Όπως η ιατρική επιστήμη μεταδίδεται από ιατρούς σε μαθητές, έτσι μεταδίδεται και η πνευματική ιατρική επιστήμη στους μαθητές που γίνονται φορείς της ίδιας μεθοδολογίας. Με αυτήν την προοπτική έχουμε την κληρονόμηση της παραδόσεως.
Οι Επίσκοποι είναι οι εγγυητές αυτής της μεταδόσεως της παραδόσεως, όταν, βεβαίως, αυτοί βιώνουν την παράδοση.
«Οι Επίσκοποι της Εκκλησίας είναι οι καθηγητές Πανεπιστημίου στην αρχαία Εκκλησία. Τώρα, οι Επίσκοποι είναι οι μαθητές των καθηγητών. Στην αρχαία Εκκλησία οι Επίσκοποι είναι οι καθηγητές. Αυτοί φτιάχνουν τα πνευματικά τέκνα.
Έπειτα ο μοναχισμός είναι φορεύς αυτής της παραδόσεως.
«Ο μοναχισμός είναι ο φορεύς της ορθοδόξου πνευματικότητος. Είναι ο φορεύς της ορθοδόξου παραδόσεως, που λέγεται πνευματική ψυχιατρική. Η πνευματική ιατρική σημαίνει θεραπεία της νοεράς ενεργείας του ανθρώπου. Όπως υπάρχει παράδοση της ιατρικής επιστήμης των ψυχιάτρων, των χειρουργών, των μικροβιολόγων κ.ο.κ., όλων των επιστημών, υπάρχει παράδοση με μια μεθοδολογία».
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχουν άνθρωποι που διατηρούν αυτήν την παράδοση ζωντανή. Αν εκλείψη αυτή η παράδοση, τότε θα λησμονηθή η Ορθοδοξία.
Παρά ταύτα, πολλοί Κληρικοί αγνοούν αυτήν την παράδοση της θεραπείας και αρκούνται στις ευχές.
Το μεγάλο πρόβλημα απ' ό,τι βλέπω εξ επόψεως μεθοδολογίας είναι ότι η Ορθοδοξία έχει πέσει στα χέρια ανθρώπων που δεν έχουν εξασκηθή στην μεθοδολογία των σημερινών επιστημών, σε καμμιά πειραματική παράδοση, δεν βλέπουν καμμιά ανάγκη να αποδώσουν αποτελέσματα και μοιάζουν με γιατρούς που θεραπεύουν με λόγια και με υποσχέσεις χωρίς να επιφέρουν ποτέ κανένα αποτέλεσμα.
Φαντασθείτε τώρα, αν πάτε στους γιατρούς τους σημερινούς, και αν ρωτήσης σε ένα χωριό: έχετε γιατρούς, έχετε νοσοκομείο έχετε χειρουργεία; Λοιπόν, να σου πονάη το δόντι, να πας στον γιατρό και, αντί να αρχίση με τα μηχανήματα, σου διαβάζει μια ευχή, ας πούμε, και σου λέει θα γίνης καλά στην άλλη ζωή.
Μετά, σου πονάει η σκωληκοειδίτις, τρέχεις στον γιατρό, σε πάει στο χειρουργείο, σε απλώνουν στο τραπέζι και αντί να σου κάνουν ενέσεις, έρχεται μια νοσοκόμα και σου διαβάζει μια ευχή της ενέσεως. Και έρχεται ο γιατρός και διαβάζει την ευχή της εγχειρήσεως, και μετά λένε: - Ωραία, ευχαριστούμε που ήρθατε κλπ. - Μα, κύριε γιατρέ, με πονάει... - Δεν πειράζει, όταν πεθάνετε, θα είστε καλά... Δηλαδή, ό,τι θα κάνετε θα είναι για την άλλη ζωή, εξ επόψεως ιατρικής επιστήμης. Αυτό έχουμε καταντήσει σήμερα. Οι Χριστιανοί πάνε στην Εκκλησία κι οι ίδιοι οι Παπάδες δεν ξέρουν τι είναι κάθαρση και φωτισμός. Ενώ η θεραπεία του ανθρώπου είναι η κάθαρση και ο φωτισμός».
