυτό εύκολα διορθώνεται! Άκουσέ με προσεχτικά: Υπάρχει ένα μοναστήρι σε άλλο τόπο, που ένας καλόγερος κάνει θάματα, σε περιπτώσεις σαν τη δική σου. Τουλάχιστο δέκα γνωστές μου είχανε το ίδιο πρόβλημα με σένα και μόλις πήγανε σ’ αυτόν τον άγιο άνθρωπο και ακούσανε τις συμβουλές του και κάμανε ό,τι τους είπε, το πρόβλημά τους λύθηκε στη στιγμή και κάμανε κι ένα και δυο και τρία κοπέλια.
Τα είπανε και τα ξανάπανε οι δυο ξαδέρφες, μίλησε και στο Φανούρη η μουσαφίρισσα. Ο Φανούρης δεν έφερε καμιά αντίρρηση να πάνε και στην άκρα του κόσμου, που λέει ο λόγος, αρκεί να είναι φουσκωμένη την κοιλιά της γυναίκας του!
- Να πάμε κι εμείς, Αγνή μου, στον καλόγερο και που κατέεις τσι βουλές του Θεού. Κι ανε γενεί το θάμα, εικόνα θα τονε κάνω τον άνθρωπο να τονε προσκυνώ, είπε ο Φανούρης, και γύρισε τη μούρη του στον τοίχο να μη φανεί πως εδακρύσανε τα μάτια του!
Ακάτεχοι και πρωτάρηδες στα ταξίδια, καθώς ήτανε, τους πήρανε χρόνο πολύ όλες αυτές οι συζητήσεις κι οι διαδικασίες κι οι πληρωμές και βέλε-βγάλε τα πράματα στα σακούλια που κρατούσανε. Κοντά μια βδομάδα τους πήρε το ταξίδι. Τελικά όλα φτάσανε αργά το μεσημέρι στο μοναστήρι.
Τους υποδέχτηκε ένας καλόγερος στην εξώπορτα του μοναστηριού. Κατέβηκε η Αγνή από το μουλάρι και πήγε στο Καθολικό του μοναστηριού, να προσκυνήσει και να κρεμάσει στην εικόνα της Παναγίας ένα ασημένιο ανάθημα, που παρίσταινε ένα μωράκι στην κούνια του! Ύστερα τους καλέσανε στ’ Αρχονταρίκι, τους κεράσανε καφέ και γλυκό του κουταλιού.
- Αδελφοί μου, είπε στο τέλος ένα καλόγερος, τον αδελφό Ερημίτη που ζητάτε, θα τον βρείτε στην σκήτη του, στην Έρημο, κοντά στην κορφή του βουνού. Πρέπει να πάτε με τα πόδια, ζώα δεν πάνε εκεί και πρέπει να περπατήσετε δυο ώρες τουλάχιστον μέσα στο δάσος για να τον συναντήσετε!
Πήρανε πληροφορίες για το μονοπάτι, που πάει προς τη σκήτη του Ερημίτη, βάλανε τα σακούλια τους στον ώμο και τραβήξανε τον ανήφορο για την κορφή του βουνού.
Ο Ερημίτης τούς προϋπάντησε στην κορφή μιας απότομης πέτρινης σκάλας με καμιά κοσαριά ασβεστωμένα σκαλιά.
- Καλώς ήλθατε, Αδελφοί μου, Ευλογείτε το Θεό, η πίστη σας θα σας σώσει, ακούσανε να τους λέει και τους έτεινε το χέρι για χειροφίλημα. Του φιλήσανε το χέρι, ανταλλάξανε και δυο –τρεις άλλες κουβέντες και καθήσανε σ’ ένα πεζούλι στη αυλή του κελιού κάτω από τον ίσκιο μιας πελώριας καρυδιάς.
- Πάω μέσα να σας φέρω κάτι να δροσιστείτε, είπε ο Καλόγερος και μπήκε από μια πόρτα ξύλινη σ’ ένα δωμάτιο που ήτανε κολλημένο στη ρίζα του μεγάλου βράχου και φαινότανε το μισό να περισσεύγει έξω και τ’ άλλο μισό να ‘ναι κρυμμένο στο βράχο.
Βγήκε επιτέλους από την πόρτα του κελιού ο Ερημίτης μ’ ένα μεγάλο δίσκο που ‘χε του κόσμου τα πράγματα. Καφέ, γλυκό του κουταλιού, παξιμάδι, άρτο, ελιές, καρύδια, νερό σε όμορφα κρυστάλλινα ποτήρια κι άλλα πολλά!
- Να φάτε και κάτι, γιατί θα πεινάτε, με τ’ ανέβασμα στη σκήτη μου!
- Μα επαέ ναι παράδεισος, δε μοιάζει με ερημιά, τόλμησε να πει ο Φανούρης.
- Ο Θεός, Αδελφοί, ευλόγησε την εργασία. Προσευχή και εργασία είναι η εντολή του. Κι εγώ αυτό κάνω. Ήρθα σ’ αυτούς εδώ τους βράχους, μακράν από τη βοή του Κόσμου και την αμαρτωλή Κοινωνία για να σώσω την ψυχή μου με την προσευχή, τη νηστεία και την εργασία. Η εργασία με βοηθά ν’ απομακρύνω τους πειρασμούς, η νηστεία να καθαρίζω σώμα και ψυχή κι η προσευχή να βρίσκομαι συνεχώς κοντά στο Θεό και ν’ αφουγκράζομαι το θέλημα Του και να συνομιλώ μαζί Του! Είμαι ευτυχισμένος στη μοναξιά μου κι ο Θεός πιστεύω, πως είναι ευχαριστημένος από τις πράξεις μου και γι’ αυτό με προίκισε με μια θεία δύναμη, που να μπορώ να βοηθώ κατατρεγμένους ανθρώπους, σαν κι εσάς.
- Αδελφή μου Αγνή, δεν γνωρίζω μόνο τα ονόματά σας, γνωρίζω τα πάντα, γιατί αυτή τη θεία φώτιση μου έδωσε ο Θεός, σαν είδε πως ένα τέκνο Του πήρε την απόφαση να υπηρετήσει χωρίς υστεροβουλία το Άγιόν Του Θέλημα! Κι ούτε θα ρωτήσω το σκοπό της επισκέψεώς σας. Καμμιά φώτιση δεν του έδωσε ο Θεός. Τις πληροφορίες του τις μετέφερε ένα καλογεροπαίδι όταν τους συνάντησε στο μοναστήρι. Όλα όσα σας αφορούν, ο καλός Θεός μού τα εγνώρισε, μόλις πήρατε το ανηφορικό μονοπάτι!
Αυτά είπε ο Ερημίτης και μπήκε τώρα στο άλλο κελί που ήταν πιο μακριά, στην άκρη στο πλάτωμα, κι έκλεισε την πόρτα.
Ο Φανούρης μπήκε σε βαθύ συλλογισμό. Δεν του φάνηκε να ταιριάζουνε τα λόγια, που ξεστόμισε ο Ερημίτης, με τη φάτσα του. Ένας άνθρωπος, που δεν ήτανε πάνω από τριάντα πέντε χρονώ, ψηλός, γεροδεμένος, με μαλλιά και γένια πυκνά και μαύρα, σαν το κοράκου τα φτερά. Με μάτια που πετούσανε σπίθες κι άμα σε κοιτάζανε κάμποση ώρα ένιωθες να σε καρφώνουνε και να σε υπνωτίζουνε! Τούτος φαινότανε αγρίμι του βουνού, λύκος, που οσμιζότανε πρόβατο ξεκομμένο από κοπάδι κι ήταν έτοιμος να το κατασπαράξει! Τέλος πάντων δεν του μύριζε του Φανούρη «αγιοσύνη», ούτε ο τόπος ούτε το πρόσωπο, κι ας άκουσε όμορφα λόγια, γεμάτα ευσέβεια και πίστη, από το στόμα του. Αλλά είπε μέσα του να κάνει υπομονή και μπορεί να βγει γελασμένος!
