Γύρω από τον Μίλαν Κούντερα υπάρχει μια νόστιμη ιστορία, που απ’ όσο ξέρω δεν έχει βρει θέση σε κανένα βιβλίο του, αν και μπορεί κανείς να πει ότι τα περισσότερα μυθιστορήματά του είναι παραλλαγές πάνω στο θέμα της. Η ιστορία αυτή υποτίθεται ότι συνέβη πραγματικά αλλά, συνέβη-δεν συνέβη, έχει ακαταμάχητη ψυχολογική πειστικότητα κι εκφράζει με απολαυστικό τρόπο μιαν αλήθεια που δεν θα λέγαμε ότι είναι απολαυστική. Την ξαναθυμήθηκα αυτή την ιστορία τώρα τελευταία, που φούντωσε άλλα μια φορά η συζήτηση γύρω από τα όρια της ελευθερίας της τέχνης και το αν ο καλλιτέχνης έχει ή όχι το δικαίωμα να είναι ασεβής.
Όταν ο Κούντερα εγκατέλειψε την σοβιετοκρατούμενη πατρίδα του και κατέφυγε στη Γαλλία, οι δυτικοί δημοσιογράφοι τού ζήτησαν επίμονα να τους πει πώς έζησε τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία. Ο Κούντερα ήξερε ότι περίμεναν από αυτόν μια μελοδραματική περιγραφή, που αφενός θα προκαλούσε την εύκολη, γιατί αυτονόητη, συμπάθεια των αναγνωστών τους, αφετέρου θα επιβεβαίωνε τα στερεότυπα της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας. Του ζητούσαν, δηλαδή, μια κιτς αφήγηση. Γιατί αυτό ακριβώς είναι το κιτς: η καλολογική επεξεργασία και η συγκινησιακή εκμετάλλευση του στερεότυπου. Εκείνο που ήθελαν από τον Κούντερα ήταν ό,τι θέλει και ο ρεπόρτερ που ρωτάει τον Ριβάλντο πώς αισθάνεται όταν δίνει χαρά στους φίλους του Ολυμπιακού με τα γκολ του. Ένας τύπος σαν τον Κούντερα δεν υπήρχε περίπτωση να ικανοποιήσει τέτοια απαίτηση, όσο μισητοί κι αν του ήταν οι Σοβιετικοί και ο κομμουνισμός τους. Απαυδισμένος, λοιπόν, από αυτές της δημοσιογραφικές οχλήσεις, διηγήθηκε την ιστορία που προανήγγειλα.
Εκείνο τον καιρό είχε, λέει στην Πράγμα μια ερωμένη (πάλι), αλλά είχε αρχίσει να τον κουράζει η σχέση μαζί της και, ακόμα χειρότερα, φοβόταν πως γυναίκα του κάτι μυριζόταν. Αποφάσισε, λοιπόν, να βάλει τέλος στον παράνομο δεσμό. Κανόνισε ένα ραντεβού για καφέ με την κοπέλα και της εξήγησε όσο πιο μαλακά μπορούσε ότι έπρεπε να διακόψουν. Η κοπέλα έβαλε τα κλάματα, έπειτα θύμωσε, του είπε ότι δεν θα ξεμπέρδευε έτσι εύκολα μαζί της και στο τέλος τον απείλησε ότι θα ερχόταν στο σπίτι του και θα έκανε σκηνή μπροστά στη γυναίκα του.
Ο Κούντερα έμεινε ανένδοτος. Αποχαιρέτησε την κοπέλα, γύρισε σπίτι του κι έπεσε να κοιμηθεί. Είχε αρχίσει όμως να τον τρώει η ανησυχία και ο ύπνος του ήταν ταραγμένος: λες να πραγματοποιήσει εκείνη η παλαβή της απειλή της;
Κατά τα χαράματα ακούγονται άγρια χτυπήματα στην εξώπορτα. Ο Κούντερα πετάγεται αλαφιασμένος και είναι σίγουρος πως είναι η ερωμένη του. Παράλυτος από τον τρόμο βλέπει τη γυναίκα του μα σηκώνεται από το κρεβάτι, να φοράει βιαστικά τη ρόμπα της και να πηγαίνει ν’ ανοίξει. Η κυρία Κούντερα διασχίζει ήδη το χολ όταν αυτός τινάζεται από το κρεβάτι, τρέχει στο μπάνιο και κλειδώνεται μέσα. Κάθεται πάνω στη λεκάνη της τουαλέτας, σκεπάζει το κεφάλι του με τα χέρια του και περιμένει να ξεσπάσει η θύελλα.