Παράδοση και παραδόσεις
Ενώ αυτή είναι η ουσία της ορθοδόξου παραδόσεως, στην Δύση αναπτύχθηκε μια άλλη παράδοση, η οποία απέβαλε αυτά τα αληθινά κριτήρια της ορθοδόξου παραδόσεως· έτσι, υπάρχει η ορθόδοξη παράδοση και οι άλλες χριστιανικές παραδόσεις.
Οι Φραγκολατίνοι ανέπτυξαν την σχολαστική θεολογία, που στηρίζεται στους συλλογισμούς καί όχι στην ασκητική παράδοση· έτσι, αντικατέστησαν την ρωμαίϊκη πατερική θεολογία με την φιλοσοφική σχολαστική θεολογία που θεωρείται ως ανώτερη της πατερικής θεολογίας.
Η σχολαστική θεολογία διακρίνεται κυρίως από συλλογισμούς.
«Η ορθόδοξη θεολογία δεν αποτελείται από αλυσίδα συλλογισμών. Η φραγκική παράδοση είναι γεμάτη από συλλογισμούς. Ο συλλογισμός είναι μια καλή γυμναστική για το μυαλό. Δεν μπορεί κανείς να βασισθή εκεί, αλλά μόνο στην παρατήρηση. Να βλέπη και να κάνη ανάλυση. Ορθόδοξη θεολογία σημαίνει να βλέπη κανείς και βάσει της εμπειρίας της θεοπτίας, της θεώσεως, να θεολογή».
Η φραγκική αυτή παπική θεολογία έχει επηρεασθή από τον Αυγουστίνο, που στηρίζεται στην φιλοσοφική μέθοδο εμβαθύνσεως των δογμάτων, και δυστυχώς αυτή η άποψη περί πατερικής θεολογίας πέρασε και στα ορθόδοξα εγχειρίδια. Επίσης, στον Αυγουστίνο ανευρίσκεται η ιδέα, όπως έχει προαναφερθή, ότι η αποκάλυψη του Θεου εμπεριέχεται, αλλά και ταυτίζεται με την Αγία Γραφή. Αυτή η παράδοση της δυτικής σκέψεως έχει επηρεάσει και τους Ορθοδόξους. «Εμείς είχαμε μεγαλώσει σε αυτήν την παράδοση της δυτικής σκέψεως».
Παρά ταύτα στην Δύση, ανευρίσκονται μέχρι τον Μεσαίωνα, στοιχεία της ορθοδόξου παραδόσεως.
«Η δική μου η μελέτη της δυτικής παραδόσεως είναι περιορισμένη πάνω στό θέμα αυτό, αλλά η νοερά ευχή υπάρχει στην Δύση και σώζεται, φαίνεται, μέχρι τον Μεσαίωνα».
Μετά την φραγκική-παπική παράδοση που στηρίχθηκε στην λογική επεξεργασία, αναπτύχθηκε η προτεσταντική παράδοση, που στηρίχθηκε στην λογική και την ηθική. Έπειτα αναπτύχθηκε η ρωσική παράδοση, την οποία οι Ρώσοι θεώρησαν ως ανώτερη και από την πατερική και από την σχολαστική. Η ησυχαστική παράδοση, που είναι το θεμέλιο της βιβλικοπατερικής παραδόσεως, παραθεωρήθηκε.
Μέσα από την ρωσική θεολογία πέρασε στην σύγχρονη Ελλάδα η δυτική παράδοση.
Ο τρόπος με τον οποίο διδάσκεται στην Ελλάδα η θεολογία, «είναι δυτικής και ρωσικής προελεύσεως. Καμμιά σχέση με το Βυζάντιο». Όμως, δεν έχει καμμία σχέση η ορθόδοξη παράδοση με την δυτική παράδοση.
Τα θεμέλια της ορθοδόξου παραδόσεως και της δυτικής είναι τελείως διαφορετικά, διότι οι δυτικές παραδόσεις ξεκινούν πάντοτε από την ευδαιμονία. Και νομίζω ότι ο καπιταλισμός στην Δύση ξεκινάει κατά κύριον λόγον από την ιδέα ότι ο σκοπός του ανθρώπου είναι η ευδαιμονία, η οποία επιτυγχάνεται δια της ικανοποιήσεως του ατόμου. Και ο άνθρωπος ικανοποιείται ή από τον Θεό ή από τον συνάνθρωπό του.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία μεταδίδει την ησυχαστική παράδοση από γενιά σε γενιά. Και το σπουδαιότερο είναι ότι πάντοτε κάνει αγώνα όχι μόνον εναντίον του διαβόλου, αλλά και εναντίον των άλλων παραδόσεων, που υπονομεύουν την γνήσια ορθόδοξη παράδοση.
