Δεύτερο μέρος: Οι εργασιακές σχέσεις στη μέγγενη της λιτότητας
Του Θοδωρή Δουλουμπέκη Εθνικού Συντονιστή Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος
Η κατάσταση στον εργασιακό τομέα τη κοινωνική ανάπτυξη και τις εργασιακές σχέσεις επιδεινώθηκαν σημαντικά στην Ένωση από το 2008 έως σήμερα και ιδιαίτερα από το 2010 και μετά οπότε και η "only austerity approach" ή σκληρή λιτότητα πήρε σάρκα και οστά ως πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης. Δεν είναι μόνο οι συμπιεσμένοι μισθοί αλλά είναι και η ακούσια ημι-εργασία, είναι η νεανική ανεργία, είναι η υπαμειβόμενη εργασία, η ποιότητα της δουλειάς και οι συνθήκες εργασίας που μπήκαν στη μέγγενη της Ευρωπαϊκής πολιτικής των συντηρητικών, πάντα υπό την λογική της άνευ όρων οικονομικής ανάπτυξης , που όπως θα αναλύσουμε στο επόμενο άρθρο, "άργησε μια μέρα" !

Στο σύνολο της Ένωσης το 65% περίπου των ατόμων που είναι διαθέσιμα για εργασία (ηλικίες 15-64) εργάζονταν το 2014. Ποσοστό που είναι όμως μικρότερο από τα προ κρίσης επίπεδα ενώ μάλιστα είναι πολύ σημαντικές οι διαφοροποιήσεις που εμφανίζονται ανάμεσα σε χώρες της Ένωσης. Στην Ολλανδία και τη Δανία το ποσοστό αυτό φτάνει το 75% ενώ στις χώρες της λιτότητας όπως την Ελλάδα την Ιταλία και την Ισπανία κινείται γύρω στο 50% . Το λανθασμένο μείγμα πολιτικής είναι εξάλλου εμφανές από το γεγονός ότι στην προ λιτότητας περίοδο τα ποσοστά εργασίας σε όλες αυτές τις χώρες (Ελλάδα Ιταλία Ολλανδία Φινλανδία) ήταν παραπλήσια και κοντά στο 65-70%. Μια μικρή αύξηση παρόλαυτα εμφανίζεται τα τελευταία δύο χρόνια τόσο στις χώρες του Νότου όσο και ως μέσος όρος στην Ένωση αλλά όπως θα αναλύσουμε βασίζεται σε κακής ποιότητας εργασία όπως για παράδειγμα σε συμβάσεις μηδενικών ωρών "zero hours contracts" ή ακούσια υποαπασχόληση.
Ως αντίδοτο στην αυξανόμενη ανεργία στην Ένωση, η επιλογή ήταν η εφαρμογή της ευέλικτης εργασίας στα πλαίσια γενικότερων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ώστε περισσότεροι άνθρωποι να μπορούν να εργαστούν και να καλυφθεί το αρνητικό σοκ της μειωμένης ζήτησης που επέφερε η ανεργία. Βέβαια, στη στρατηγική αυτή απόφαση, αγνοήθηκαν οι έρευνες που έδειχναν ότι μικρότερα ποσοστά ανεργίας αλλά και σαφώς μικρότερες κοινωνικές ανισότητες, εμφάνιζαν οι χώρες με σκληρά ρυθμισμένες εργασιακές σχέσεις (π.χ. Basanini and Duval 2006). Στην Ελλάδα και την Ισπανία έγιναν περίπου 120 μεταρρυθμίσεις στον εργασιακό τομέα από το 2010 έως το 2013 ενώ σε Γερμανία και Αυστρία μόλις 40 την ίδια περίοδο, στην Ελλάδα η εργασία έγινε πιο επισφαλής και η στροφή προς την απασχόληση (αντί για την εργασία) ήταν μεγαλύτερη παρόλαυτα η ανεργία συνέχιζε να καλπάζει.
Τέλος αξίζει να σημειωθεί ότι η υποβάθμιση της ποιότητας της εργασίας δεν συνέβαλε επίσης στο βαθμό τουλάχιστον που αναμενόταν στον περιορισμό της ανεργίας. Το ποσοστό της προσωρινής απασχόλησης αυξήθηκε τον τελευταίο χρόνο στην Ένωση στο 14% και παραμένει υψηλότερο από το 2008 ως ευρωπαϊκό μέσο όρο. Επιπλέον το 80% όσων εργάζονται με μη μόνιμες συμβάσεις σε Ελλάδα και Ισπανία το κάνουν χωρίς τη θέληση τους ενώ το αντίστοιχο ποσοστό της ακούσιας προσωρινής εργασίας σε Γερμανία και Αυστρία παραμένουν στο 15% περίπου. Αν και ο η προσωρινή εργασία φάνηκε να αυξάνει την απασχόληση παρόλαυτα μεσοπρόθεσμα φαίνεται ότι δε συμβάλει σε αύξηση του συνολικού εισοδήματος αλλά ούτε στην αύξηση της επιχειρηματικότητας.
Το συμπέρασμα είναι περισσότερο από εμφανές : Η απορύθμιση της εργασιακής αγοράς δε συνέβαλε στη μείωση της ανεργίας η οποία είναι συνδεδεμένη με τη δυνατότητα παραγωγής της κάθε χώρας, τις μακροοικονομικές πολιτικές που εφαρμόζονται και με μια αντίθετη παράμετρο από αυτή που εφαρμόστηκε , τη σταθερή εργασία και τις ρυθμισμένες εργασιακές σχέσεις !