Το αντίθετο η Αγνή, ήτανε βέβαιη τώρα, πως ο Ερημίτης αυτός είναι άγιος άνθρωπος και το θάμα το ‘χε… σίγουρο! Δεν αντιμίλησε ο άντρας της, γιατί όσο απλοϊκό κι αν τον λέγανε, καταλάβαινε πως δεν ήτανε ώρα για πισωγυρίσματα. Πίστη, τους είπανε, χρειάζεται για να γενεί το θάμα!... Και θυμήθηκε και την ιστορία αυτή από το Ευαγγέλιο που ένας μαθητής του Χριστού δοκίμασε να περπατήσει, σαν το Δάσκαλό του, πάνω στο νερό και βούλιαξε. Κι ο Χριστός του ‘πε πως λιποψύχησε στη μέση του πελάγου και γι’ αυτό πάτωσε!
«Να διώξω κάθε λιποψυχιά από την καρδιά μου, κάθε αμφιβολία, κάθε σκέψη πονηρή, που μασε ξεστρατίζει από το δρόμο που είπαμε να πάρομε, μπας και γενεί το θάμα!», σκέφτηκε με το φτωχό μυαλό του ο Φανούρης και δεν ξαναμίλησε!... Ύστερα ρίχτηκε στο δίσκο με τα τραταμέντα και ξεγέλασε αρκετά τη πείνα του. Η Αγνή ανόρεχτα έφαγε και αυτή κάτι.
Μια ώρα και παραπάνω ήταν κλεισμένος στο κελί ο καλόγερος κι έκανε την προσευχή του. Αργά – αργά ξεπρόβαλε κάποια στιγμή και φαινότανε σαν κομμένος και κίτρινος. Τον εκοιτάξανε οι δυο προσκυνητές κι αυτός, σαν ‘θελε να προλάβει κάποια τους ερώτηση, βιάστηκε να πει:
- Η προσευχή αδελφοί μου δεν είναι απλή υπόθεση. Έτσι, επιπόλαια, την θωρούν οι περισσότεροι και γι’ αυτό δεν εισακούονται οι προσευχές τους. Μπρος στους Αγίους και το Θεό, πρέπει να εγκαταλείψεις, την ώρα που προσεύχεσαι, το φθαρτό σου σώμα σε μιαν άκρη κι η ψυχή σου, μόνη κι ελεύθερη, να φτερουγίσει και να πλησιάσει ψηλά στους Ουρανούς το Θείο. Κι όταν η ψυχή σου πληρωθεί από τη Θεία Χάρη κι Ευλογία, θα κατέβει ξανά στη γη και θα περιμαζέψει το παραπεταμένο κι ασήμαντο σαρκίο σου, για να βγεις ξανά έξω σε τούτη την πρόσκαιρη ζωή, λυτρωμένος πια κι αλαφρωμένος από την αμαρτία της σάρκας. Τώρα μόλις περιμάζεψα κι εγώ το ταπεινό μου από το χώμα που το είχα πετάξει και γι’ αυτό το βλέπετε κουρασμένο κι άχρωμο. Όμως η ψυχή μου «πεπλήρωται φωτός», όπως λέγει και το ιερό βιβλίο!.
