(συνέχεια από το προηγούμενο)
Οι χωριανοί τονε πατάσσανε(1), τονε μασκαρεύγουντανε, μα ο Γιάννης ο αγαθός δε ν-εκτράτανε κακία, εμάνιζενε μια ουλιά(2), άφτενε(3) σα ν-το αφτούμενο κερί προς στιγμή, μα δε ν-εκάκιωνε, πάλι εβρίσκεντονε αναμεσικώς τωνε και γελοχαχάριζενε και αναγέλανε κι ο ίδιος το ν-απατό(4) ντου.
Ούλοι οι χωριανοί όμως τον αγαπούσανε το Γιάννη και δα(5) που ‘τανε στρατιώτης στη Μικρά Ασία κι είχανε πολύ καιρό να μάθουνε νέα ντου ήσανε ούλοι βαροκαρδισμένοι.
Στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, στα καφαλοχώρια τση Κρήτης ελειτουργούσανε Ελληνικά σχολεία. Επχαίνανε κοπέλια απού τα γυρωχώριουλα και μαθαίνανε γράμματα ελληνικά.
Έπεμπενε ο Λιγνονικολής το Γιάννη, ένα και μοναχό κοπέλι το ‘χενε να ξεστραβωθεί να μάθει να γράφει κιας(6) τ’ όνομα ν-του. Μαζί με το Γιάννη, επήγαινε κι ο Μανούσος του Κατσουνογιώργη απού ‘τανε ο πρωτονοικοκύρης του χωριού. Ούλα τ’ άλλα κοπέλια του χωριού εβλέπανε τα πρόβατα και αϊδέρνανε(7) τσι γονέους τωνε τσ’ οξωτάρικες δουλειές. Για τσι κοπελιές άχνα και μουρμού(8), μαθαίνανε νοικοκεράτα απού τη μάνα και κάνανε ούλες τσι δουλειές.
Ο Γιάννης έπχαινε στο σχολειό κι πλάνταζενε εκειά μέσα, χαράμις το πράμα πού νιώθενε, αλλά δε ν-επαραπονά τονε τσι γονέους του, κάλη ‘τανε κι η λτα στο κεφαλοχώρι. Εδά τελευταία όμως άρχιξενε ο δάσκαλος να τονε δέρνει, κι έπρεπε να κατέει το μάθημα. Κάθ’ αργά έκλαιγενε και έπεμπενε τη μάνα ν-του να φωνιάξει το Μανούσο να τονε διαβάσει.
- Άμε(9) μάνα να σιργουλέψεις το Μανούσο να με διαβάσει γιατί δε θα κατέω(10) αύριο το μάθημα και θα με κάμει ο δάσκαλος μπαστίλι(11) στο ξύλο.
- Εβαγιέστησα(12) πλιο(13) καθ’ αργά να κουρκουνώ(14) τη μ-πόρτα τσ’ Αργυρένιας να γυρεύω το Μανούσο, δε ξαναπάω και να το κατέεις(15)..
- Δε ξαναπάω μπάρεμου(16) κι εγώ στο σκολειό, έκλεγενε ο Γιάννης κι ανατσουλούχανε(17)…
Η μάνα ν-του απού δε ν-είχενε άλλο κοπέλι έπαιρνε το τετράδιο, του σίμωνε(18), τονε χάϊδευγενε και του ‘λεγενε.
- Έλα πανιγέ(19) κοπέλι μου και τού βανε το τετράδιο μπροστά στα ‘μάθια, ξάνοιγε τα, τα γράμματα αμοναχός σου να τα συλλαβίζεις, ετσά θα τα μάθεις…
- Ξανοίγω τα μάνα μα δε ντα θωρώ τα παντέρμα…
Επήγαινενε ο Γιάννης ένα διάστημα στο σκολειό και το μόνο πού μάθαινε να γράφει τ’ όνομα ντου. Αυτός ήτανε ο λόγος απού δε ν-έγραφενε τσι γονέους του, εδά πού ‘τανε στρατιώτης. Ευτυχώς εφύγανε μαζί με το Μανούσο και πήγανε στο ν-ίδιο τόπο έγραφενε αυτός συχνά και μαθαίνανε τα νέα στο χωριό. Εκατέχανε οι γονέοι ντου πως υπηρετούσανε μαζί και πολεμούσανε τσι Τούρκους στη Μικρά Ασία.
Επεράσανε οι καιροί κι ύστερα από χρόνια, με πολλά βάσανα και ταλαιπωρίες εξεπιτύρισενε(20) ο Μανούσος στο χωριό. Τονε ρωτούσανε για το Γιάννη μα δε ν-εκάτεχενε ντουρά(21) ν-του. Σε μια μάχη εχαθήκαμενε, δε ν-τονε ξανάδα…
Οι γονέοι το Γιάννη εστεναχωρεθήκενε πολύ, αλλά κι ούλο το χωριό. Η μάνα ν-του η Κατεργιά πρωί – βράδυ άφτενε τα καντήλια στα ερημοκκλήσια, έκανε προσευχές να ζει το μοναχοπαίδι τζη, η αναντράνιση(22) του σπιθιού τζη και να γιαγύρει στο σπίτι.
Ούλοι οι χωριανοί το ν-είχανε για σκοτωμένο και μια ν-ημέρα η Ζαμπιά του Ηλιομανώλη τη ν-απάντηξενε στη στράτα και τση ‘πενε.
- Να πιάσεις κακομάζαλη Κατεργιά, να κάνεις μνημόσυνα του κοπελιού σου, μα τόσονα καιρό απού λείπει σάικα(23) σκοτωμένο θα ‘ναι στο μ-πόλεμο.
- Πως αποκοτάς(24) και λες τέθοια κουβέντα! Το κοπέλι μου ζει, ο αφέντης του κι εγώ δε ν-εβλάψαμενε άνθρωπο στη ζωή μας, γιάντα να μας τιμωρήσει ο Θεός; Η Παναγία το ‘χει στη σκέπη τζη…και θα γιαγύρει με καλό, κάθα μέρα τ’ ανημένομενε…
1 πατάσσω = πειράζω
2 μια ουλιά = πολύ λίγο
3 άφτενε = άναβε
4 τον απατό ντου = τον εαυτό του
5 εδά = τώρα
6 κιας = τουλάχιστον
7 αϊδέρνω = βοηθώ (Ιταλ aiutare)
8 άχνα και μουρμού = σιωπή και αθιβολή (ούτε κουβέντα να γίνεται)
9 άμε = πήγαινε
10 κατέω = ξέρω
11 μπαστίλι στο ξύλο = θα με χτυπήσει πολύ (Τουρκ ρήμα αόριστος bastim)
12 εβαγιέστησα = εκουράστηκα
13 μπλιο = πλέον
14 κουρκουνώ = καταχτυπώ
15 κατέεις = γνωρίζεις, ξέρεις
16 μπάρεμου = τουλάχιστον (Τουρκ bari)
17 ανατσουλούχανε = έκλαιγε με λυγμούς
18 σημώνω = πλησιάζω
19 έλα πανιγέ = έλα εδώ
20 ξεπιτυρώ = περνώ εμπόδια να φτάξω κάπου
21 ντουρά ντου = η παρουσίαση του
22 η αναντράνιση = η ανύψωση
23 σάικα = σίγουρα
24 αποκοτάς = τολμάς