Πράγματι, έπειτα από λίγο η γυναίκα του αρχίζει να κοπανάει τηνπόρτα του μπάνιου. Ο Κούντερα ζαρώνει από την λεκάνη. «Μίλαν, άνοιξε»! ακούει απ’ έξω. Ο Κούντερα δεν ανοίγει και δεν μιλάει, μόνο ζαρώνει κι άλλο. «Μίλαν, άνοιξε σου λέω!» ακούγεται πάλι η γυναίκα του, ακόμα πιο αλαφιασμένη τώρα. «Εισέβαλαν οι Ρώσοι! Η Πράγμα είναι γεμάτη ρωσικά τανκς!»
Και ο Κούντερα κατέληξε ως εξής: «Ε, λοιπόν, παιδιά, δεν φαντάζεστε πόσο ανακουφίστηκα που ήταν τα τανκς και όχι εκείνη η τύπισσα!»
Η ιστορία είναι κατάφωρα ασεβής. Γιατί, τι μας λέει ο Κούντερα, με τρόπο που μας κάνει να συνταυτιστούμε μαζί του, να γίνουμε δηλαδή συνένοχοί του; Ότι η υποδούλωση της πατρίδας του τού φάνηκε μικρότερο κακό από την αποκάλυψη της μουρνταριάς του· ότι εκείνη την κρίσιμη για το έθνος του και για ολόκληρο τον κόσμο στιγμή, η ελευθερία, η δημοκρατία, τ’ ανθρώπινα δικαιώματα, η παγκόσμια ειρήνη κ.λπ. κ.λπ. είχαν μικρότερη αξία στα μάτια του απ’ όση η αποτροπή ενός τρικούβερτου συζυγικού καβγά! Αν αυτό δεν είναι χλευασμός κάθε ιδανικού, προσβολή κάθε μορφής πίστης σε κάτι ανώτερο από το Εγώ μας, τότε τι είναι;
Στην πραγματικότητα, όμως, ασεβής δεν είναι ο Κούντερα, η ιστορία του ή η τέχνη του, αλλά η ίδια η ζωή. Αν διηγούνταν αυτήν την ιστορία ένα απολιτικός, αναίσθητος, χυδαίος Τσέχος, δεν θα γελούσαμε καθόλου, αντίθετα θ’ αγανακτούσαμε. Αλλά τη διηγείται ένας ανυπότακτος συγγραφέας, του οποίου η ευαισθησία, η πολιτικότητα, η πνευματικότητα είναι δεδομένες για τους ακροατές του. Και προπαντός τέτοιους ανθρώπους για τους ακροατές του. Και προπαντός τέτοιους ανθρώπους διαλέγει η ζωή για να τους προσβάλει βάναυσα, φανερώνοντας το ασεβές πρόσωπό της, τη δική της ανυποταξία στις ανθρώπινες πεποιθήσεις. Γιατί, ας μην ξεχνάμε, η ζωή δεν βρίσκεται μόνον εκεί έξω αλλά και μέσα μας. Είναι και τα ψυχικά αυθαίρετά μας, που δεν εντάσσονται στο σχέδιο πόλης των ιδεών μας.
Μόνο δύο τρόποι υπάρχουν για ν’ αποφεύγει κανείς τέτοιες προσβολές: να ζει χωρίς να πιστεύει σε τίποτα ή να πιστεύει χωρίς να ζει. Ο πρώτος τρόπος είναι η τακτική των μηδενιστών, μολονότι όχι μόνον είναι αμφίβολο αν υπάρχουν πραγματικοί, συνεπείς μηδενιστές αλλά και οι κατά δήλωσίν τους μηδενιστές μπορεί ν’ αποδειχτούν πιο τρωτοί απ’ όσο ιδεολόγοι και οι ευσεβείς. Τον δεύτερο τρόπο τον επιλέγουν οι φανατικοί. Οι φανατικοί όλων των ειδών. Αυτοί γενικά τα καταφέρνουν καλύτερα στο να εξοντώνουν γύρω τους και μέσα τους ό,τι τους ενοχλεί.
Όσο για εμάς τους άλλους, που πιθανώς είμαστε και οι περισσότεροι, ας μάθουμε ν’ ανεχόμαστε την ασέβεια της τέχνης προς τα πιστεύω μας με τον ίδιο τρόπο που βρίσκουμε αστεία την ιστορία του Κούντερα: όχι ως παραχώρηση σ’ έναν στείρο σχετικισμό ούτε βέβαια ως κατάφαση στον αμοραλισμό, αλλά ως αναγνώριση των αδυναμιών μας, που κάνουν την ανθρώπινη κατάσταση πιο ενδιαφέρουσα από κάθε ιδεολογία και τον πιστό πιο ενδιαφέροντα από την πίστη του.
