ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Κ. ΑΚΟΥΜΙΑΝΑΚΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΑΛΥΤΗΣ M.Sc.
E-mail: [email protected]
http://soixantedix.blogspot.com/
Κυριακή 5 Ιουλίου 2015. Μια χώρα κλήθηκε να ψηφίσει «Όχι ή Ναι» σε ένα δημοψήφισμα που ακόμα και σήμερα οι περισσότεροι δεν έχουν καταλάβει τι ακριβώς κατόρθωσαν να πετύχουν με την ψήφο τους. Φυσικά και το 61,3 % είναι ένα τεράστιο ποσοστό για τα σημερινά πολιτικά και εκλογικά δεδομένα. Θα επιχειρήσω λοιπόν σήμερα την ανατομία του «‘Όχι». Τι ακριβώς θελήσαμε να κάνουμε ψηφίζοντας «Όχι» και τι πετύχαμε τελικά. Με απλά λόγια και χωρίς αστερίσκους, υποσημειώσεις, παραπομπές και περικοκλάδες. Έτσι για να γίνει κατανοητό το διακύβευμα μιας πρωτόγνωρης και εξαιρετικά σύντομης εκλογικής διαδικασίας.
Ψηφίσαμε αρνητικά σε μια πρόταση των δανειστών μας, η οποία κατά την κυβέρνηση περιείχε μέτρα που δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά. Επιλέξαμε να βάλουμε σταυρό σε ένα «Όχι» που θα μας τόνωνε το ηθικό, θα μας προσέδιδε αξιοπρέπεια, θα μας έκανε περήφανους και θα ήταν ένα βαρύ όπλο στην εξάμηνη διαπραγμάτευση που είχε περάσει τις κόκκινες γραμμές και τις προθεσμίες. Φωνάξαμε όχι 75 χρόνια μετά την άρνηση του Ιωάννη Μεταξά στο τελεσίγραφο του Ιταλού πρεσβευτή. Και το πανηγυρίσαμε κιόλας με εθνική υπερηφάνεια λες και είχαμε κερδίσει μια δύσκολη εθνική μάχη.
Αυτά θελήσαμε να επιτύχουμε ψηφίζοντας «Όχι». Ας δούμε όμως τι καταφέραμε γιατί το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου μάλλον δεν ερμηνεύθηκε σωστά από την κυβέρνηση. Και αυτό γιατί η απάντηση του ελληνικού λαού εκλήφθηκε ως εντολή συνέχισης της διαπραγμάτευσης, της συνθηκολόγησης, της πλήρους και ταπεινωτικής υποταγής μιας χώρας στους δανειστές. Τα πράγματα έγιναν χειρότερα, οι απαιτήσεις τους μεγαλύτερες, οι αντοχές μας μικρότερες και τα μετρητά στις κλειστές τράπεζες ελάχιστα. Κι εμείς φωνάζαμε «ζήτω και γεια» την ίδια μέρα. Και μετά τι;
Μετά το «Όχι» διαπιστώσαμε πως οι δανειστές είχαν σκληρύνει τη στάση τους, καταλάβαμε πως η ανάγκη στέλνει περίπατο την αξιοπρέπεια, νιώσαμε την ανάσα της καταστροφής, περιπέσαμε σε θριαμβευτική κατάθλιψη, συνειδητοποιήσαμε ότι οι αρνήσεις μας έγιναν παρακάλια και είδαμε μια χώρα εν μέσω θέρους να περιφέρεται στα ATMs και στα τηλεοπτικά κανάλια. Μετά την άρνησή μας σε ένα πακέτο που μας πρόσφεραν παλέψαμε για να δεχτούν ένα δικό μας διπλάσιο σε μέτρα και θυσίες, πολλαπλάσιο σε ύφεση, τρομακτικό σε σύλληψη και εντυπωσιακό σε οικονομική αφαίμαξη. Ένα πακέτο που γράψαμε και υπογράψαμε με τα ίδια μας τα χέρια όταν πλέον ο κόμπος είχε φτάσει στο χτένι. Μέσα σε πέντε μέρες από τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος οι πανηγυρισμοί σταμάτησαν, τα εμβατήρια έπαψαν, οι λαλίστατοι «περήφανοι» κατάπιαν τη γλώσσα τους και τα χαμόγελα πάγωσαν. Ναι αλήθεια είναι: μόνοι μας βάλαμε τα δαχτυλάκια μας και βγάλαμε τα ματάκια μας. Και μην ακούσουμε κανέναν να λέει «Όχι». Γιατί ενώ καταλάβαμε το «Preliminary Debt Sustainability Analysis» του ψηφοδελτίου δεν κατανοήσαμε τη βαθύτερη σημασία και την πολιτική σκοπιμότητα του, που εδραζόταν σε ταπεινά πολιτικά κίνητρα.
Τώρα τα δώσαμε όλα. Γη και ύδωρ, ενέργεια και λιμάνια, αεροδρόμια και δικαιώματα, συντάξεις και μισθούς, αμυντικές δαπάνες και τουρισμό, εστίαση και αναψυχή, τρόφιμα και καύσιμα, αξιοπρέπεια και περηφάνια. Έτσι καθυποτάξαμε τους αντιρρησίες, μπετονάραμε την κομματική μας συνοχή, ξεγελάσαμε τους αρνητές μιας κατάστασης, διαπομπεύσαμε τους «προσκυνημένους», κοροϊδέψαμε τους εαυτούς μας και ικανοποιήσαμε έστω και για λίγο την αδήριτη ψυχολογική μας ανάγκη, αυτή του επαναστάτη, του ανυπόταχτου, του σαμποτέρ. Τώρα συνειδητοποιούμε ότι το «Όχι» μεταφράστηκε ως «Ναι». Ένα σκληρό «Ναι» που μάλιστα θα γίνει αντικείμενο συζήτησης τάχιστα, τελεσιγραφικά, απόλυτα. Και θα είμαστε πανευτυχείς αν το δεχτούν οι πιστωτές μας. Εκεί φτάσαμε. Να πανηγυρίζουμε την ήττα μας ως νίκη. Δικές μας οι επιλογές, δικιά μας είναι κι η ζωή, αν και δεν είμαι σίγουρος ότι μας ανήκει. Και επειδή θεωρούμαστε ενήλικες, ας προσέχαμε. Καλή Δύναμη.
