ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Κ. ΑΚΟΥΜΙΑΝΑΚΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΑΛΥΤΗΣ M.Sc.
E-mail: [email protected]
http://soixantedix.blogspot.com/
Το δημοψήφισμα είναι μια μορφή άμεσης δημοκρατίας, συνταγματικά κατοχυρωμένο στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής λειτουργίας του πολιτεύματος. Διενεργείται κυρίως, με πρωτοβουλία της κυβέρνησης ή και ομάδας πολιτών -υπό προϋποθέσεις- προκειμένου το εκλογικό σώμα με την ψήφο του να εγκρίνει ή να απορρίψει ένα ζήτημα μείζονος κοινωνικής ή εθνικής σημασίας. Το ερώτημα που συνήθως τίθεται είναι διλληματικό του τύπου: «Ναι» ή «Όχι». Υπό αυτή την έννοια οι πολίτες τοποθετούνται μονοσήμαντα θετικά ή αρνητικά στο ζήτημα που διακυβεύεται. Προκηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρά κοινωνικά ζητήματα μετά από απόφαση των τριών πέμπτων των Βουλευτών (180) ή μετά από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας των Βουλευτών (151), εφόσον πρόκειται για κρίσιμα εθνικά θέματα.
Από το 1920 μέχρι το 1974 στη χώρα μας έγιναν επτά δημοψηφίσματα. Τα έξι από αυτά αφορούσαν το πολιτειακό ζήτημα (1920, 1924, 1935, 1946, 1973 & 1974) και το ένα την έγκριση Συντάγματος (1968). Τα τρία από τα επτά αυτά δημοψηφίσματα διενεργήθηκαν από δικτατορικές κυβερνήσεις (1935, 1968 & 1973). Το τελευταίο δημοψήφισμα στην Ελλάδα έγινε τον Δεκέμβριο του 1974. Μετά την επάνοδο της Δημοκρατίας στη χώρα και τη σαρωτική επικράτηση του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας του Κωνσταντίνου Γ. Καραμανλή στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974, προκηρύσσεται δημοψήφισμα στις 8 Δεκεμβρίου για την οριστική λύση του Πολιτειακού Ζητήματος. Υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας καταμετρήθηκε το 69,2 % των έγκυρων ψηφοδελτίων και υπέρ της Βασιλευομένης Δημοκρατίας το 30,8%.
Στη σημερινή συγκυρία είναι προφανές ότι δημοψήφισμα μπορεί να διεξαχθεί μόνο από την κυβέρνηση και από τα κόμματα που τη στηρίζουν κοινοβουλευτικά. Είναι επίσης προφανές ότι η ουσία τυχόν δημοψηφίσματος θα είναι το κρίσιμο θέμα της παραμονής της χώρας στην Ευρωζώνη, άσχετα με το είδος του επιμέρους ερωτήματος που θα τεθεί. Με δεδομένο το γεγονός ότι ποτέ μέχρι σήμερα δεν έχει διεξαχθεί δημοψήφισμα σχετικά με τα ζητήματα της Ευρώπης, τα πιθανά ποσοστά που καταγράφουν τόσο ο φιλοευρωπαϊσμός, όσο και ο αντιευρωπαϊσμός στην Ελλάδα, κινούνται σε μια λίγο έως πολύ αχαρτογράφητη περιοχή. Ποτέ δηλαδή μέχρι σήμερα η πορεία της χώρας προς την Ευρώπη δεν ετέθη με ανοικτό και αυτοτελή τρόπο ενώπιον της ελληνικής κοινωνίας. Όλες οι κατά καιρούς Συνθήκες της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ενοποίησης (Maastricht, Amsterdam, Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη), αλλά και οι βασικές πολιτικές-οικονομικές επιλογές που τις συνόδευαν ιστορικά (ένταξη στην ΟΝΕ, ενιαίο νόμισμα, διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης), ψηφίστηκαν από το Ελληνικό Κοινοβούλιο με μεγάλες πλειοψηφίες, οι οποίες κατά βάση συγκροτούνταν από τα πάλαι ποτέ δύο μεγαλύτερα κόμματα διακυβέρνησης με ελάχιστο έως ανύπαρκτο διάλογο ακόμα και μεταξύ των Βουλευτών. Οι Ευρωεκλογές (και πολύ περισσότερο οι Εθνικές Εκλογές), επίσης ποτέ δεν έφεραν τα ευρωπαϊκά ζητήματα στο πρώτο πλάνο της πολιτικής αντιπαράθεσης, αντίθετα κυριαρχήθηκαν σχεδόν πάντα σε πολύ έντονο βαθμό από τις εσωτερικές πολιτικές πολώσεις και την αντιπαράθεση των κυρίαρχων κομμάτων για τη διαχείριση της εξουσίας. Με δυο λόγια η Ευρώπη όλα αυτά τα χρόνια ήταν ηχηρά απούσα στον εσωτερικό πολιτικό ανταγωνισμό.
Οι ανομολόγητοι πόθοι περί επικείμενου δημοψηφίσματος, αναφορικά με τα όρια της ατέρμονης και ατελέσφορης μέχρι στιγμής διαπραγμάτευσης, δεν τρομάζουν καθόλου την Ευρώπη. Τυχόν συμφωνία δεν μπορεί πλέον να είναι ούτε έντιμη, ούτε αμοιβαία επωφελής. Η κυβέρνηση έχοντας νωπή λαϊκή εντολή και με βάση το λαϊκίστικο και ανέφικτο «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» δεν τολμά να παραδεχτεί με σθένος ότι εξαπάτησε τους πολίτες. Βουλιάζει μαζί με τη χώρα στο βάλτο της επικίνδυνης στασιμότητας, εξαιτίας του διαφαινόμενου πολιτικού κόστους που θα επιφέρει η ομολογία αδυναμίας υλοποίησης των ανεύθυνων προεκλογικών εξαγγελιών της. Ένα είναι σίγουρο: Είτε σε περίπτωση συμφωνίας, είτε σε επιλογή ρήξης με τους δανειστές, η κατάρρευση του αντιμνημονιακού στρατοπέδου θα είναι εκκωφαντική.