Όσην ώρα έλεγε τούτα τα λόγια, κοίταζε ταπεινά στη γη κι είχε πλεγμένα τα χέρια του στο στήθος. Ξαφνικά σήκωσε το κεφάλι, έλυσε τα χέρια και γύρισε απότομα προς την Αγνή, καρφώνοντάς την με το βλέμμα του:
- Αδελφή μου, Αγνή. Θα σου δοθεί η ευκαιρία, απόψε στην ολονύκτια προσευχή μας, να διαπιστώσεις την αλήθεια των λόγων μου. Κι η αυριανή ημέρα θα είναι για σένα μια ημέρα αναγέννησης. Θα νιώσεις πως γεννήθηκες ξανά σ’ έναν καινούργιο κόσμο, αλλιώτικο απ’ αυτόν που γνώρισες μέχρι σήμερα. Ευλογημένο το όνομα του Θεού, Αδελφέ μου, Φανούριε και Αδελφή μου, Αγνή, είπε και χάθηκε πάλι πίσω από την πόρτα του πρώτου κελιού ο παράξενος Ερημίτης!...
Κεραυνοβολήθηκε η Αγνή από το βλέμμα και το φλογερό κήρυγμα του Καλόγερου. Κρύος ιδρώτας την έλουσε κι ένιωσε να χάνει τον κόσμο γύρω της και να ξεχνά ποια ‘ναι και που βρίσκεται. Η κεφαλή της βούιζε, τρέμανε τα χείλια της, η καρδιά της χοροπηδούσε, το αίμα της χόχλαζε και φούσκωνε στις αρτηρίες και στις φλέβες, που κόντευε να σπάσουν. Ήθελε βοήθεια τούτη την ώρα, κάποιος να την πιάσει, να τη σφίξει δυνατά, να τη… σκεπάσει με το βάρος του να μη σκορπίσει! Και τέτοια βοήθεια δεν ήταν μπορετό να ‘χει τώρα, τώρα, τούτη τη στιγμή, που σκοτείνιαζε ο κόσμος κι ήθελε να την καταπιεί!...
Την ώρα που βουτούσε ο χρυσός μεγάλος δίσκος του ήλιου στο γαλάζιο πέλαγο, σηκωθήκανε οι δυο προσκυνητές, μ’ όλη την κούραση τους, και πήγαινε στην άκρα της αυλής, σε μέρος ανοιχτό, να καμαρώσουνε τούτο το μοναδικό θέαμα, που ποτέ στη ζωή τους δεν είχανε δει ή δεν είχανε προσέξει. Κι είναι σίγουρο πως κάτι θέλανε να πούνε, να υμνήσουνε τούτη την ξεχωριστή στιγμή του νησιώτικου δειλινού, μα δεν ξέρανε τις λέξεις. Η Αγνή μόνο περιορίστηκε να πει:
- Όμορφός είναι, Φανούρη μου, τούτος ο ψεύτης κόσμος, και χωρίς να το ξέρει είχε επαναλάβει τον υπέροχο στίχο μυριάδων υμνωδών της Θεϊκής Δημιουργίας!...
Κείνη την ώρα ξεπρόβαλε από το κελί του κι ο Καλόγερος:
- Αδελφοί μου γνωρίζω πως είστε κουρασμένοι και θα πεινάτε. Ετοίμασα στο φτωχικό κελί μου ένα λιτό δείπνο κι ένα στρώμα να ξαποστάσετε. Τρεις μέρες, τουλάχιστον, πρέπει να μείνετε εδώ! Τόσο θα κρατήσουν οι προσευχές μας. Αυτές τις μέρες το κελί είναι μόνο για σας. Έχει και μέρος για πλυθείτε. Εγώ δεν θα παρακαθήσω στο δείπνο σας, γιατί η ασκητική μου ιδιότητα δεν το επιτρέπει. Την ώρα του μεσονυκτικού θα καλέσω την Αδελφή Αγνή στο προσευχητήριό μου, για να δεηθούμε – οι δυο μας – στον Κύριο να της δοθεί η Θεία Χάρη! Ευλογείτε τον Κύριο!
Αυτά είπε ο Καλόγερος και τους έδειξε την πόρτα του πρώτου κελιού, προτρέποντάς τους να περάσουν μέσα. Αυτός τράβηξε πάλι για το άλλο κελί στην άκρα της αυλής κι έκλεισε πίσω του την πόρτα.
