Του Θοδωρή Δουλουμπέκη
Εθνικού Συντονιστή του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος
Στο τραπέζι συζήτησης των Βρυξελλών έχουν ήδη γίνει ξεκάθαρες κάποιες συμμαχίες από τη μια και από την άλλη έχει μπει ήδη κάποιο πλαίσιο διαπραγμάτευσης .
Για ότι αφορά τις συμμαχίες ο συνήθης και απλοϊκός διαχωρισμός Βορά και Νότου είναι πλέον φανερό ότι δεν ισχύει. Η Ελλάδα βρίσκει αμυδρές συμμαχίες κυρίως από Γάλλους και Ιταλούς (κι όχι Ισπανούς που ανήκουν κι αυτοί στο Νότο) ενώ από την άλλη μεριά φαίνεται ένας πυρήνας κρατών γύρω από τη Γερμανία με τη Φινλανδία και την Ολλανδία να είναι στο ίδιο μήκος κύματος ! Ποιά είναι τα κοινά των χωρών αυτών ? Η πολιτική τοποθέτηση στο χάρτη των ιδεολογιών των κυβερνήσεων τους. Ο διαχωρισμός στον τρόπο που επιθυμούν να αντιμετωπίσουν την κρίση αυτή τη στιγμή οι εκπρόσωποι των χωρών μελών της Ένωσης, βασίζεται στον τρόπο που έχουν επιλέξει να τη διαχειριστούν οι μεγάλες πολιτικές δυνάμεις της Ένωσης, οι Σοσιαλιστές και Δημοκράτες από τη μια (βλ. Ιταλία και Γαλλία) και οι συντηρητικοί του Λαϊκού Κόμματος (βλ. Γερμανία Φινλανδία Ισπανία Ολλανδία ) από την άλλη.
Κι εδώ έρχεται το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης που είναι πάνω στο τραπέζι και είναι σαφώς καθορισμένο από την οικονομικο-ιδεολογική τοποθέτηση των διαπραγματευτών.
Οι συντηρητικοί επιθυμούν τη συνέχιση της λιτότητας, πιστεύοντας στη σκληρή οικονομική εξυγίανση του δημόσιου τομέα αλλά και την οικονομική φιλελευθεροποίηση του ιδιωτικού , στοχεύοντας περισσότερο στον εργοδότη και λιγότερο στον εργαζόμενο, ενώ ταυτόχρονα έχουν ως μεγάλο διαπραγματευτικό πλεονέκτημα τη δημοκρατική πλειοψηφία που τους έδωσαν οι λαοί της Ευρώπης στις τελευταίες ευρωεκλογές. Πρακτικά επιδιώκουν να ασχοληθούν με τον αριθμητή του περιβόητου δείκτη Χρέος/ΑΕΠ κάθε χώρας και με το ποσοστό του ελλείμματος ως μέτρο επιτυχίας ή όχι της πολιτικής τους. Για την Ελλάδα, βασίζουν τη συνέχιση του προγράμματος τους, στη σταθεροποίηση του χρέους της χώρας και στο πρωτογενές πλεόνασμα που πέτυχε, ενώ κραδαίνουν περήφανα την έξοδο της Πορτογαλίας από τη κρίση με την ίδια συνταγή αλλά και την (ασήμαντη) μείωση της ανεργίας στην Ελλάδα τον τελευταίο χρόνο !
Οι σοσιαλιστές και δημοκράτες, από την άλλη, πιστεύουν στην ανάγκη τερματισμού της λιτότητας, όχι τώρα αλλά εδώ και πολλά χρόνια, και στην εφαρμογή ενός σχεδίου δημοσίων επενδύσεων και αυστηρού ελέγχου της ελεύθερης αγοράς ώστε να ανακατανείμουν τα υψηλά κέρδη μέσα από τη φορολόγηση, μετατρέποντας τα σε παροχές για τους πολίτες. Στοχεύουν περισσότερο στον εργαζόμενο ως φορέα της ανάπτυξης παρά στον εργοδότη. Μεγάλο διαπραγματευτικό όπλο αυτής της σχολής, η διαφορετική από την ευρωπαϊκή πορεία, που πήρε η Αμερική όταν ξέσπασε η κρίση επιλέγοντας να την αντιμετωπίσει με επενδύσεις κι όχι με τη λιτότητα. Είναι η οικονομική προσέγγιση που στοχεύει στη αύξηση του παρανομαστή του δείκτη χρέος/ΑΕΠ, που επιθυμεί εν πολλοίς να αυξήσει το ΑΕΠ μέσα από την κατανάλωση (αξιοπρεπείς μισθοί) μέσα από τις εξαγωγές και τις δημόσιες επενδύσεις. Αντιμετωπίζει τα δημοσιονομικά ελλείμματα / πλεονάσματα, όπως έχει ήδη εκφραστεί μέσω σοσιαλιστών ή έστω κεντροαριστερών ηγετών της, ως κοινωνικά και αναπτυξιακά "εργαλεία" (π.χ. να μην προσμετρούνται σε αυτά δημόσιες αναπτυξιακές επενδύσεις ή επενδύσεις για την υγεία και την Παιδεία). Για την Ελλάδα προωθούν και πιστεύουν στην ανάγκη αλληλέγγυων πολιτικών της Ένωσης αλλά κι ενός πλέγματος προοδευτικών μεταρρυθμίσεων.
Η ίδια η Ελλάδα κάθεται στο τραπέζι μάλλον σε σύγχυση κι αυτό βασίζεται στη μη ύπαρξη συγκεκριμένου ιδεολογικού προσανατολισμού για την αντιμετώπιση της ευρωπαϊκής κι όχι μόνο της ελληνικής κρίσης. Είναι κάπου μπερδεμένη στο αν θέλει να διαχειριστεί πρωτίστως το χρέος το οποίο συνάδει στο δεδομένο ευρωπαϊκό περιβάλλον με τη λιτότητα την οποία ,καλώς, αρνείται (θυμηθείτε προεκλογικές και μετεκλογικές υποσχέσεις για κούρεμα, περιορισμό επιτοκίων δανεισμου κα) ή την αύξηση του ΑΕΠ (δες πρόγραμμα κυβέρνησης για επενδύσεις αύξηση κατώτατου μισθού κα) η οποία όμως διαχείριση, απαιτεί προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, ένα νέο παραγωγικό μόντελο κ.α., θέματα τα οποία δεν έχει θέσει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης. Ταυτόχρονα δεν έχει εμφανίσει τις ευρωπαϊκές συνέπειες των πολιτικών που προτείνει (spillover effects) δίνοντας μια εθνοκεντρική διάσταση στις εξαγγελίες της.
Στο τραπέζι των Βρυξελλών η Ελλάδα πρέπει να επιλέξει αν θα πάει με τη μεριά των σοσιαλιστών ή με τη μεριά των συντηρητικών εκπληρώνοντας τις προσαρμοσμένες ,σύμφωνα με τη δημοκρατική επιλογή των Ελλήνων, απαιτήσεις των δύο σχεδίων και ταυτόχρονα η Ένωση να επιλέξει αν θα συνεχίσει να προτάσσει τους οικονομικούς δείκτες ή τους δείκτες της, με κοινωνικά κριτήρια, ανάπτυξης. Σε άλλη περίπτωση η Ελλάδα θα μείνει χωρίς συμμάχους και η Ευρώπη χωρίς Ένωση !
