ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Γιάννης ο Κατωχωρίτης της Ευγενίας Ζαμπετάκη Σπαντιδάκη

0

Σ’ ένα μικιό χωριουδάκι τση Κρήτης, στη μ-πλαγιά του λόφου, εγεννήθηκενε ο Γιάννης. Για να τονε ξεχωρίζουνε απού τσ’ άλλους Γιάννηδες, επειδή το σπίτι ν-του ήτανε στη γ-κάτω μεριά του χωριού τονε παρανομοιάζανε «Κατωχωρίτη».

Ο Γιάννης ο «Κατωχωρίτη» ήτανε ένα χαμαντράκι(1), κοντομπύθιαχτος(2), αδύνατος, μισή μερίδα άντρας, με δύο κατάμαυρα αργοκίνητα μάθια, γριλωμένα πολλή ώρα στον ίδιο ν-τόπο, μέχρι να καταλάβει είντα Θεός τονε κουλαντρίζει…

Τα μαλλιά ν-του και τα γένια ν-του μαύρα σα ν-του κοράκου και χεντζώνανε οι τρίχες του σαν του σκαντζοχοίρου! Τα δυναμερά κούντουρα(3) ποδαράκια ν-του εσκέπαζενε μέχρι τα γόνατα η Κρητική μπλάβη βράκα. Τα γαμπάκια ν-του αγκαλιάζανε σφιχτά τα δερμάτινα μαύρα στιβανάκια, άφθαρτα, όχι γιατί αγόραζενε καινούργια, αλλά γιατί τα ζάλα ν-του ήτανε τοσονά αργά, ως επάτιενε τον ένα πόδα εβρώμεζεν ο άλλος και δε ν-ήτανε δυνατόν να πατήσει αδέξια τα χαλίκια και να τα ξεφλουδίσει. Όπως ήτανε ούλα ν-του, ετσιδά ‘τανε κι η κουβέντα ν-του, τοσηνά σιωπή από τη μια λέξη μέχρι να βρει την άλλη που σικίλντιζενε(4) τον ακροατή και του ‘ρχουντανε να βαστά μια βελόνα να τονε σιγουδίζει(5) για να ξετελέψει τη γ-κουβέντα απ’ αρχίνανε.

Επειδής το ν-αδίκησενε ο Θεός στη γ-κορμοστασιά και στη ν-ομορφάδα τση μούρης, του χάρισενε μπόλικη καλοσύνη, για τουτονά οι χωριανοί ν-του τονε φωνιάζανε, ο Γιάννης ο «αγαθός». Αγαθό το ν-ανεβάζανε, αγαθιάρη τονε κατεβάζανε, του κάνανε φάρσες, το ν-εμασκαρεύγουντανε και ξεκαρδίζουντανε στα γέλια.

Σα γ-κοπελολόγος απού ‘τανε για να δείξει τη ν-αντρειγιά ν-του εκάπνιζενε που κι ένα τσιγάρο, στο ντοκιάνι μαζί με τσ’ άλλους χωριανούς.

Έκλεφτενε το λοιπός τ’ αυγά απού τη φωλέ, χωστά τση μάνας του αμπρουλιάζεντονε(6) τη γ-καλή ν-του κρητική φορεσιά, έχωνενε τ’ αυγά στο γελέκο και πήγαινε στο διπλανό κεφαλοχώρι και τα πούλιενε στη μπακάλισσα τη κερά Λένη του Φραγκιά κι αγόραζενε τσιγάρα. Χωστά, χωστά, τη μπαρακάλιενε να μη βγάλει άχνα να τ’ ακούσει η μάνα ν-του. Πολλές φορές όντε δε ν-ήβρισκεν αυγά έκλεφτεν ένα μπουκάλι λάδι το ΄χωνενε στο βουργιάλι και το πήγαινε στο μπακάλικο να το κάνει τράμπα(7) με τα τσιγάρα.

