Το θέμα αυτό είναι πολύ μεγάλο και έχει πολλές προεκτάσεις, ήτοι θεολογικές, κοινωνικές και λογοτεχνικές, αφού άλλωστε μέσα από τα κείμενα των λογοτεχνών μας περνούν όλοι οι καημοί, τα οράματα και τα βιώματα του λαού μας.
Ο Παπαδιαμάντης γεννήθηκε σε μια περίοδο πολύ κρίσιμη για τον ελληνισμό, ήτοι το 1851, καί βέβαια μεγάλωσε σε μια εποχή κατά την οποία γινόταν επίσημες διεργασίες για τον πολιτιστικό εκσυγχρονισμό της Ελλάδος, που ταυτίζεται με τον εξευρωπαϊσμό, και αυτός ο πολιτιστικός εκσυγχρονισμός ταυτόχρονα είναι και προδοσία έναντι όλου του πολιτιστικού πλούτου του Γένους.
Ο Καζαντζάκης, μεγάλος πεζογράφος και λογοτέχνης επηρεάσθηκε έντονα από τα ρεύματα που επικρατούσαν, στον ευρωπαϊκό χώρο. Τον επηρέασαν βαθύτατα τα ιδεολογικά ρεύματα της Ευρώπης, του διαφωτισμού, του ρομαντισμού και του βιταλισμού-μπερξονισμού, καθώς επίσης τον επηρέασαν βαθύτατα και τα θρησκευτικά ρεύματα της Ευρώπης, όπως του Προτεσταντισμού, με όλες τις αποχρώσεις του.
Ορθοδοξία και Πουριτανισμός
Ο Θεός αγαπά όλους τους ανθρώπους, δικαίους και αδίκους, με την διαφορά ότι οι άνθρωποι ανάλογα με την πνευματική τους κατάσταση εκλαμβάνουν και βιώνουν την αγάπη του Θεού κατά διαφορετικό τρόπο, είτε ως Κόλαση είτε ως Παράδεισο.
Τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα των μελών της Εκκλησίας είναι η αγάπη, η ταπείνωση, η μετάνοια και η αυτόμεμψία.
Οι Προτεστάντες απέρριψαν ολόκληρη την Παράδοση, ήτοι τα μυστήρια, τις λειτουργικές τέχνες και κράτησαν μόνον την Αγία Γραφή. Καλλιέργησαν τον ορθολογισμό και βεβαίως εξέφρασαν τον απόλυτο προορισμό, σύμφωνα με τον οποίο οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως προορισμένοι ή για την σωτηρία ή για την καταδίκη. Μέσα στα πλαίσια αυτά αναπτύχθηκε ο ευσεβισμός, ως προσπάθεια της καθαρότητος των αισθήσεων, χωρίς άλλη προσπάθεια καθάρσεως της καρδιάς, και ο Πουριτανισμός.
Η διαφορά μεταξύ της Ορθοδοξίας και του Πουριτανισμού, μπορεί να συνοψιστεί σε δυό σημεία. Το ένα ειίναι ότι οι Προτεστάντες Πουριτανοί στηρίζονται στον Σταυρό του Χριστού, ενώ η Ορθοδοξία είναι Εκκλησία της Αναστάσεως δια του Σταυρού. Και το δεύτερο στοιχείο είναι ότι οι Πουριτανοί χωρίζουν τους ανθρώπους διαλεκτικώς σε καλούς κα κακούς, απορρίπτοντας τους μεν και εκθειάζοντας τους δε, ενώ οι Ορθόδοξοι, επειδή δεν δέχονται τον απόλυτο προορισμό, θεωρούν την αμαρτία ως ασθένεια που ενυπάρχει σε όλους τους ανθρώπους, και ότι η Εκκλησία είναι πνευματικό νοσοκομείο μέσα στο οποίο κατά διαφόρους βαθμούς δεχόμαστε, με την ελεύθερη θέληση μας, την θεραπεία, δια της ακτίστου Χάριτος του Θεού.
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται και η «Εξοχική λαμπρή»
Σημεία διαφοράς μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Πουριτανισμού στους δύο αυτούς συγγραφείς, δηλαδή στον Καζαντζάκη και τον Παπαδιαμάντη.
Ο Καζαντζάκης αρχίζει το έργο του με αναφορά στην αναπαράσταση της σταυρώσεως του Χριστού και συνεχίζει να περιγράφη τον σταυρό που σήκωνε ο λαός της συγκεκριμένης εκείνης εποχής που πεινούσε, σε σχέση με την άρχουσα τάξη της εποχής τους. Ο σταυρός είναι το κεντρικό σημείο της διδασκαλίας του και τον βλέπει χωρίς την ανάσταση. Αυτό το βλέπουμε και στο βιβλίο του «Ο φτωχούλης του Θεού», όπου παρουσιάζεται ο άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, εκφραστής του δυτικού Χριστιανισμού, να ανέρχεται στον υψηλότερο βαθμό της πνευματικής ζωής όταν «ο φτερωτός Σταυρωμένος» τον άγγιξε σαν μια αστραπή. Ο Φραγκίσκος φώναζε: «Ακόμα! Ακόμα! Θέλω ακόμα! Κι η θεία φωνή από πάνω του: Μη ζητάς παραπέρα· εδώ σταματάει ο ανήφορος του ανθρώπου, στην Σταύρωση». Και όταν ο Φραγκίσκος κραύγαζε απελπισμένα: «Θέλω παραπέρα, την Ανάσταση», η φωνή του Χριστού του αποκρινόταν: «Αγαπημένε Φραγκίσκο, άνοιξε τα μάτια, κοίταξε: Σταύρωση κι Ανάσταση είναι ένα». Και όταν έφυγε ο φτερωτός σταυρωμένος Χριστός, τότε έτρεχε το αίμα από τα πόδια και τα χέρια του Φραγκίσκου, «και στο πλευρό του έτρεχε μιά ανοικτή φαρδιά πληγή, θαρρείς καμωμένη από λόγχη».
Ο Παπαδιαμάντης στο διήγημα του «Εξοχική λαμπρή» περιγράφει την ορθόδοξη ατμόσφαιρα της εορτής της Αναστάσεως, που έγινε κατά τρόπον παραδοσιακό, στα Καλύβια. Έψαλαν τον Κανόνα στην Εκκλησία και ύστερα «ήναψαν τας λαμπάδας κ' εξήλθον όλοι εις το ύπαιθρον ν' ακούσωσι την Ανάστασιν. Γλυκείαν και κατανυκτικήν Ανάστασιν εν μέσω των ανθούντων δένδρων, <των> υπό ελαφράς αύρας σειομένων ευωδών θάμνων, και των λευκών ανθέων της αγραμπελιάς». Οι χωρικοί κοινώνησαν και στην συνέχεια «περί την μεσημβρίαν, μετά την Β' Ανάστασιν, οι χωρικοί το έστρωσαν υπό τας πλατάνους παρά την δροσεράν πηγήν». Έφαγαν και ήπιαν. «Είτα ηρχισαν τα άσματα. Εν πρώτοις το Χριστός ανέστη, ύστερον τα θύραθεν. Ο μπαρμπα-Μηλιός θελήσας να ψάλη και αυτός το Χριστός ανέστη, το εγύριζε πότε εις τον αμανέ και πότε εις το κλέφτικο». Ο μπαρμπα-Κίτσος έψαλε το Χριστός ανέστη, αλλά παρά την ιδιορρυθμία της ψαλμωδίας «ουδείς ποτέ έψαλεν ιερόν άσμα μετά πλείονος χριστιανικού αισθήματος και ενθουσιασμού». Και «περί την δείλην είχεν αρχίσει ο χορός, χορός κλέφτικος».
Δηλαδή, ενώ ο Καζαντζάκης περιγράφει μια πνευματική ζωή γεμάτη αγωνία και σταύρωση, πληγές και αίματα, όπως φαίνεται και σε άλλα κείμενά του, ήτοι στην «Ασκητική» του, εν τούτοις ο Παπαδιαμάντης επιμένει στην Ανάσταση του Χριστού, που την πανηγυρίζει ολόκληρη η φύση, αλλά και την χαίρονται οι άνθρωποι με ιλαρότητα, φυσικότητα και πολύ ομορφιά.
Στα κείμενα αυτών των δύο μεγάλων λογοτεχνών μας ο Καζαντζάκης χωρίζει τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς, με βάση την πουριτανική ηθική, που στηρίζεται στον απόλυτο προορισμό και τον ευσεβιστικό ανθρωπισμό, ενώ ο Παπαδιαμάντης αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους με στοργή και αγάπη. Δεν αμνηστεύει τα ελαττώματά τους, αλλά τα βλέπει μέσα σε όλη την προοπτική της προσωπικότητας τους, καθώς επίσης τα αφήνει στην Πρόνοια, το έλεος και την κρίση του Χριστού. Δεν αποσπά ανθρωποκεντρικά και αυτάρεσκα την κρίση από τον Χριστό.
Επίσης, και στα δύο αυτά κείμενα παρουσιάζονται και ερμηνεύονται διάφορες ενέργειες δύο ζευγών Ιερέων. Στον Καζαντζάκη περιγράφεται ο παπα-Φώτης και ο παπα-Γρηγόρης, στον δε Παπαδιαμάντη ο παπα-Κυριακός και ο παπα-Θοδωρής. Ο Καζαντζάκης είναι απόλυτος και τους ερμηνεύει μέσα στο σχήμα ο καλός και ο κακός. Ο Παπαδιαμάντης δεν θέτει τέτοιες διαχωριστικές γραμμές, βλέπει τα ελαττώματα, αλλά τελικά τονίζει τήν μετάνοια και το ορθόδοξο ήθος.
Στον Καζαντζάκη ο παπα-Γρηγόρης χαρακτηρίζεται «φαταούλας», «τραγογένης», «θεομπαίχτης», «φεύτης», είναι παπάς «με την γεμάτη κοιλιά... με τα διπλά προγούλια». Γράφει έντονα απαξιωτικά και καταδικαστικά για τον παπα-Γρηγόρη. Αντίθετα ο παπα-Φώτης, για τον Καζαντζάκη, ήταν ο καλός παπάς, που δεν έχει κανένα ψεγάδι επάνω του και αγωνίζεται για το ποίμνιο του, που πεινούσε. «Μπροστάρης πήγαινε ένας παπάς ηλιομαυρισμένος, αδύναμος, με μεγάλα μαύρα μάτια που πετούσαν φωτιές κάτω από τ΄ άγρια φρύδια, με αριά γκρίζα γένια σφηνωτά. 'Εσφιγγε στην αγκαλιά του ένα βαρύ Ευαγγέλιο ασημοδεμένο και φορούσε το πετραχήλι του».
Στον Παπαδιαμάντη, όλοι οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί και όλοι έχουν στοιχεία και σημεία βδελυκτά ενώπιον του Θεου και αναζητούν το έλεος του Θεού. Αυτό φαίνεται στην «Εξοχική λαμπρή», στις αντιδράσεις μεταξύ του παπα-Κυριακού και του παπα-Θοδωρή, ιδιαιτέρως στον τρόπο με τον οποίο αντέδρασε ο παπα-Κυριακός στην εσφαλμένη είδηση του υιού του Ζάχου. Κάνοντας ο παπα- Κυριακός, έμαθε από τον γυιό του ότι ο παπα-Θοδωρής του έκλεβε τις λειτουργίες, που λειτουργούσε στον κεντρικό Ναό, ενώ, όπως αποδείχθηκε αργότερα, δεν έκανε κάτι τέτοιο. Αναστατώνεται ο παπα-Κυριακός, ο οποίος, γνήσιος εκπρόσωπος του ελληνικού Κλήρου, «πλην μικρού ελευθεριασμού, ήτο κατά πάντα άμεπτος». Ο παπα-Κυριακός φαινόταν ως πλεονέκτης, γιατί ήθελε να μεγαλώση τα παιδιά του, λίγο δύσπιστος αλλά «ανοικτόκαρδος». Με την πληροφορία που του μετέφερε ο υιός του αγανάκτησε, δεν συγκρατήθηκε, αμάρτησε, έφυγε από την Εκκλησία, για να πάη εκείνη την ώρα να συλλάβη επ' αυτοφόρω τον συνεφημέριό του, αλλά στον δρόμο, στον νερόμυλο, αισθάνθηκε την πτώση του και «ποιήσας το σημείον του σταυρού – ήμαρτον Κύριε, είπεν ήμαρτον, μη με συνερισθής».
Ο Παπαδιαμάντης εκφράζει την άποψη ότι όλοι είμαστε αμαρτωλοί και όλοι έχουμε ανάγκη του ελέους και της ευσπλαχνίας του Θεού.
Ο Παπαδιαμάντης και ο Καζαντζάκης είναι δύο μεγάλοι λογοτέχνες, οι οποίοι εκφράζουν και διατυπώνουν στα κείμενά τους εκφράσεις της κοινωνίας μας. Όμως διαφορετική είναι η προοπτική μέσα από την οποία παρατηρούν την κοινωνία μας, καί βεβαίως εκφράζουν δύο ερμηνευτικές παραδόσεις. Αυτό φαίνεται σε όλο το έργο τους. Ο Καζαντζάκης έχει επηρεασθή από την θρησκευτικότητα που παρατηρείται στην Δύση, είτε με την μορφή του Παπισμού, είτε με την μορφή του Προτεσταντισμού, ενώ ο Παπαδιαμάντης έχει επηρεασθή από τις παραδόσεις του λαού, τους φιλοκαλικούς Πατέρες και το Άγιον Όρος, το πνεύμα και την ζωή της Ρωμιοσύνης.
ΨΥΧΗ ΥΓΕΙΑΣ ΕΝ ΣΩΜΑΤΙ ΥΓΙΕΣ
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι μεταφυσική, δεν συνδέεται με μιά αφηρημένη και απρόσωπη ιδεολογία, αλλά είναι μιά συγκεκριμένη Εκκλησία, μια οικογένεια που ενδιαφέρεται για όλες τις πτυχές της ανθρώπινης ζωής.
Ο Γερμανός φιλόσοφος Φόϋερμπαχ και έπειτα ο Μαρξ έλεγαν ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Από μια άποψη μπορούμε να το δεχθούμε και εμείς οι Ορθόδοξοι, γιατί πιστεύουμε ότι ο Χριστιανισμός είναι Εκκλησία και όχι θρησκεία. Η θρησκεία προσπαθεί να εξιλεώση τον οργισμένο και παντοδύναμο Θεό, βοηθά τον άνθρωπο να υπερβή το τείχος που παρεμβάλλεται μεταξύ αυτού και του θείου, και έτσι με διάφορες μαγικές τελετές εξιλεώνει τον Θεό. Μια τέτοια θρησκεία είναι πράγματι το όπιο του λαού, γιατί τον κάνει να αδιαφορή για τις διάφορες πτυχές του κοινωνικού βίου.
Η Εκκλησία είναι μια κοινωνία Θεού και ανθρώπου, συγκροτεί μια οικογένεια, μέσα στην οποία λύονται όλα τα προβλήματα του ανθρώπου, οντολογικά, υπαρξιακά, κοινωνικά, οικολογικά. Οι λόγοι των Πατέρων της Εκκλησίας για την σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον, την κτίση και την κοινωνία είναι πολύ σημαντικοί, γι΄ αυτό και η διδασκαλία των Πατέρων προσελκύει το ενδιαφέρον και την προσοχή πολλών ανθρώπων σήμερα.
Η ανθρωπολογία του Χριστιανισμού είναι ολοκληρωμένη και σημαντική. Σύμφωνα με αυτήν ο άνθρωπος αποτελείται από δύο στοιχεία, ήτοι την ψυχή και το σώμα. Η ψυχή δεν είναι όλος ο άνθρωπος, ούτε το σώμα ο όλος άνθρωπος, αλλά ο άνθρωπος είναι το συναμφότερο, αποτελούμενος από ψυχή και σώμα. Το σώμα δεν είναι η φυλακή της ψυχής, όπως ισχυριζόταν ο Πλάτων και ο Πλωτίνος, το οποίο κάποτε θα εξαφανισθή, αλλά το υλικό στοιχείο της υπάρξεως του ανθρώπου, και με το Βάπτισμα και την όλη μυστηριακή ζωή, αγιάζεται και γίνεται Ναός του Αγίου Πνεύματος.
Επομένως, δεν περιφρονούμε το σώμα, όπως το έκαναν οι μανιχαίοι, ούτε όμως και το θεοποιούμε, όπως το έκαναν οι ειδωλολάτρες. Δεν δεχόμαστε ούτε την υποτίμηση του σώματος ούτε την σωματολατρεία. Η νηστεία και γενικά η άσκηση αποβλέπουν στην συμμετοχή του σώματος στην πορεία προς την θέωση. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, συχνά κάνουν λόγο για το ότι δεν είμαστε σωματοκτόνοι, αλλά παθοκτόνοι. Δεν φταίει το σώμα για διάφορα προβλήματα και αμαρτίες, αλλά τα πάθη.
Όλα αυτά δεν είναι θεωρίες, αλλά μια πραγματικότητα που την βιώνουμε στην καθημερινή εκκλησιαστική πρακτική. Η Εκκλησία συνδέει τους νέους με το παιχνίδι, την άθληση και τους αθλητικούς αγώνες.
Πηγή: «Εκκλησιαστικοί αναβαθμοί»,
Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου.
