ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Δεσίματα και Μαϊκά της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0

  • Την υγειά μας να ’χομενε τάξε, μα θωρώ και δε λείπει πάλι κιαμιά γειτόνισσα απού την αποσπερίδα, έλεγενε η Κανάκενα και καμάρωνε τη μ-παρέα.
  • Δεν αποφασίσαμενε γειτόνισσα να παίρνομενε τα σπίθια με τη σειρά να μη παραπονάται κιαμιά. Απόψε θα βεγγερίσομενε στο σπίτι σου, αύριο στο δικό μου. «Καθ’ Αγίου μια’ ν-ημέρα» απού λέει κι παροιμία.
  • Μετά χαράς καλώς ορίσετε Ζαμπιά μου, σα μ-πως σας ετοιμάζω τα ρεγάλα(1) θα σφεντουρήξω(2) στη χόβολη μια μονοχερέ κουκιά να πιούμενε ομπανέ(3) μια τσικουδιά.
  • Και μόνο η ζέστα τση παρασιάς(4) κι η καλή μας κουβέντα φτάνει, είπενε κι Κωσταντινιά και σίμωσενε τη γ-καρέκλα της κοντά στη φωθιά.
  • Κι απόις δε γ-κλώθει και κιαμιά ν-άλλη μας, όξω μόνο η Φωτεινή, είπενε η Νικολάκενα.
  • Βιάζεσαι γειτόνισσα να κάμεις μάνι - μάνι τση Παρασκιώς τα προυκιά και λένε πως ντάι - ντάι πηαινόρχουνται οι προξενητάδες στο σπίτι σας, είπενε η Αλεξαντρινιά απού πλεκενε με τα φάδια μια φανέλα του Κοκόλη του άντρα τζη.
  • Μα είναι τάξε καλή και φραγερή(5) κοπελιά η Παρασκιώ ο Θεός να σου τηνε ξεμιστεύγει, είπενε κι Βλαβία, δίχως να σηκώσει κεφαλή απού τα μαλλιά πού ξενενε.
  • Να ’ναι τυχερή και πράμ’ άλλο, καλή κι όμορφη ’τανε κι Μαργωτή και προυκιά και περιουσία ’χενε μα γιάε τα χάλια τζη… Εδά και πέντε μήνες απού στεφανώθηκενε δε ν-εβγήκενε απού το μ-πόρο κι όξω, είπενε με πολύ πόνο η ξαδέρφη τζη η Σοφουλιά.
  • Μα για έλα μωρή Σοφουλιά να μα σε πεις μα το Θεό σου, πως τ’ άκουσες εσύ για το ξάδερφο σου το Λιγνογιώργη, το λούμακα, το λεβέντη του χωριού πως τον έχουνε λέει δεμένο εδά, από το καιρό πούνε βλοημένος και πρέπει πως ακόμη δε ν-εσπάσανε τ’ αυγά… Ντα δε το ν-είδες κι εσύ πως εχύθηκενε(6) και χαμηλοφτερούγιασενε(7) και δε μπορεί ν’ ανοίξει το στόμα ν-του να μιλήσει αθρώπου, παρά πορπατεί και δε ν-έχει νάκαρα(8) να σείρει τα πόδια ν-του. Που να τονε θώργηες άλλη φορά, που γιάλιζενε η κουτρίκα(9) ν-του και δε ν-εκάθιζενε μυίγια στο σπαθί ν-του; ερώτανε η Κανάκενα.
  • Είντα κι η Μαργωτή τάξε, επήρενε το λόγο κι Βλαβία, αρέ και που να τύχει να πορίσει, γη να σ’ απαντήξει ποθές, παρά ’ναι αποσφαλισμένη μέσα και μουδέ στη ν-εκκλησία δε μ-πατεί.
  • Θωρείς τηνε και μαράθηκενε, απού να πούμε του Θεού τη ν-αλήθεια ήτανε νέα σα ν-τα κρυγιά νερά, τη ψυχοπονέθηκενε και η γραι Νικολάκενα.
  • Κακηώρα να του ’ρθει απού τσίδενε, μ’ αν ήτονε νά τονε μάθει κιαείς, εσήκωνε να του δώσουνε ένα ν-αλάι(10) ραβδές, απού να τονε γυρίζουνε μόνο με το σκοινί. Κι είντα κατάλαβε δα ο μαυροσκοτωμένος απού τσι ’δενε να τσι θωρεί να μοχνοκαίγουνται(11) και να λιώνουνε, είπενε αγγουσεμένη κι η Ζαμπιά.
  • Εσύ Σοφουλιά να πεις του μπάρμπα σου, του Λιγνοβαγγέλη, τ’ αφέντη του γαμπρού, να βάλει το παπά να διαβάσει την αφορεστήρα, να λιώσει δα κι αυτός απού τσι ’δενε στα ρούχα ν-του μέσα, όρμηνεψενε κι η Φωτεινή.
  • Ντα αυτοί το βαστούνε μυστικό, όντεμως(12) λωδά ευρεθήκανε δυο - τρεις γαμαρισμένοι και τωνέ ’παρακατσέψανε μια βραδυνιά απού το παραθύρι του σπιθιού ν-τωνε, που ’ναι ομπρός εις την αυλή, κι ακούσανε τη τραβάγια(13) που ’κανε ο γεις τ’ αλλού, ως κάνει ο κάτης με το σκύλο. Αυτοί δα πάλι το διαδώκανε και ξεφλαφλακίστηκενε(14) σ’ ούλο το χωριό. Τη Μαργωτή πρέπει δε ν-τη ν-έχουνε δεμένη γιατί θέλει και του σιμώνει και τονε συργουλεύγει, τονε σκαρνεύγει(15) κι όντεμως αυτός πρέπει πως γίνεται σα ν-το ανήμερο θεριό και την αμπώθει(16) και μέσα στα τρίτα μεσάνυχτα σηκώνεται και βάνει τα στιβάνια ν-του και ξεπορτίζει και δίνει τω αμαθιώ ν-του. Αυτά εξεστόμισενε η δικολογιά ντωνε, η Σοφουλιά.
  • Έχω ακουστά είπενε η γραι Νικολάκενα πως είναι συνήθεια τα δεματικά να τα κάνουνε στα ρυάκια και τσι σφάκες. Εκειά δένουνε τσι παντέξευρους τσι γαμπρονυφάδες. Κιαμιά φορά πάνε και τσι δένουνε σε μια βρουλιά και κάνουνε πέντε κόμπους με τα βούρλα και λένε: «Όπως σφίγγουνε ετούτανε τα βούρλα, ετσά να σφίξει και τ’ αντρόϋνο κι ούτε χαΐρι, ούτε κοπέλια να μη κάμουνε».
  • Ανέ καταλάβει όμως τ’ αντρόϋνο που του εκάμανε τα μαϊκά, πηαίνουνε τα θυμιάζουνε, λυούνε τσι κόμπους απού τα βρούλα και τότεσας στάζουνε τρεις σταλιές αίμα, ετσά λύνουνται τα μαϊκά.
  • Εγώ ’χω ακουστά πως παίρνουνε τρεις μπρόκες, τσι καρφώνουνε στο χώμα και λένε: «Όπως καρφώνουνε οι μπρόκες στο χώμα, ετσά κι αυτό τ’ αντρόϋνο να καρφωθεί και χαϊρι ποτές να μη κάμει», είπενε κι η Φωτεινή.
  • Εγώ ’χω ακουστά, είπενε η Ζαμπιά, πως ρίχνουνε στο πηγάδι σαπούνι με καρφίτσες και λένε μια γηθειά: «Όσες μέρες βαστάξει να μη λιώσει το σαπούνι στο νερό, τόσεσας μέρες να ζήσουνε οι νιόπαντροι». Ως και τση κακομοίρας τση κολισαύρας τση καρφώνουνε, λέει, 40 καρφίτσες, γη τσίτες από καλάμι κι ύστερα τη σαβανώνουνε σα ν-το άνθρωπο στο τρίστρατο, γη την έχουνε κουκουλωμένη στο έμπα - έβγα τση πόρτας για να μαλώνει τ’ αντρόϋνο. Ετσά το ’χω ακουστά είπενε κι η Βλαβία.
  • Για να μη πιάσουνε, το λοιπός τσι νιόπαντρους τα δεματικά και τα καρφώματα, αναλεμά τσι απού τα κάνουνε, πρέπει να ’χει μέσα στη τσέπη του ο καθένας την ώρα τση βλογιάς μια βελόνα ζευλωμένη με κλωστή, γη ένα ψαλιδάκι είπενε η Νικολάκενα.