Μπήκανε δειλά – δειλά στο κελί και γουρλώσανε τα μάτια τους. Πρώτη φορά μπαίνανε σε καταφύγιο ερημίτη. Περιμένανε να δούνε μια τρύπα γεμάτη ποντικούς κα σαμιαμίθια και βρεθήκανε σ’ ένα περιποιημένο δωμάτιο, ασπρισμένο, πεντακάθαρο, επιπλωμένο, που καμιά διαφορά δεν είχε από το δικό τους σπίτι. Μόνο πως ήτανε μονόχωρο.
Είχε την κουζίνα, το σαλόνι και το υπνοδωμάτιο στον ίδιο χώρο, αλλά σε χωριστές γωνιές. Μπροστά είχε το σαλονάκι του, μ’ ένα χαμηλό στρογγυλό τραπέζι, έναν καναπέ και δυο καρέκλες. Ένας μπουφές παλαιϊκός από ξύλο καρυδιάς ήταν στη γωνιά και στα πάνω ράφια του, όμορφα τοποθετημένα, γυάλινα και πορσελάνινα σερβίτσια. Στο κάτω μέρος είχε ντουλάπια, που η Αγνή δεν άντεξε στον πειρασμό και τα άνοιξε. Ήταν γεμάτα από κάθε λογής προμήθειες.
Λίγο παραμέσα ήταν η γωνιά της κουζίνας. Ένα μικρό τζάκι και δίπλα μια μαντεμένια κουζίνα ξύλων με φούρνο, για μαγείρεμα και ψήσιμο ψωμιού. Τσικάλια, τηγάνια και άλλα σκεύη, όλα πλυμένα και κρεμασμένα στη θέση τους. Και στο βάθος, του αρκετά ευρύχωρου δωματίου, μια καθαρή κουρτίνα, που όταν την τράβηξε η Αγνή δεν πίστευε στα μάτια της. Ένα μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι με μπρούτζινες καλογυαλισμένες μπάλες στις τέσσερις κορυφές του, όπως ακριβώς ήταν και το δικό τους κρεβάτι, στρωμένο με ολοκάθαρα άσπρα σεντόνια και μάλλινες όμορφες κουβέρτες, ένα κομοδίνο δίπλα με μια μεγάλη λάμπα πετρελαίου, μια ξύλινη ντουλάπα στη γωνιά, ένα καντήλι στον τοίχο πάνω από το κρεβάτι, μια μεγάλη εικόνα του Χριστού και πολλές εικόνες Αγίων κι ένα σκαμπό με ψάθα σε μια άλλη γωνιά. Άνοιξε πάλι από περιέργεια η Αγνή την ντουλάπα. Ράσα, σκούφοι καλογερίστικοι, πουκάμισα, ασπρόρουχα, μα και κάτι ανεξήγητο. Δυο χειμωνιάτικα ολοκαίνουρια κουστούμια κι ένα καλοκαιρινό και δυο γραβάτες!... Η μια μάλιστα ήταν ακόμη αφόρετη, κλεισμένη σε σελοφάν. Δεν είπε τίποτα στον άντρα της, έκλεισε την ντουλάπα και πήγε στο βάθος του δωματίου που φαινότανε ένα χαμηλό ξύλινο πορτάκι με ένα τζαμάκι στο πάνω μέρος του. Άνοιξε. Ήταν το λουτρό του καλογέρου. Δεν του έλειπε τίποτα! Ο νιπτήρας, η λεκάνη –τούρκικου τύπου – ένα αυτοσχέδιο «τηλέφωνο λουτρού» στην οροφή για το ντουζ του Ερημίτη. Όλα στην εντέλεια κι όλα καθαρά! Ο Ερημίτης έβλεπε από κρυφά την Αγνή και δεν έβλεπε την ώρα να την διαπεράσει. Γυναικάρα που ήθελε 2-3 άντρες για να την καλουργίσουν.
Πηγή: «Οι πρωτάρηδες» Γιάννης Λιμνιωτάκης,
Ηράκλειο 2000
