Του Χαράλαμπου Ν. Κοκονά
(Αντιλήψεις - Επιδιώξεις - Διαπραγματεύσεις)
Μετά το όργιο παραπληροφόρησης από όλες τις πλευρές επί πέντε μήνες, μετά από προσεγγίσεις και διαφωνίες, μετά από ένα απίθανο αλαλούμ αντιφάσεων, παράλογων και ακαταλαβίστικων δηλώσεων, αυτό που σίγουρα προκύπτει από αυτή την ιστορία της ελληνικής «διαπραγμάτευσης» με την Ευρώπη και το Δ.Ν.Τ. είναι ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν έχει καταλάβει καν ποιες είναι οι αιτίες της κακοδαιμονίας της ελληνικής οικονομίας και πως φτάσαμε στην κατάρρευση.
Δεν έχει καταλάβει δηλαδή ότι η σημερινή κατάντια μας οφείλεται στις λαϊκίστικες πολιτικές των παροχών που ακολούθησαν όλες οι κυβερνήσεις μέχρι σήμερα, στην προνομιακή μεταχείριση των «ημετέρων» στο αντιπαραγωγικό Δημόσιο, στην ατιμωρησία των παρανομούντων, στη διαφθορά του πολιτικού κόσμου και ορισμένων στελεχών της δημόσιας διοίκησης και κυρίως, στην ασφυξία που προκαλούν οι πολιτικοί και οι γραφειοκράτες του Δημοσίου στον Ιδιωτικό τομέα. Αυτό το τελευταίο ευθύνεται για την αδυναμία του Ιδιωτικού τομέα να αναπτυχθεί και να παράξει ώστε να καλύψει την απόλυτη αδυναμία του Δημοσίου. Όλες οι προτάσεις που κατατίθενται στις ελληνικές κυβερνήσεις - και από αυτή του ΣΥΡΙΖΑ και από τις προηγούμενες - εντάσσονται σε μία απολύτως κρατικιστική λογική, η οποία δεν μπορεί να υπάρξει σε ανοικτή διεθνή οικονομία με ενιαίο νόμισμα. Δεν μπορεί καμία χώρα να δανείζεται εσαεί αν τα δάνεια που παίρνει δε τα χρησιμοποιεί με τέτοιο τρόπο ώστε να παράγουν χρήμα. Οι Ελληνικές κυβερνήσεις, τα δάνεια τα έσπρωχναν με παροχές στην κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων και τα λεφτά τελικά έφευγαν στο εξωτερικό. Δεν δημιουργήθηκαν οι αναγκαίες επενδύσεις για να μπορέσει η χώρα να παράγει αρκετά ώστε να αναπτυχθεί και να αποπληρώσει το χρέος της.
Όταν το νόμισμα μας είναι το ευρώ, τρεις τρόπους έχουμε να πάρουμε λεφτά και να αυξήσουμε το χρήμα που κυκλοφορεί στη χώρα: δανεικά, επιδοτήσεις και πλεόνασμα στο ισοζύγιο των εξωτερικών συναλλαγών. Εμείς δανειζόμασταν σαν να μην υπήρχε αύριο (και φτάσαμε στο σημείο που δεν υπάρχει αύριο), κατασπαταλούσαμε τις επιδοτήσεις χωρίς να φτιάξουμε ούτε γεωργία, ούτε μεταποίηση, ούτε βιομηχανία, ούτε σοβαρή τουριστική υποδομή και ήμασταν σταθερά ελλειμματικοί στις εξωτερικές συναλλαγές. Που κατέληξε αυτή η πορεία; Στην πτώχευση. Αν είχαμε ένα δικό μας νόμισμα, θα υποτιμούσαμε, θα τυπώναμε, θα ζούσαμε φτωχότερα με έναν αδύναμο νόμισμα, χωρίς υψηλής πολυτέλειας εισαγόμενα προϊόντα που απολαύσαμε επί δεκαετίες, θα τη βγάζαμε όπως - όπως με μισθούς Βουλγαρίας. Μας δόθηκε μια μεγάλη ιστορική ευκαιρία, πρώτα με την ένταξη στην Ε.Ο.Κ και μετά με το Ευρώ να οργανωθούμε σωστά και να επιβιώσουμε στον σκληρό πυρήνα των πλουσιότερων χωρών του κόσμου. Δεν το χειριστήκαμε καθόλου καλά και δεν το χειριζόμαστε ούτε τώρα.
Το πολιτικό σύστημα συνολικά επιμένει στην πελατειακή σχέση με τον ψηφοφόρο, η οποία προϋποθέτει μεγάλο αντιπαραγωγικό Δημόσιο τομέα. Θέλει να προσλαμβάνει υπαλλήλους στο Δημόσιο και να δίνει αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις για να εξασφαλίζει την ψήφο των ψηφοφόρων. Και μόλις το κάνει αυτό ένα κόμμα, οι εκπαιδευμένοι συνεχώς να παίρνουν ψηφοφόροι το εγκαταλείπουν και ψηφίζουν το επόμενο που θα δώσει υποσχέσεις για νέες παροχές. Αυτά έκανε ο Καραμανλής με τα «διαγγέλματα» στο Σουβλατζίδικο του Μπαϊραχτάρη, αυτά έκανε ο Γιώργος Παπανδρέου κάνοντας τον «υποβολέα» της Κατσέλη (λεφτά υπάρχουν), αυτά έκανε και ο Σαμαράς με τα δύο - τρία Ζάπεια, αυτά κάνει και ο Τσίπρας (θα χτυπάω τα νταούλια και θα χορεύουν οι αγορές ή τσάμικο ή πεντοζάλη αναλόγως την περιοχή που μίλαγε) και πάει λέγοντας. Μόνο που η πραγματικότητα τους διέψευσε όλους. Και τους διέψευσε γιατί χωρίς λεφτά παροχές δεν γίνονται. Και οι εταίροι δεν σου δίνουν λεφτά αν δεν δεχθείς να προχωρήσεις σε μεταρρυθμίσεις, οι περισσότερες εκ των οποίων είναι αυτονόητες για οποιανδήποτε πολιτισμένη χώρα της εποχής μας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί ότι το μοντέλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του διεθνούς καπιταλισμού είναι λανθασμένο. Μπορεί να είναι, μπορεί και να μην είναι. Το ζήτημα είναι ότι αυτή η Ένωση των Ευρωπαϊκών κρατών έχει κάποιους κανόνες για τα μέλη του. Και οι κανόνες αυτοί υιοθετούνται και από τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, αλλά και από τους πρώην «συντρόφους» Ρώσους και Κινέζους. Έτσι παίζεται το παιχνίδι παγκοσμίως και έτσι θα πρέπει να παίξουμε κι εμείς μέχρι οι κανόνες του παιχνιδιού να αλλάξουν. Και μπορεί σε κάποια χρόνια να αλλάξουν, αλλά όχι τώρα. Το μόνο που θα αλλάξει τώρα, αν εμείς φύγουμε από το κλαμπ (όχι της Ευρώπης πλέον, αλλά του Δυτικού κόσμου) είναι ότι θα κοιτάμε το βιοτικό επίπεδο της Παλαιστίνης και θα κλαίμε από ζήλια, αν δεν χάσουμε και κάποια κομμάτια της χώρας εξαιτίας της απόλυτης αδυναμίας μας και της διεθνούς απομόνωσης μας.
Κοκονάς Χαράλαμπος
