ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Κ. ΑΚΟΥΜΙΑΝΑΚΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΑΛΥΤΗΣ M.Sc.
E-mail: [email protected]
http://soixantedix.blogspot.com/
Θυμάμαι παλιά, όταν τα Σάββατα ήταν εργάσιμες μέρες. Τότε που είχαμε μια Κυριακή για ξεκούραση, ένα μικρό διάλλειμα σε μια διαδρομή επτά ημερών. Τις εποχές που η εκπαίδευση εκτός από το μάθημα του Σαββάτου περιλάμβανε και υποχρεωτικό εκκλησιασμό την Κυριακή. Κι εκεί στις αρχές του Γενάρη του 1981, η κυβέρνηση Ράλλη μας υποσχέθηκε προεκλογικά ότι θα σταματήσουμε να πηγαίνουμε τα Σάββατα στο σχολείο, όπως και έγινε. Και μετά; Mε την έλευση του σοσιαλισμού καταργήθηκαν οι ποδιές και ο Κυριακάτικος εκκλησιασμός. Χαράς ευαγγέλια για εμάς τα μαθητούδια. Τι κι αν τα 5ωρα έγιναν 6ωρα τις υπόλοιπες μέρες; Είχαμε αρκετό ελεύθερο χρόνο από το μεσημέρι της Παρασκευής μέχρι το πρωί της Δευτέρας.
Ναι, η πρώτη ημέρα της εβδομάδας είναι η Κυριακή. Κι ας μην είναι εργάσιμη για τους πολλούς. Το Σάββατο είναι ένας εμβληματικός συμβολισμός που παραπέμπει στη Δημιουργία του Κόσμου, η οποία ξεκίνησε την Κυριακή, διήρκεσε έξι μέρες και την έβδομη ο Θεός αναπαύθηκε. Είναι μια παύση που εκφράζει την ικανότητα του ανθρώπου να εξουσιάζει το χρόνο, μια δήλωση προθυμίας του ανθρώπινου όντος να ανταποκριθεί σωστά στις κοινωνικές του υποχρεώσεις. Και δεν συσχετίζω με τους Ισραηλίτες, οι οποίοι σταματούν κάθε εργασία από το μεσημέρι της Παρασκευής μέχρι και το βράδυ του Σαββάτου. Απλά επισημαίνω τη σωστή ταξινόμηση των υποχρεώσεων μας μέσα στην επταήμερη πάλη για τον επιούσιο.
Από μικρό παιδί το Σάββατο άρχισε να είναι για εμένα μέρα φυγής, να γίνεται αφετηρία απόδρασης, να αποτελεί ευκαιρία αναχώρησης. Έτσι έμαθα να φεύγω, να απομακρύνομαι, να εξαφανίζομαι. Άρχισα να αναχωρώ, να ονειρεύομαι, να ταξιδεύω. Να λέω αντίο κοιτάζοντας τον άλλο στα μάτια με βλέμμα βαθύ, διαπεραστικό, ηλεκτροφόρο. Να αποχαιρετώ με υπερηφάνεια, να σιωπώ με έπαρση, να κλαίω με μοναξιά, να χαμογελώ σε όσους με πίκραναν με άδηλη περιφρόνηση. Παλιά μου άρεσε να κρατάω ενθύμια, να αγοράζω αναμνηστικά από τις εκδρομές, να κρατάω λευκώματα, να φυλάω χαρτονομίσματα κομμένα στα δυο, να κάνω αφιερώσεις, να γράφω γράμματα, να στέλνω κάρτες. Κι όταν έφευγα δεν έπαιρνα τίποτε από αυτά μαζί μου. Τίποτε απολύτως. Μια αλλαξιά ρούχα και αν.
Έμαθα να φεύγω από τη χλιδή της ψευτιάς, από την αυταρέσκεια του δήθεν, από την υποκρισία του θεαθήναι. Δεν έκανα στάσεις, έφτανα στο τέρμα λαχανιασμένος, τα δάκρυα στέγνωναν, άφηναν βαθιά αυλάκια στο πρόσωπό μου, κυλούσαν στο λαιμό κι έκαιγαν το στήθος μου. Έτσι ιδρωμένος βουτούσα στη θάλασσα της λύπης μου. Έκανα πολλά δικαστήρια στον εαυτό μου, απομονώθηκα άπειρες φορές, ξεπέρασα τους φόβους μου, υπόταξα τα θέλω μου. Έψαξα μέσα μου βαθιά και όταν κατάλαβα ότι είχα αδειάσει εντελώς, τότε άρχισα να ταξινομώ με ευλάβεια και τάξη μια σειρά συναισθήσεων: βιώματα, συναισθήματα, εμπειρίες, υποσχέσεις, αδικίες, έρωτες, πίκρες, αγκαλιές, φιλιά, χαμόγελα.
Για τα ψέματα που μου είπαν έφτιαξα μέσα μου ένα ειδικό ράφι, ατσάλινο, γερό, ασήκωτο. Και τα τοποθέτησα εκεί πάνω ανάλογα με το βάρος τους. Κάτω-κάτω τα ασυγχώρητα, στη μέση τα υποφερτά και στην πάνω μεριά τα ασήμαντα. Και το έβαλα στην πίσω μεριά της ψυχής μου ώστε να καλύπτεται από τα χαμόγελα, τα φιλιά και τις αγκαλιές. Ανέκαθεν με πλήγωναν τα ψέματα, δεν τα άντεχα, δεν τα μπορούσα. Ειδικά εκείνα που πίστεψα πως ήταν αλήθειες, που είχα στηρίξει πάνω τους ελπίδες και όνειρα. Με πείραζαν πολύ τα ψεύτικα λόγια που ξεθώριασαν στο φως του ήλιου, οι υποσχέσεις που ποτέ δεν τηρήθηκαν, τα ταξίδια που ποτέ δεν έγιναν, η παγωμάρα του «μετά», η αμηχανία των τυχαίων συναντήσεων, η διαχείριση του «γιατί;», η αβεβαιότητα του «ίσως». Και τώρα με συγχωρείτε. Ετοιμάζομαι να φύγω πάλι. Είναι Σάββατο.