Ύστερα αρχίξανε ούλες και λέγανε: «Η νύφη να βάλει στο νυφικό παπούτσι σιναπόσπορο. Να ζωστεί οφιδόδερμα, γη να βάλει χαϊμαλιά. Ο γαμπρός ζώνει στη μέση ν-του ένα κλειδί, γη ζώνεται με βάτο, γη με το περιζώνιο του παπά. Κάνει ένα σταυρό από κάρβουνο στη ράχη, βάνει στη τσέπη του μια σκορδοκεφαλή. Βρέχει ένα μαντιλάκι με το αίμα του πρώτου οζού που θα σφαεί στο γάμο και το βαστά απάνω ν-του την ώρα τση βλόγας».

Ούλη την αργαδινή τουτανά κουβεδιάζανε οι καλές γειτόνισσες.

 

1 ρεγάλα = δώρα, φιλοδώρημα

2 ασφεντουρίξω = πετώ με δύναμη

3 ομπανέ = πιο ύστερα

4 παρασιά = τζάκι

5 φραγερή = προκομμένη

6 εχύθηκενε = αδυνάτισε

7 εχαμηλοφτερούγησε = εταπεινώθηκε

8 νάκαρα = δύναμη

9 κουτρίκα = μέτωπο, φαλάκρα

10 αλάι = πλήθος, αφθονία (Τούρκ alay)

11 μοχνοκαίγουνται = καίγονται αργά και παρατεταμένα

12 όντεμως = συνδ αλλ’ όμως

13 τραβάγια = θόρυβος, φασαρία

14 ξεφλαφλακίστηκε = αποκαλύφθηκε, διαδόθηκε

15 σκαρνεύγει = γαργαλίζει, πειράζει

16 αμπώθει = σπρώχνει

 

Ευγενία Ζαμπετάκη Σπαντιδάκη

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Δεσίματα και Μαϊκά της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