«Στην πορεία αυτή έχουμε την Εκκλησία, ως μια ιστορική πραγματικότητα, η οποία όμως μεταδίδει τόν φωτισμό από την μια γενεά στην άλλη. Από αυτής της απόψεως η πάλη της Εκκλησίας δεν είναι μόνο εσωτερική, που κάνει τον αγώνα εναντίον του διαβόλου και εναντίον των πειρασμών κ.ο.κ., για να μπορή ο καθένας να φθάση στον φωτισμό, αλλά αυτή η ίδια η παράδοση έρχεται συνεχώς σε σύγκρουση και με τα εκτός της Εκκλησίας».
Η ερμηνεία της Ιεράς Παραδόσεως μέσα από τις επιστήμες της αστρονομίας και ιατρικής
Κατ' αρχάς, πρέπει να ύπογραμμισθή ότι η παράδοση της Εκκλησίας είναι η εμπειρία των θεοπτών αγίων, Προφητών, Αποστόλων και Πατέρων, την οποία βίωσαν με την αποκάλυψη του Θεού και την οποία μεταφέρουν στα πνευματικά τους παιδιά και καταγράφεται στα συγγράμματά τους. Έτσι, ενώνονται πολύ στενά τρεις παράγοντες, ήτοι οι θεόπτες άγιοι, ο φωτισμένος νους τους, δια του οποίου μετέχουν της αποκαλυπτικής εμπειρίας, και τα κείμενά τους, όπου καταγράφεται η εμπειρία με κτιστά ρήματα και νοήματα. Βασικά στοιχεία της παραδόσεως είναι οι θεούμενοι άγιοι, που είναι φορείς της παραδόσεως.
Οι θεόπτες ομοιάζουν με τους επιστήμονες αστρονόμους, που εξετάζουν τον έναστρο ουρανό και ανακαλύπτουν αστέρια που είναι αθέατα στον γυμνό οφθαλμό, χρησιμοποιώντας τα τηλεσκόπια. Ό,τι βλέπουν, το καταγράφουν στα συγγράμματά τους. Το ίδιο κάνουν και οι άγιοι.
«Βρίσκει κανείς αυτήν την παράδοση κατεσπαρμένη εις τα συγγράμματα των Πατέρων, αλλά κυρίως στα συγγράμματα του Συμεών του Νέου Θεολόγου, όλων των μαθητών του και μεταξύ των λεγομένων ησυχαστών. Και τι είναι αυτή η παράδοση; Είναι απλούστατη, πάρα πολύ απλή».
Είναι η θεοπτία της ακτίστου ενεργείας του Θεου και η καθοδήγηση του ανθρώπου με βάση αυτήν την εμπειρία. Η θέα της αρρήτου πραγματικότητος γίνεται με ένα ειδικό όργανο, που είναι ο νους, ο οποίος φωτίζεται από το Άγιον Πνεύμα. Οι θεόπτες βρίσκονται στον φωτισμό, φθάνουν στην θέωση, μετέχουν του Φωτός και βλέπουν το Φώς. «Εν τω φωτί σου οψόμεθα φως». Ομοιάζουν στο σημείο αυτό με τους αστρονόμους, οι οποίοι βλέπουν τα αστέρια, τα οποία είναι αθέατα στον γυμνό οφθαλμό, με την χρησιμοποίση ειδικών οργάνων που λέγονται τηλεσκόπια. Επίσης, και όποιος θέλει να επιβεβαίωση τις παρατηρήσεις των αστρονόμων πρέπει να χρησιμοποίηση τα όδια όργανα. Αυτό σημαίνει ότι, όποιος Χριστιανός επιθυμεί να επαλήθευση την πείρα των θεοπτών αγίων, πρέπει να αποκτήση φωτισμένο νου.
Οι ιατροί, που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα εργαλεία-όργανά τους ή τα χειρουργεία, για να θεραπεύσουν τους ασθενείς δεν μπορούν ούτε να θεραπεύσουν ούτε νά θεωρούνται ιατροί, επειδή συμμετέχουν σέ ιατρικά συνέδρια.
