Η Μαριγώ με τη γ-κοπελιά τζη εδιαρμιστήκανε(1) το σπίτι, εκαθαρίσανε τσ’ αυλές, τσι ταράτσες, τσι σκάλες. Εστρώσανε τσι καναμπέδες καθαρά στρωσίδια, στα τραπέζια, καθαρά τραπεζομάντηλα ούλα ‘τανε έτοιμα γιατί το βράδυ ανιμένανε το γαμπρό.
Ο αφεντάκης ο μυλωνάς δε ν-εφάνηκενε ποθές, έκανενε τον αρρωστάρη και τρύπωνενε μέσα να μη γ-καταλάβει κιανείς πράμα. Ούλα ‘πρεπενε να γενούνε ογρήγορα και χωστά.
Η κοπελιά ουλημερνίσιως τση μεέρας αναστουλούχανε(2), αγκάλιαζενε τη μάνα τζη και τση λεγενε:
- Ηγούγια(3) μου μάνα μου και πως θ’ αποχωριστούμενε, πως θα ‘ναι οι ξένοι αθρώποι απού θα βρω, πως θ’ αφήσω το σπίτι μας, το χωριό μας να πάω σε ξένο τόπο;
- Αγγελική μου ο αφέντης κατέεις πόσο πολύ σ’ αγαπά, εδιάλεξενε καλούς και στάμενους(4) αθρώπους να σε δώσει, δε ντουσουντίζεις(5) είντα στρούσια(6) ‘θελα τραβάς στο χαρέμι του Τούρκου Αγά;
Ήτανε μουντισμένα(7) όντενε φανήκανε οι παπουδογιαγιάδες φουνταλλαμένοι και καθαροί και κάτσανε κοντά στη ν-ασβεστωμένη παρασιά. Δυο μεγάλες κουτσούρες ανάβανε ελαμπουρδάνιζενε το σπίτι.
Οι γιαγιάδες κι η Μαριγώ εμπήκανε στη γ-κάμερα να ετοιμάσουνε την Αγγελική. Επετάξανε από πάνω τζη τσι βράκες και τα κεφαλομάντηλα. Ανοίξανε τη γ-κασέλα και βρήκανε τη γ-κρητική φορεσιά τση μάνας τση, μακρέ φαντή φούστα κεντημένη στο τελάρο, από πάνω ένα ολομέταξο ποκάμισο με δαντέλες τσι μανίκες και σκούρο τσόχινο γελεκάκι κεντημένο με πολύχρωμα σιρίτια.
Επασπάτεψενε η μάνα τη φούστα στο κορμάκι τσ’ Αγγελικής κι ‘πενε: «Ντάντουλη(8) ‘ναι η φούστα μια ουλιά στη μέση, σφίξε κι άλλο το κορδόνι κοπελιά μου».
Έπλεξενε η Αγγελική τα ολόξανθα μαλλιά τζη πλεξούδες και τα γύρισενε στεφάνι στ’ όμορφο κεφαλάκι τζη.
Εξεσταθήκανε απού την ομορφιά τζη, πως εμεταμορφώθηκενε ετσά κι από κοπελάκι ‘γίνηκενε κοπελιά! Τη μουτζώνανε, τη φτύνανε για να μη ν-τηνε θιαρμίσουνε κι η γιαγιά τζη η Βαγγελιά τσήκαμενε μια μουζουδέ με σβησμένο κάρβουνο στο μ-πόδα. Εκειά που τη λαβανταρεύγανε(9) ακούσανε ποδοβολητό από χτηματσερά(10) στη ν-αυλή. Εγλακούσανε ούλοι όξω να υποδεχτούνε το γαμπρό και το ν-αφέντη του. Η μάνα επαράγγειλενε τσ’ Αγγελικής να τρυπώξει μέσα και να ετοιμάσει το δίσκο με τη τσικουδιά και τα τραταμέντα.
Όντε ν-απόμεινενε μοναχή τζη η Αγγελική εξάνοιξενε τη ν-απατή(11) τζη στο γ-καρφίχτη(12) και πήρενε μεγάλη χαρά για τη ν-ομορφάδα τζη αλλά και για τα πλουμιστά ρούχα που τσι βάλανε!
Ήτανε ολομόναχη, ούλοι οι γιάλλοι, εκουβεντιάζανε το προξενιό μ-προστά στη λαβουρδανιασμένη(13) παρασθιά.
Απής εκατάστεσενε το δίσκο, εψάλασενε(14) τα σύκα, τα καρύδια, τα αμύγδαλα, τα στραγάλια μα, νάκι ναφιλέ(15), (χορταίνει ο κούβος(16) με το σησάμι;)
Ήτανε εφτανήστικη, λιμοπεινασμένη(17), με τη βιασύνη να παστρέψουνε το κονάκι ντωνε δε ν-έβαλενε πράμα στη μπούκα(18) τζη ουλημερνήσιως τση μέρας.
Απάνω στη ν-ώρα επρόβαλενε η μάνα τζη, στη γ-κάμερα κι αρχίνηξενε τσι νουθεσίες…
- Αγγελική, κοπελιά μου, να κρατάς εδά ‘που θα πορίσεις όξω να κεράσεις σφιχτά το δίσκο να μη κουνανταβλεί να χύνεται απού τα ποτήρια η τσικουδιά.
- Κατέω μάνα, κατέω, μη μου τ’ αναθιβάνεις(19) τουτανά, εγώ μάνα μου ντρέπομαι…
- Είντα κατέεις κοπελιά μου α που ‘σαι μιτσή, πότες εξανακέρασες; Πρέπει να σ’ ορμηνέψω. Να κεράσεις λιο(20) πρώτο το μ-πατέρα του γαμπρού κι απόκειας το γαμπρό, πρώτα τσοι ξένους κι ύστερα δα τσι δικολογιές σου. Γιάε(21) πως σ’ αβιζέρνω(22) να ’σαι σοβαρή, χαμηλοβλεπούσα, να μη γελάξεις, να μη κουβεδιάσεις, να μη σηκώσεις τα μάθια να ξανοίξεις το γαμπρό και μόλις κεράσεις να τρυπώσεις μέσα.
(συνεχίζεται)
1 διαρμίζομαι = τακτοποιώ (από το διαρρυθμίζομαι)
2 αναστουλουχώ = κλαίω μα αναφιλητά (αρχ. αναστοναχέω)
3 ηγούγια μου = αλοίμονό μου
4 στάμενους = μυαλωμένους (μτχ του αρχίσταμαι)
5 ντουσουντίζω = συλλογούμαι (τουρ. dususdum)
6 στρούσια = βάσανα (βενετ. strussia)
7 μουντισμένα = σούρουπο
8 ντάντουλη = χαλαρή
9 λαβανταρεύγω = στολίζω (ιταλ. lavand-a)
10 χτηματσερά = άλογα, γάιδαροι
11 απατή τζη = ο εαυτός της
12 καρφίχτης = καθρέπτης
13 λαβουρδανιασμένη = μεγάλη φλόγα
14 ψαλάσω = ψιλοτρώγω (αρχ. ρήμα ψαύω)
15 νάκι ναφιλέ = άσκοπα, μάταια
16 κούβος = αρσενική γαλοπούλα
17 λιμοπεινασμένη = μεγάλη πείνα
18 μπούκα = στόμα
19 αναθιβάνω = υπενθυμίζω
20 λιο = πιο (αρχ. επιρ. πλέον)
21 γιάε = δες, παρατήρησε (μόριο παρακελεύσμ.)
22 αβιζέρνω = συμβουλεύω (ιταλ = avvisare)