Μια ν’ αργαδινή(8) επέρνανε στολισμένος ο Γιαννιός απού το ντουκιάνι(9) και ψυχανεμιστήκανε(10) ούλοι απού κάθουντανε ‘κειά που τονε πάνε τα ζάλα ν-του. Βουργιάλι στη ράχη δε ν-εβάστανε άρα λάδι δε θα πούλιενε. Αυγά, αυγά είναι μπεϊλί(11) πως είναι ζωσμένος, είπενε ο Αντρουλής και γλάκανε άνοιξενε τσι χερούκλες ν-του, του μόνταρενε(12) το ν-έσφιξενε γερά και του ‘πενε.

  • Είντα κάνεις ξάδερφε, καιρούς και ζαμάνια ‘χα να σ’ ανταμώσω!

Όπως τον έσφιγγενε εσπάσανε τ’ αυγά και γαμαρίσανε(13) τα καλά ν-του ρούχα και πως θελα τα ξεβρωμέσει να μη ν-αφορεθεί(14) η μάνα ν-του πράμα.

Μια ν-άλλη φορά απού ‘χενε κρεμασμένο στη ράχη ν-του το βουργιάλι εκαταλάβανε πως είχενε μέσα ένα μπουκάλι λάδι. Όντε ν-επέρνανε από το γ-καφενέ, εσηκώθηκανε ούλοι και τονε πεσιχαριάζουντανε(15) και του λέγανε:

  • Έλα ‘πα Γιαννιό, δε ν-έχεις γλιτέρα, θα παίξεις μαζί μας μια κολτσίνα(16) κι ύστερα θα πας όπου θες…

Εκάθουντανε ο κατωχωρίτης, δε ν-εχάλανε κιανενούς χατήρι, εμοιράζανε τα χαρθιά κι όπως έπαιζενε, ένας χωριανός του σίμωσενε κι έκαμενε πως εξάνοιγενε τα φύλλα και αποσίγανα έβγανενε το στούμπουρα(17) του μπουκαλιού. Ένας παίχτης έριχνενε ένα τραπουλόχαρτο δίπλα στο Γιαννιό και του λεγενε:

  • Σκύψε να μου το δώσεις για δε ν-το φτάνω…

Όπως έσκυφτενε ο «αγαθός» το ν-έλουσενε το λάδι. Αγανακτισμένος στραβωμένος γιατί μπήκανε τα λάδια στα μάθια ν-του εφώναξενε:

  • Σκυλολόι απηύδησα(18) πλιο απού τα στρούσια που μου κάνετε!

 

(συνεχίζεται)

 

Ευγενία Ζαμπετάκη Σπαντιδάκη

 

1 χαμαντράκι = μικρόσωμος άντρας

2 κοντομπύθιαχτος = πολύ κοντός

3 κούντουρα = κοντά

4 σικιλντίζω = πλαντάζω (τουρκ ρ sikilmak)

5 σιγουδίζω = παρακινώ επίμονα

6 αμπρουλιάζομαι = (τη στολή) την περνώ στο κορμί μου

7 τράμπα = ανταλλαγή (τουρκ)

8 μια ν’ αργαδινή = ένα βράδυ

9 ντουκιάνι = καφενείο (τουρκ dukkaη)

10 ψυχανεμίζομαι = διαισθάνομαι, υποπτεύομαι

11 μπεϊλί = φανερό (belli)

12 μοντέρνω = επιτίθεμαι

13 γαμαρίζω = λερώνω

14 αφορούμαι = υποψιάζομαι

15 πεσιχαριάζομαι = δείχνω τη μεγάλη χαρά

16 κολτσίνα = παιχνίδι με τράπουλα

17 στούμπουρα = το πώμα

18 απηύδησα = αγανάκτησα, δεν αντέχω άλλο

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Γιάννης ο Κατωχωρίτης της Ευγενίας Ζαμπετάκη Σπαντιδάκη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