Κατά αναλογία, το ίδιο συμβαίνει με τους Επισκόπους, που δεν έχουν το κατάλληλο όργανο, που είναι ο φωτισμένος νους, όταν συμμετέχουν στην Σύνοδο. Δεν μπορούν να είναι πραγματικοί θεολόγοι και δεν μπορούν να γνωρίσουν την παράδοση. Δεν φωτίζονται, επειδή συμμετέχουν σε μια Σύνοδο, αλλά προηγείται η φώτιση.
«Ως ερευνητής, θέτω θέμα: Εάν εκείνος ο Επίσκοπος, ο οποίος πήρε το δίπλωμά του, που δεν θα το έπαιρνε ποτέ, αλλά επειδή ο Μητροπολίτης του συνέχεια τηλεφωνούσε όλους τους καθηγητάς, και πήρε το δίπλωμα με πέντε, ενώ δεν του άξιζε ούτε μηδέν, ας πούμε· αυτός, δηλαδή, με άλλους εβδομήντα τέτοιους Επισκόπους αν συνέλθουν σε ένα επισκοπικό συνέδριο, που λέγεται Σύνοδος, θα βγάλουν σωστές αποφάσεις, δηλαδή; Επειδή κατέβηκε το Πνεύμα το Άγιον; Ή είναι παράλληλη υπόθεση με την υπόθεση όλων των άλλων θετικών επιστημών; Σε τι διαφέρει, δηλαδή, η θεολογία από τις άλλες θετικές επιστήμες; Με παρακολουθείτε;
«Από αυτής της απόψεως, εάν συνέλθουν ποτέ οι ορθόδοξοι Επίσκοποι, που είναι μαθηταί των θεολόγων εκείνων, που δεν είναι οπαδοί της πατερικής παραδόσεως, αυτοί, εάν συνέλθουν σε Σύνοδο, το ότι κάνουν συνέδριο, δηλαδή, θα τους κάμη Πατέρες της Εκκλησίας; Και ας το ονομάσουν το συνέδριο Οικουμενική Σύνοδο, είναι δυνατόν να βγάλουν καμμιά σωστή απόφαση;
Μόνον εάν αντιγράψουν την Αγία Γραφή και τα πατερικά
κείμενα κατά γράμμα, χωρίς να παραθέσουν καμμιά δική τους
λέξη, μόνον τότε υπάρχει μια ελπίδα ότι θα βγάλουν μιαν ορθόδοξη απόφαση, μόνον τότε. Εάν, όμως, προσθέσουν λέξεις που δεν είναι μέσα στην Αγία Γραφή και στην πατερική παράδοση, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα βγάλουν εσφαλμένη δογματική απόφαση. Είναι σχεδόν βέβαιο. Καραντί, καραντί.
Η διδασκαλία της Εκκλησίας είναι αληθινή, γιατί έχει επιτυχία, αφού οδηγεί τους ανθρώπους στην θέωση, τον αγιασμό, και επιβεβαίωση αυτής της εμπειρίας είναι τα Ιερά λείψανα. Σε αυτό συνίσταται η αξία της ορθοδόξου παραδόσεως.
«Εάν δεν υπάρχη επιστημονικός τρόπος ελέγχου των διδασκαλιών της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τότε διερωτάται κανείς, σε τι διαφέρει η ορθόδοξη θεολογία από τις άλλες θρησκείες; Σε τι διαφέρει;
Ας υποθέσουμε ότι ο σκοπός της θεολογίας είναι να βγάζη ιερά λείψανα, τα οποία ιερά λείψανα έχουν α, β, γ, χαρακτηριστικά. Και λέμε, εντάξει, βγάλαμε όλα αυτά τα λείψανα. Ελάτε εδώ, η Εκκλησία είναι εδώ. Κοιτάτε, τα λείψανα έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά. Πάμε σε μια άλλη Εκκλησία. Εάν η άλλη Εκκλησία έχει το ίδιο ιερά λείψανα, τότε τι γίνεται εδώ; Σημαίνει τότε ότι και εκείνοι έχουν κάτι παρόμοιο.
Πηγή: «ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ» τόμος Α΄
Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου.
