Δεν ήταν λίγες οι φορές στα 39 μου χρόνια που χρειάστηκε να «απολογηθώ» σε φίλους, γνωστούς και αγνώστους για το γεγονός ότι στο παρελθόν εργάστηκα ως δημοσιογράφος στο δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού Mega channel. Οι κατηγορίες που δεχόμουν ήταν πανομοιότυπες: ήμουν διαπλεκόμενος, η εργασία μου κατευθυνόμενη από τα αφεντικά μου (δεν γνωρίζω κάποια η οποία δεν είναι), ενώ ως έναν βαθμό ανάλογη ήταν και η αντιμετώπιση από τους συναδέλφους δημοσιογράφους άλλων ΜΜΕ.
Η αλήθεια βεβαίως σε αυτή την απλουστευμένη λογική της εύκολης κριτικής είναι κάπως διαφορετική. Σε κάθε περίπτωση, οι εξαίρετοι συνάδελφοι που κατά καιρούς έχουν εργαστεί στο συγκεκριμένο μέσο ενημέρωσης (Κώστας Βαξεβάνης, Μαρία Καρχιλάκη, Σωτήρης Δανέζης, Πάνος Σόμπολος κ.α.) δεν έτυχε να δεχτούν κάποια παρέμβαση στη δουλειά τους από τα αφεντικά ή τους εκάστοτε προϊσταμένους διευθυντές ειδήσεων. Θα ήταν το λιγότερο αστείο να μου τηλεφωνούσε ο συγχωρεμένος ο Λαμπράκης, ο Μπόμπολας, ο Βαρδινογιάννης ή οΤεγόπουλος για να μου υποδείξουν τι να γράψω. Το τσουβάλιασμα, λοιπόν, και ο στιγματισμός ατόμων ή ιδιοτήτων που απορρέει από τη δύσκολη οικονομική συγκυρία που όλοι βιώνουμε αποτελεί μία ακόμη μορφή αδικίας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία και είναι ενδεικτική της γνωστικής ανεπάρκειας όσων επιχειρούν δίχως κόπο να αποδώσουν ευθύνες τυφλά, προς κάθε κατεύθυνση.
Εάν θα πρέπει ωστόσο να αποδώσω την αλήθεια στο σύνολό της, δεν θα μπορούσα μην αναφερθώ σε ορισμένα από τα όσα έζησα - όχι άκουσα - ο ίδιος. Είναι όντως εντυπωσιακό να σου τηλεφωνεί συνάδελφος μεγαλοδημοσιογράφος από την Αθήνα και να σου λέει πως, μόλις έρθει ο υπουργός τάδε και μετέπειτα πρόεδρος του κόμματος τάδε, θα σου πει «αυτό, αυτό κι αυτό» και, πέντε λεπτά αργότερα, να διαπιστώνεις ότι σου λέει όσα εσύ ήδη γνώριζες ότι θα πει και μάλιστα σχεδόν αυτολεξεί. Και φυσικά μία τέτοια εμπειρία είναι αρκετή από μόνη της για να αντιληφθείς πως, εσύ ως δημοσιογράφος και αυτός ως πολιτικός, έχετε περισσότερα κοινά από όσα είχες ποτέ φανταστεί. Πως σε ενώνει μία «κοινή φωνή», ένας «κοινός γνωστός» και απολύτως δικαιολογημένα αρχίζεις να νιώθεις μαζί του πια μια οικειότητα, λες και είστε συνάδελφοι στο «ίδιο μαγαζί». Είναι επίσης εντυπωσιακό να βλέπεις το πόσο αγαπητοί είναι ορισμένοι πολιτικοί ΟΛΩΝ των κομμάτων ή το πόσο συχνά προβάλλεις το έργο συγκεκριμένων υπουργείων (π.χ. Μεταφορών, Περιβάλλοντος, Πολιτισμού), άσχετα από το ποιος είναι υπουργός και από ποια κυβέρνηση προέρχεται, επειδή οι ιδιοκτήτες του μέσου τυγχάνει να δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά σε τομείς, όπως οι κατασκευές, η ενέργεια ή ο πολιτισμός .
Είναι ηλίου φαεινότερο πως το δύσκολο έργο της διαμόρφωσης συνειδήσεων για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων κύκλων αναλαμβάνουν εργολαβικά σε κάθε τηλεοπτικό σταθμό δυο, τρεις, πέντε καλοπληρωμένοι δημοσιογράφοι, οι οποίοι είναι αναγνωρίσιμοι ακόμη και από τα χαλίκια. Αυτό δεν σημαίνει όμως πως θα πρέπει να προχωρούμε σε άστοχες όσο και επικίνδυνες γενικεύσεις. Το ήθος, η τήρηση του κώδικα δεοντολογίας, ο επαγγελματισμός, η επάρκεια και η ικανότητα είναι μερικά μόνο από τα χαρακτηριστικά των δημοσιογράφων που εργάζονται νυχθημερόν για να ενημερώσουν τους Έλληνες πολίτες το δυνατόν πληρέστερα.
Έχουν ωριμάσει πλέον οι συνθήκες σε αυτή την ιστορική συγκυρία που ζούμε, ώστε να αντιληφθούμε ως κοινωνία πως, για τις παθογένειες που γέννησε το μεταπολιτευτικό σύστημα της χώρας, οι ευθύνες βαραίνουν συγκεκριμένα άτομα και καταστάσεις. Είναι καιρός να αποτινάξουμε από πάνω μας την στρογγυλοποίηση και την ανέξοδη ομαδοποίηση των πάντων, προκειμένου να εκτονώσουμε τη θλίψη που μας προκαλεί η ανεργία και η αβεβαιότητα για το μέλλον. Ο αυταρχισμός και η αυθαιρεσία της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας δεν πρέπει να μετακυλούνται υπό τη μορφή της χρήσης στερεοτύπων για τους διαπλεκόμενους δημοσιογράφους, τους κακούς υπαλλήλους του δημοσίου ή τους βολεμένους εργαζομένους στη ΔΕΗ. Οι νέες ισορροπίες που δημιουργεί το καινούργιο πολιτικό τοπίο, το οποίο διαμορφώθηκε από όλους μας, ευνοούν ή έστω επιτρέπουν μια διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων. Η όποια μεταστροφή της χώρας και της ελληνικής οικονομίας και η αναδόμηση της διαλυμένης κοινωνικής συνοχής απαιτεί ως θεμέλιο λίθο μία και μόνο προϋπόθεση: την απαλλαγή από τέτοιου είδους αφοριστικές συμπεριφορές, καθώς και την υιοθέτηση μιας πιο ψύχραιμης και μετριοπαθούς στάσης.
