(Συνέχεια από το προηγούμενο)
Στη ν-αρχή η Αγγελική έκανε στο μύλο ελαφρές δουλειές, όσο περνούσανε οι μέρες εγίνηκενε άριστη μυλωνού, εσήκωνε τα γομάρια το γ-καρπό, εσκούπιζενε, εσάκιαζενε, έκανενε λογαριασμούς χωρίς να ‘χει πατήσει στο σκολειό.
Η λιγερόκορμη κορμοστασιά τζη χωσμένη τσι βράκες και τα γιλέκα, τα πόδια τζη φυλακισμένα στα στιβάνια, μέρα με τη μέρα ξεχείλιζενε απ’ ομορφιά. Ούλοι οι κοπελολόοι απού ‘ρχουντανε στο μύλο, εκατέχανε το μυστικό, και τση πέμπανε προξενιά, αλλά και οι γονέοι ντωνε τη θέλανε για νύφη. Δε ν-ήτανε μόνο όμορφη και ψηλή, ήτανε και ανοιχτοκάπουλη(1) σημάδι πως θα γεννά αρσενικά κοπέλια, ήτανε και δουλευταρού, άξια να κουμαντάρει ένα νοικοκυριό!
Μια ν-αργαδινή οντε ν-αρχίνανε να μουχριάζει(2) βγορίζει(3) απ’ αλάργο ο σάντολος(4) τσ’ Αγγελικής καβαλάρης στη ψαρή ν-του φοράδα χωρίς σακιά κι αλέσματα.
Εκουλουμούντρισενε(5) η καρδιά του μυλωνά όντε το ν-είδενε ετίναξενε από πάνω ν-του το μ-πάσπαρο(6) τ’αλευριού και γλάκανε(7) όξω να τονε καλοδεχτεί…
- Καλώς εκόπιασες σύντεκνε Σήφη, για να ‘ρθεις ετσά ώρα και χωρίς άλεσμα, ψυχανεμίζομαι(8) πως μου φέρνεις κακό χαμπέρι…
- Καλώς σε βρήκα σύντεκνε είντα κάνει η αφεδιά σου; Ήρθα να δω τη φιλιότσα(9) μου, απού τη γ-κρέμασα στο λαιμό μου όντε τηνε βάφτισα και την αγαπώ σα τζι κοπελιές μου. Δεν ήρθα μόνο γι’ αυτό, να μπούμενε μέσα, να κουβεδιάσομενε να ξανοίξομενε πως θα διαρμιστούμενε το γαζέπι(10) απού μας έτυχενε με το ν-Αγά τση χώρας…
- Έλα ‘πα σύντεκνε, κάτσε στο πεζούλι, κοντά στη μπαρασιά να ζεσταθείς μια ουλιά, ν’ αναντρανίσεις, να σου φέρω πράμα να πιείς; Είντα τρέχει;
- Σήμερα πήγα στη χώρα να πουλήσω δυο ασκιά λάδι και μ’ απάντηξενε ο χωριανός μας ο μετοχάρης(11) τ’ Αγά και μ’ αλιγάδιασενε(12) πως τον εψιλορώτανε α γατέει το μυλωνά τα γ-κονιδονικολή και αν έχει θωρώντας τη γ-κοπελιά ν-του απού λένε πως είναι πολλά όμορφη.
- Είντα να κάμω ο κακομοίρης, ψύλλοι στ’ αφχιά μπήκανε απ’ όντε την είδενε ο μουζεβίρης(13) τ’ Αγά να περνά απού το ντουκιάνι, κι αρώτανε τσα χωριανούς τίνος είναι. Έντυσά τηνε με αντρικά ρούχα και τη χώνω πα στο μύλο.
- Για τ’ όνομις του Θεού σύντεκνε Νικολή απού το ν-Τούρκο θα τη χώσεις; Αυτός αύριο κιόλας μπορεί να πέψει δύο Τούρκους να τη μ-πάρουνε κι α γ-κάμεις πως ανατσαρώνεις(14) θα σε σφάξουνε σα ν-τ’ αρνί, πούρι(15) θα σε φοβηθούνε; Που θα δώσουνε λογαριασμό; Δεν υπάρχει γλυτέρα για τη γ-κοπελιά παρά να τη μ-παντρέψεις, τσι παντρεμένες όπως το κατές δε τζι πέρνουνε στο χαρέμι. Ο γάμος να γενεί απόκουρφα και γερά – γερά μέσα στην εβδομάδα…κάνε ρεμέδιο.
- Πώς θα τη παντρέψω σύντεκνε α πούναι πολλά μιτσή δεν έκλεισενε ακόμη τα δώδεκα;
- Δεν μπορείς ατζάνο μου(16) να κάμεις αλλιώς δεν είναι κι η πρώτη που μικροπαντρεύγεται από το φόβο του Τούρκου. Η συγχωρεμένη η μάνα μου ‘λεγενε πως τη παντρέψανε δέκα χρονώ και την ώρα τση στεφάνωσης τη βγάλανε σε μια καρέκλα για να φτάνει το γαμπρό.
Έκλεισενε το μύλο ο κονιδονικολής έκαμενε πως αρρώστησενε επήρενε τη γ-κοπελιά του και πήγανε στο χωριό στο σπίτι του.
Εκουβέντιασενε με τη γυναίκα ντου το ντουσουλτίσανε(17) εσυμβουλευτήκανε τσοι γονέους τωνε και πήρανε την απόφαση μέσα στην εβδομάδα να παντρέψουνε την Αγγελική.
Αποφασίσανε να στείλουνε το παππού τση κοπελιάς στο κοντινό χωριό, το Λιανοχώρι, απού ‘χανε ένα γ-καλό φίλο στάμενο και νοικοκύρη, το Λιγνογιάννη να πάρει το μοναχογιό ν-του το Γιακουμή να ‘ρθούνε στο Ασπροχώρι στο κονάκι του μυλωνά, να κουβεντιάσουνε, να δει ο γαμπρός τη νύφη κι α ντου αρέσει κα κόψουνε τη γ-κλωστή και τη Κυριακή να γενεί ο γάμος.
(συνεχίζεται)
- ανοιχτοκάπουλη = ανοιχτή περιφέρεια
- μουχριάζει = σκοτεινιάζει
- βγορίζει = φαίνεται
- σάντολος = νονός
- εκουλουμούντρισενε = εκατρακύλησε
- πάσπαρος = σκόνη
- γλακώ = τρέχω
- ψυχανεμίζομαι = υποπτεύομαι
- φιλιότσα = βαφτισιμιά
- γαζέπι = συμφορά (Τουρ: gazeq = οργή)
- μετοχάρης = εργάτης που δουλεύει στο μετόχι
- αλιγαδιάζω = εκθέτω λεπτομερώς
- μουζεβίρης = προδότης (Τουρ: mozevvir)
- ανατσαρώνω = αντιστέκομαι
- πούρι = άραγε
- ατζάνο μου = ψυχή μου
- ντουσουντίζω = σκέπτομαι, διαλογίζομαι (Τουρ: dusunmek)
Ζαμπετάκη Ευγενία