Το συζυγικό γουδοχέρι ή τα τανκς; Καμιά ηθική θεωρία δεν μπορεί να λύσει αυτό το δίλημμα. Καμιά δεν μπορεί άλλωστε να το πάρει στα σοβαρά. Ο φιλόσοφος, ο ιδεολόγος, ο ζηλωτής δεν καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα σε μεγέθη που δεν συναντιούνται ποτέ στο θεωρητικό σύμπαν τους. Επειδή όμως στη ζωή τέτοιες συναντήσεις καθόλου δεν αποκλείονται, η κατανόηση για το μεγαλύτερο ειδικό βάρος που το ευτελές μπορεί, σε μια τέτοια στιγμή, ν’ αποκτήσει έναντι του υψηλού στα συναισθήματα ακόμα και του πιο αφοσιωμένου πιστού δίνει το μέτρο της απόστασης που χωρίζει τον καλλιτέχνη από τον κατηχητή. Και τον ιδεαλιστή από τον τύραννο.
«Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι»
του ΜΙΛΑΝ ΚΟΥΝΤΕΡΑ (γεύση)
Ο μηχανικός την είχε καλέσει στο σπίτι του. Ήδη, δυο φορές είχε αρνηθεί. Τη φορά αυτή δέχτηκε.
Δεν ήθελε να μείνει στο σπίτι του μηχανικού παρά μόνο μια στιγμή. Ίσα – ίσα όσο χρειάζεται για να πιει ένα φλιτζάνι καφέ, ίσα-ίσα όσο χρειάζεται για να ξεκαθαρίσει τι σημαίνει ακριβώς το να προχωρείς ως τα σύνορα της απιστίας. Ήθελε να σπρώξει το κορμί της ως το σύνορο αυτό, να το αφήσει εκεί για μια στιγμή έκθετο, κι έπειτα, μόλις ο μηχανικός θα επιχειρούσε να την αγκαλιάσει, εκείνη θα έλεγε, όπως είπε στον άνθρωπο με το τουφέκι στο λόφο του Πετρίν: «Όχι, όχι! Δεν το θέλω».
Το διαμέρισμά μου είναι πολύ απλό, είπε ο μηχανικός. Ελπίζω να μη σας πειράζει.
- «Όχι, καθόλου» είπε η Τερέζα, με τα μάτια της καρφωμένα στον τοίχο που ήταν ολότελα σκεπασμένος από ράφια με βιβλία.
Εξαφανίστηκε πίσω απ’ την κουρτίνα κι εκείνη πλησίασε στη βιβλιοθήκη. Υπήρχε ένα βιβλίο που τη γοήτευε. Ήταν μια μετάφραση του Οιδίποδα του Σοφοκλή.
Ένιωσε ένα χέρι στον ώμο της. Ο μηχανικός τη πήρε το βιβλίο απ’ το χέρι, το ξανάβαλε χωρίς λέξη στη βιβλιοθήκη και την οδήγησε στο ντιβάνι.
Πράγμα παράξενο: η επαφή αυτή την απελευθέρωσε αμέσως απ’ την αγωνία της. Ήταν σαν, με την επαφή αυτή, ο μηχανικός να έδειχνε το κορμί της, κι εκείνη να είχε συνειδητοποιήσει ότι το διακύβευμα δεν ήταν η ίδια (όχι η ψυχή της), αλλά το κορμί της και μόνον αυτό. Αυτό το κορμί που την είχε προδώσει και που εκείνη το είχε διώξει μακριά, μαζί με τα άλλα κορμιά.
Της ξεκούμπωσε ένα κουμπί απ’ τη μπλούζα της και της έκανε νόημα να συνεχίσει μόνη της. Δεν υπάκουσε στη διαταγή. Είχε διώξει το σώμα της μακριά της, αλλά δεν ήθελε και να αναλάβει καμιά ευθύνη γι’ αυτό. Δεν αμυνόταν, αλλά δεν θα το βοηθούσε κιόλας. Η ψυχή της ήθελε έτσι να δείξει ότι, παρ’ όλο που αποδοκίμαζε αυτό που γινόταν, εντούτοις είχε επιλέξει να μείνει ουδέτερη.
Την έγδυνε και εκείνη, όλη αυτή την ώρα, έμενε σχεδόν αδρανής. Όταν εκείνος τη φίλησε, τα χείλη της δεν απάντησαν. Ξαφνικά, όμως, ένιωσε υγρή και τρόμαξε.
Ένιωθε την ίδια της την έξαψη που μεγάλωνε περισσότερο όσο διεγειρόταν παρά τη θέλησή της. Ήδη, η ψυχή της μυστικά συμφωνούσε με όλα όσα συνέβαιναν, καταλάβαινε ότι αν ήθελε η μεγάλη αυτή έξαψη να κρατήσει περισσότερο, η συναίνεσή της έπρεπε να μείνει σιωπηρή. Αν έλεγε «ναι» δυνατά, αν συμφωνούσε απόλυτα να πάρει μέρος στη σκηνή του έρωτα, η έξαψη θα εξαφανιζόταν. Γιατί αυτό που έφερνε τη διέγερση στην ψυχή, ήταν ακριβώς η προδοσία του σώματος που πήγαινε ενάντια στη θέλησή της, και το γεγονός ότι αυτή ήταν παρούσα σ’ αυτή την προδοσία.
Έπειτα, της έβγαλε την κιλότα: τώρα ήταν ολόγυμνη. Η ψυχή έβλεπε το σώμα απογυμνωμένο στην αγκαλιά αυτού του άγνωστου και το θέαμα αυτό της φαινόταν απίστευτο, λες κι έβλεπε από κοντά τον πλανήτη Άρη. Φωτισμένο απ’ το απίστευτο, το κορμί της για πρώτη φορά έχανε την πεζότητά του. Για πρώτη φορά, το κοίταζε σαν μαγεμένη: όλα όσα είχαν συνθέσει την ιδιοτυπία του και το είχαν κάνει μοναδικό και αμίμητο, προβάλλονταν σε πρώτο πλάνο. Δεν ήταν πια το πιο συνηθισμένο απ’ όλα τα κορμιά (γιατί έτσι το έβλεπε ως τώρα), αλλά το πιο ασυνήθιστο. Η ψυχή δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από το σκούρο λεκέ που είχε στο δέρμα λίγο πιο πάνω από το χνουδωτό τρίγωνο του φύλου της· έβλεπε στο λεκέ αυτό το σημάδι που είχε η ίδια αποτυπώσει πάνω στο κορμί και της φαινόταν ιερόσυλη η κίνηση ενός αγνώστου οργάνου τόσο κοντά σ’ αυτί το ιερό στίγμα.
Κι όταν σήκωσε τα μάτια και είδε το πρόσωπό του, θυμήθηκε ότι ουδέποτε είχε δεχτεί να βρεθεί το κορμί της, πάνω στο οποίο η ψυχή έχει χαράξει την υπογραφή της, μέσα στην αγκαλιά κάποιου που δεν γνώριζε και που δεν ήθελε να γνωρίζει. Την κυρίεψε ένα μίσος τυφλό. Γέμισε το στόμα της σάλιο για να το φτύσει στα μούτρα αυτού του άγνωστου. Και οι δυο τους κοιτάζονταν με την ίδια απληστία. Κατάλαβε την οργή της και επιτάχυνε τις κινήσεις του. Η Τερέζα, που ένιωθε να έρχεται η ηδονή από μακριά, άρχισε να φωνάζει: «Όχι, όχι, όχι». Αντιστεκόταν στην ηδονή που έφτανε και καθώς της αντιστεκόταν, η καταπιεσμένη ηδονή απλωνόταν για πολλή ώρα στο κορμί της, που δεν της έδινε διέξοδο· η ηδονή κυλούσε μέσα της σαν μορφίνη αδειασμένη στη φλέβα. Πάλευε μέσα στην αγκαλιά του άντρα, χτυπούσε στα τυφλά και τον έφτυνε στο πρόσωπο.
Οι λεκάνες στις μοντέρνες τουαλέτες υψώνονται πάνω στο δάπεδο σαν το άσπρο λουλούδι του νούφαρου. Ο αρχιτέκτονας κάνει τ’ αδύνατα δυνατά για να ξεχάσει το σώμα την αθλιότητα του και ν’ αγνοεί ο άνθρωπος τι γίνονται τα περιττώματά του, όταν το νερό απ’ το καζανάκι τα διώχνει γουργουρίζοντας. Οι αποχετευτικοί σωλήνες, παρ’ όλο που οι διακλαδώσεις τους φτάνουν ως μέσα στα διαμερίσματά μας, είναι προσεκτικά κρυμμένοι απ’ τα μάτια μας κι αγνοούμε τα πάντα για τις αθέατες δεξαμενές από σκατά πάνω στις οποίες είναι χτισμένοι οι καμπινέδες μας, οι κρεβατοκάμαρές μας, οι αίθουσες των χορών και τα κοινοβούλιά μας.
Οι καμπινέδες αυτού του παλιού κτιρίου σ’ ένα εργατικό προάστιο της Πράγας ήταν λιγότερο υποκριτικοί: το πάτωμα ήταν στρωμένο με γκρίζα πλακάκια, πάνω στα οποία ορθωνόταν μια ορφανή και άθλια λεκάνη. Το σχήμα της δεν έμοιαζε με νούφαρο, θύμισε αντίθετα αυτό που ήταν: η διευρυμένη απόληξη ενός αγωγού. Έλειπε ακόμα και η ξύλινη κουλούρα και η Τερέζα υποχρεώθηκε να καθίσει πάνω στην εμαγιέ επιφάνεια που την έκανε ν’ ανατριχιάσει.
Καθόταν στη λεκάνη, και η επιθυμία που ξαφνικά την είχε κυριέψει ν’ αδειάσει τα σωθικά της, ήταν η επιθυμία να φτάσει ως την άκρη της ταπείνωσης, η επιθυμία να είναι όσο γίνεται περισσότερο ένα κορμί και επίσης, όσο ολοκληρωτικά δυνατόν, αυτό ακριβώς το κορμί για το οποίο η μητέρα της έλεγε πάντοτε ότι δεν ήταν για τιποτ’ άλλο παρά για να χωνεύει και ν’ αδειάζει. Η Τερέζα άδειασε τα σπλάχνα της και τη στιγμή εκείνη ένιωθε μια ατέλειωτη θλίψη και μοναξιά.
Δεν υπάρχει τίποτα αθλιότερο απ’ το κορμί της γυμνό, καθισμένο στην διευρυμένη απόληξη ενός αποχετευτικού αγωγού. Η ψυχή της είχε χάσει την περιέργειά της, του θεατή, την κακία της και την υπερηφάνειά της. Έχει στα κατάβαθα του κορμιού μέσα στις πιο κρυφές του αναδιπλώσεις. Περιμένει απελπισμένα να την ξανακαλέσουν.
Σηκώθηκε απ’ τη λεκάνη, τράβηξε το καζανάκι και γύρισε στο μικρό χωλ. Η ψυχή έτρεμε μέσα στο γυμνό κι απορριγμένο κορμί. Στον πρωκτό της αισθανόταν ακόμα την επαφή του χαρτιού με το οποίο είχε σκουπιστεί.
Έγινε τότε κάτι αλησμόνητο: ένιωσε την ανάγκη να πάει μέσα στο δωμάτιο να τον βρει και ν’ ακούσει τη φωνή του, το κάλεσμά του. Αν της είχε μιλήσει με φωνή γλυκιά και σοβαρή, η ψυχή θα είχε βρει το κουράγιο να βγει στην επιφάνεια και θα είχε βάλει τα κλάματα. Θα τον είχε αγκαλιάσει, όπως μέσα στ’ όνειρό της είχε αγκαλιάσει τον χοντρό κορμό της καστανιάς.
Ήταν στο χωλ και πάσχιζε να καταπνίξει αυτήν την ατέλειωτη επιθυμία να ξεσπάσει σε δάκρυα μπροστά του. Αν δεν το κατάφερνε, το ήξερε, θα γινόταν αυτό ακριβώς που δεν ήθελε: θα τον ερωτευόταν.
Τη στιγμή εκείνη, από το βάθος του δωματίου έφτασε η φωνή του. Ακούγοντας αυτή τη φωνή την ασώματη (χωρίς να βλέπει ταυτόχρονα την ψηλόσωμη φιγούρα του μηχανικού), αναπήδησε: ήταν μια φωνή και σε οξύ τόνο. Ήταν δυνατό να μην το είχε παρατηρήσει ποτέ;
Πιθανότατα ήταν εξαιτίας της απογοητευτικής και δυσάρεστης εντύπωσης που της προξένησε η φωνή του, που μπόρεσε να απωθήσει τον πειρασμό. Μπήκε μέσα, μάζεψε τα ρούχα της, ντύθηκε και βγήκε.
Πηγή: «Η νοσταλγία της πραγματικότητας» Δημοσθένης Κούρτοβικ,
Βιβλιοπωλείο ΕΣΤΙΑΣ
