Του Χαράλαμπου Ν. Κοκονά
Διαβάζω και ακούω σχόλια που αναφέρονται στη διαπραγμάτευση Ελάδας – Ε.Ε ως «πάρε-δώσε». Το «πάρε» το καταλαβαίνω. Παίρνουμε λεφτά για να ξεπληρώσουμε τα δανεικά μας . Το
«δώσε» δεν το καταλαβαίνω. Δηλαδή τι ακριβώς δίνουμε και τι παίρνουν απο εμάς οι δανειστές, δηλαδή οι «θεσμοί». Προς το παρών, ούτε τα λεφτά τους. Μόνο υποσχέσεις οτι εμείς θα πλησιάσουμε κάπως στο Ευρωπαϊκό κοινωνικό και οικονομικό υπόδειγμα.
Δηλαδή η δική μας «παραχώρηση »είναι ότι θα γίνουμε μια κάπως «κανονική» χώρα. Αυτή η παραχώρηση, μάλιστα, κινδυνεύει να «ρίξει» την κυβέρνηση η οποία προφανώς εξελέγη υποσχόμενη τη μη «κανονικότητα μας». Αυτό ακριβώς ήταν και το νόημα των «παλλαϊκών» συγκεντρώσεων. «Ούτε βήμα πίσω», «100% διαγραφή χρέους», «Δεν μασάμε» σε άπταιστα Αγγλικά έγραφαν τα πλακάτ. Δεν είχαν σκοπό να στηρίξουν την κυβέρνηση σε έναν λογικό συμβιβασμό, αλλά να τη δεσμεύσουν εμποδίζοντας τον όποιο συμβιβασμό.
Με τη σημερινή λογική της κυβέρνησης, οι συγκεντρώσεις δεν κατάφεραν τίποτα. Απο την άλλη, ακούμε ότι επειδή η κυβέρνηση έκανε «στροφή στον ρεαλισμό» και έστειλε τον κατάλογο με τις «παραχωρήσεις» πρέπει να «χειροκροτήσουμε». Θυμίζω ότι η κυβέρνηση εκλέχθηκε με τελείως διαφορετική ατζέντα και τώρα απλώς δέχτηκε οτι θα δεχόταν το Ποτάμι, ακόμη και η πρώτη συγκυβέρνηση. Πως να χειροκροτήσω κάτι που ήδη κόστισε στη χώρα μερικά δις, έφερε πολύ άγχος σε πολλούς, έβαλε σε κίνδυνο διεθνείς συμμαχίες και τον δημόσιο διάλογο κι αναλήθειες, απειλές και απλές ονειρώξεις.
Αντίθετα θα άξιζε να στηρίξει κανείς την κυβέρνηση, παρά την καταφανή εξαπάτηση, αν την...αξιοποιούσε σωστά. Κανείς δεν την υποχρεώνει να επιμείνει σε πράγματα που δεν πρέπει να γίνονται, αλλά μπορεί να επιμείνει σε πράγματα που...δεν γίνονται. Κανείς δε θα την κατακρίνει αν στεναχωρήσει τους κρατικοδίαιτους γυμνοσάλιαγκες, που συνωστίζονται στα υπουργεία για τις θέσεις στα νοσοκομεία και τα σχολεία, αν καθιερώσει αδιάβλητους διαγωνισμούς για τις 5.000 θέσεις στελεχών που προφανώς δε διαθέτει. Κανείς δεν την υποχρεώνει να ακυρώσει συμφέρουσες διεθνείς συμβάσεις ή διαγωνισμούς σε εξέλιξη απλώς επειδή κομματικά στελέχη έχουν «άλλες» βλέψεις ή και ιδεοληψίες.
Με άλλα λόγια, αντί για την «αξιοπρέπεια του λαού» ας επιδιώξει την αξιοπρέπεια της χώρας. Μια αξιοπρεπής χώρα παράγει και δεν δανείζεται, φορολογεί δίκαια, δεν ταλαιπωρεί και δεν εξαπατά τους πολίτες της. Ένας λαός μπαταχτσής, δεν είναι αξιοπρεπής και δεν ειναι ασφαλής. Η κάθε κυβέρνηση πρέπει να διαπλάθει υπευθύνους και αξιοπρεπείς πολίτες, όχι ανεύθυνους και αγράμματους χειροκροτητές. Από τις εκλογές του Μαίου του 2012 δεν έχουν περάσει τέσσερα χρόνια. Θα μπορούσαν τότε να εχει σχηματιστεί κυβέρνηση των κομμάτων του Ευρωπαικού δημοκρατικού τόξου που θα κυβερνούσε μέχρι σήμερα. Παρά το «μπόνους» των 50 εδρών, ο λαός αρνήθηκε σε τρείς αλλεπάληλες εθνικές εκλογές να δώσει κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. Η χώρα σε κάθε εκλογική αναμέτρηση έφτανε στα όρια της χρεωκοπίας και διασώζονταν την τελευταία στιγμή. Τα κόμματα που ισχυρίζονται οτι πιστεύουν στην Ε.Ε αδυνατούν να συμφωνήσουν σε ενιαίο ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Ετσι, όταν ηταν στην αντιπολιτευση πλειοδοτούσαν σε υποσχέσεις προκειμένου να προσελκύσουν τους ατυχείς ψηφοφόρους, που ονειρεύονταν καλύτερες μέρες πιστεύοντας σε χίμαιρες.
Αυτό είναι το σημερινό δράμα της χώρας. Η κυβέρνηση απολαμβάνει σήμερα μια πολύ μεγάλη δημοτικότητα απο ενα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού λαού. Επιπλέον κινείται σχεδόν χωρίς αντίπαλο. Ο πρωθυπουργός εχει έτσι τη δυνατότητα να κάνει οτι δεν έκαναν οι προκάτοχοί του: Να πει την αλήθεια, να κάνει την αυτοκριτική του, να αποκοπεί απο τους ψεκασμένους και τους «δραχμοεραστές» και να χαράξει μια εθνική στρατηγική από κοινού με τις φιλοευρωπαϊκές και φιλομεταρρυθμιστικές δυνάμεις. Τότε θα διαπιστώσει ότι δεν χρειάζεται να κάνει πόλεμο με κανέναν, και κυρίως με τους εταίρους του.
