ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Μοναχισμός: πρόταση ανωτέρων σπουδών του Θοδωρή Ρηγινιώτη

0

Επιμέλεια Θοδωρής Ρηγινιώτης

Οι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού, που γνωρίζουν από πείρα όλες τις πνευματικές καταστάσεις, διδάσκουν ότι δύο είναι οι δρόμοι στη ζωή ενός ανθρώπου, που τον οδηγούν στο να ενωθεί με το Θεό και να γίνει άγιος ή, τέλος πάντων, να σωθεί – δηλ. να ζήσει στον αιώνιο παράδεισο.

Ο ένας από αυτούς τους δύο δρόμους είναι ο γάμος και ο άλλος είναι ο μοναχισμός, δηλαδή το να γίνει κάποιος μοναχός (καλόγερος).

Και οι δυο αυτοί δρόμοι – που έχουν πολλές παραλλαγές φυσικά, ανάλογα με τον άνθρωπο – φέρνουν τον άνθρωπο κοντά στο Θεό όταν χρησιμοποιούνται σωστά: όταν θεραπεύουν τον άνθρωπο από τον εγωισμό και επιτρέπουν ν’ ανθίσει μέσα του η ταπεινή και ανιδιοτελής αγάπη προς το Θεό και προς όλους τους ανθρώπους. Όχι μόνο προς τους φίλους τους, αλλά και προς τους εχθρούς τους. Μάλιστα, όχι μόνο προς όλους τους ανθρώπους, αλλά και προς όλα τα πλάσματα.

 

Ο γάμος

 

Μέσα στο γάμο ο χριστιανός μαθαίνει ν’ αγαπάει κατ’ αρχάς έναν άνθρωπο: τη σύζυγό του (ή, αν είναι γυναίκα, το σύζυγό της). Μαθαίνει να υποχωρεί και να βάζει στην άκρη τις δικές του επιθυμίες, για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες – και κυρίως τις ανάγκες – του άλλου. Μαθαίνει να ανέχεται τα ελαττώματα και να συγχωρεί τα λάθη του άλλου, ώστε να τον αγαπάει όπως είναι. Μαθαίνει να πολεμάει τα δικά του ελαττώματα και λάθη, για να γίνει καλύτερος για χάρη του άλλου, που έχει δίπλα του.

Αυτός είναι ο αληθινός σκοπός του γάμου, όπως υπάρχει στο χριστιανισμό, και γι’ αυτό η Εκκλησία προσκαλεί τους ερωτευμένους ανθρώπους να παντρευτούν (να ενωθούν με τα δεσμά του γάμου, όπως λέμε), ώστε ο σχέση τους να μην είναι τυχαία και προσωρινή (και πιθανώς και εγωιστική), αλλά μέσα σ’ αυτήν να μπει κι ο Χριστός και αυτή η σχέση να γίνει ένας δρόμος που θα τους οδηγήσει στον Ουρανό.

Φυσικά, αγαπάει αληθινά εκείνος που είναι διατεθειμένος να συγχωρήσει το σύζυγο ή τη σύζυγό του ακόμη κι όταν τραυματιστεί ο εγωισμός του, όπως π.χ. σε περίπτωση μοιχείας, δηλ. συζυγικής απιστίας.

Η εποχή μας, που είναι προσανατολισμένη εγωιστικά και αντιχριστιανικά, δεν ανέχεται τα λάθη και τα ελαττώματα του άλλου. Οι άνθρωποι παντρεύονται ή συνδέονται ερωτικά για να ικανοποιηθούν οι ίδιοι κι όχι για να πλησιάσουν το Θεό. Το γάμο δεν τον βλέπουν σαν άθλημα, γιατί δεν ξέρουν καν ότι υπάρχει αυτός ο σκοπός, δηλ. το να ενωθούν με το Θεό. Έτσι, μόλις ο γάμος αρχίσει να γίνεται άθλημα, δηλ. να δυσκολεύει, τον διαλύουν και ψάχνουν για άλλα.

Όταν οι σύζυγοι αποχτήσουν και παιδιά, αυξάνεται η αγάπη τους και γι’ αυτό το να είσαι γονιός βοηθάει πολύ στην προσέγγιση του Θεού. Αρκεί βέβαια ν’ αγαπάνε αληθινά τα παιδιά τους και να μην τα καταπιέζουν βλέποντάς τα σαν προέκταση του εαυτού τους. Και φυσικά σκοπός όλης αυτής της προσπάθειας είναι να γίνει ταπεινός ο άνθρωπος, για να μπορεί ν’ αγαπήσει όλους τους ανθρώπους, ακόμη και τους ξένους, ακόμη και τους εχθρούς του, και όχι μόνο τα μέλη της οικογένειάς τους.

Η αγάπη που δίδαξε ο Χριστός και που διδάσκουν οι άγιοί μας είναι μια πανανθρώπινη αγάπη, που ξεπερνάει την αγάπη προς την οικογένειά μας.

Γι’ αυτό ο χριστιανικός γάμος κάνει τον άνθρωπο άγιο, αλλά είναι μια ιδέα δυσάρεστη για την εγωιστική κοινωνία μας. Δύσκολα ανέχεται ο άνθρωπος την ιδέα ότι πρέπει ν’ αγαπάει εξίσου τους ξένους με τα μέλη της οικογένειάς του – ότι όλοι είμαστε αδέρφια, άρα όλοι είμαστε μια οικογένεια. Οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν να πουν ότι ο Χριστός έκανε λάθος, παρά να παραδεχτούν ότι αυτός είναι ο δρόμος που ωφελεί πραγματικά τον άνθρωπο, δηλ. που τον ενώνει με το Θεό.

Μέσα στην ιστορία υπάρχουν πάρα πολλά ζευγάρια αγίων, όπως και πολλά ζευγάρια που και οι γονείς είναι άγιοι και τα παιδιά τους έγιναν άγιοι. Υπάρχουν επίσης ζευγάρια που ο ένας από τους δυο συζύγους (μόνο ο άντρας ή μόνο η γυναίκα) είναι άγιος. Πολλές φορές, εξάλλου, ο άλλος σύζυγος δυσκολεύει τη ζωή εκείνου που είναι πιο κοντά στο Θεό. Τότε ο γάμος γίνεται δύσκολος, αλλά ο πιστός και καλός από τους δύο συζύγους (που προσεύχεται και για τον άλλο) αποχτά ακόμη περισσότερη αγιότητα. Και δεν αγωνίζεται μόνος, αλλά μαζί με το Χριστό, την Παναγία, τους αγίους και την ίδια την Εκκλησία, που τον βοηθάει μέσα από το μυστήριο της εξομολόγησης, τη θεία μετάληψη και ολόκληρη τη χριστιανική πνευματική ζωή.

Είτε αρέσει είτε όχι στον άνθρωπο της εγωιστικής και αθεϊστικής εποχής μας, αυτός είναι ο δρόμος για την αληθινή πνευματική πρόοδο του ανθρώπου και ολόκληρης της ανθρωπότητας. Και φυσικά ένας τέτοιος άνθρωπος ή μια τέτοια οικογένεια μπορεί να είναι και καθηγητές πανεπιστημίου – ξέρω σύγχρονες περιπτώσεις. Αλλά και αν είναι απλοί εργάτες, η ζωή τους είναι πραγματικά σημαντική και ουσιαστική.

 

Ο μοναχισμός

 

Ο μοναχισμός είναι πιο εξελιγμένη μορφή χριστιανικής ζωής από το γάμο, και πολύ πιο δύσκολη, γιατί δεν περιέχει το στήριγμα της οικογενειακής ζωής, ούτε την ομαλή εισαγωγή του ανθρώπου στην αγάπη μέσω της οικογενειακής αγάπης.

Σκοπός του μοναχού είναι να μάθει ν’ αγαπάει το Θεό και όλους τους ανθρώπους – και όλα τα όντα – κατ’ ευθείαν, χωρίς να περάσει από το στάδιο της αγάπης προς έναν άνθρωπο, που περνάει ο παντρεμένος.

Θα το καταφέρει αυτό, αν πολεμήσει και νικήσει τα πάθη του (δηλ. τις εξαρτήσεις του από τον εγωισμό, αλλά και από τις καθημερινές ανάγκες ενός ανθρώπου, που κι αυτές μπορεί να γίνουν εξαρτήσεις). Πρέπει να τα πολεμήσει μόνος του, με τη βοήθεια του Θεού και του πνευματικού του οδηγού (του γέροντά του, του δασκάλου του), χωρίς να έχει βοήθεια από σύζυγο και παιδιά.

Βέβαια, το να έχει κάποιος σύζυγο και παιδιά δεν τον αφήνει να αφοσιωθεί εντελώς στον αγώνα ενάντια στα πάθη του, γι’ αυτό ένας μοναχός έχει περισσότερες πιθανότητες να φτάσει σε τέλεια αγιότητα απ’ ό,τι ένας έγγαμος. Ακριβώς όπως ένας επιστήμονας, αθλητής ή καλλιτέχνης που είναι αφοσιωμένος 100% σ’ αυτό που κάνει, συνήθως δεν κάνει οικογένεια (ή κι αν κάνει, την παραμελεί), έτσι και κάποιος που θέλει να αφοσιωθεί 100% στην προσέγγιση του Θεού δεν έχει επιθυμία να κάνει οικογένεια.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει αγάπη. Αντίθετα, προσπαθεί να γεμίσει από αγάπη για όλους, αγάπη που ξεπερνάει την οικογενειακή αγάπη ή τον έρωτα. Αυτή η αγάπη ονομάζεται «θείος (θεϊκός) έρωτας» και είναι η απάντηση στην αγάπη του Θεού για τους ανθρώπους.

Όταν εδώ λέμε «Θεός» εννοούμε την Αγία Τριάδα, αλλά και το ένα από τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, αυτό που έγινε άνθρωπος και ενώθηκε με μας, για να ενωθούμε κι εμείς με Αυτόν, το Χριστό.

 

Ο δρόμος του μοναχού

 

Ο ορθόδοξος μοναχισμός είναι μια μεγάλη πνευματική επιστήμη, προσεκτική και μελετημένη, που έχει σκοπό τη θεραπεία των παθών του ανθρώπου (τη θεραπεία δηλ. του εγωισμού, της κακίας και κάθε ηθικής και πνευματικής εξάρτησης) και την κατάκτηση της αγιότητας, δηλ. της ένωσης με το Θεό, που είναι και ένωση με όλους τους ανθρώπους και με όλα τα όντα – γι’ αυτό και βλέπουμε στους βίους των αγίων να επικοινωνούν όχι μόνο με αγγέλους, αλλά και με τα ζώα.

Ο τρόπος, με τον οποίο οι ορθόδοξοι μοναχοί επιχειρούν αυτή την πνευματική εξέλιξη, περιλαμβάνει κυρίως τα εξής στοιχεία:

Α) Τις τρεις πνευματικές υποσχέσεις του μοναχού: την ακτημοσύνη (έλλειψη περιουσίας), την παρθενία (απουσία ερωτικών σχέσεων) και την υπακοή (εξαφάνιση της δικής του θέλησης και πλήρη υπακοή στο γέροντά του, για να γίνει ο μοναχός ταπεινός). Αυτές οι τρεις υποσχέσεις είναι αδύνατο να τηρηθούν από εμάς, που δεν είμαστε μοναχοί. Εμείς οι έγγαμοι (παντρεμένοι) έχουμε το δικό μας δρόμο προς το Θεό, το γάμο, που είναι ο ευκολότερος και κατάλληλος για τους περισσότερους.

Φυσικά υπάρχουν και μοναχοί που δεν τηρούν αυτές τις τρεις υποσχέσεις και αποτυγχάνουν στη μοναχική ζωή τους. Όταν όμως ο μοναχός πετύχει σ’ αυτά, τότε γίνεται άνθρωπος που μοιάζει με άγγελο, γιατί οι άγγελοι ούτε περιουσία έχουν, ούτε ερωτικές σχέσεις, ούτε θέλημα διαφορετικό από το θέλημα του Θεού (έχουν θέληση, αλλά είναι πλήρως εναρμονισμένη με το θέλημα του Θεού), δηλαδή είναι ακτήμονες, παρθένοι και απόλυτα υπάκουοι στο Θεό.

Β) Την αδιάκοπη προσευχή και την καθημερινή (ή έστω πολύ συχνή) συμμετοχή στις εκκλησιαστικές τελετές και τα άγια μυστήρια της Εκκλησίας (ιδίως την εξομολόγηση και τη θεία κοινωνία), που φέρνει μέσα στους μοναχούς τη θεία χάρη (την αγαθή ενέργεια του Θεού), και έτσι τους δίνει τη δύναμη ν’ αντέξουν τον τρόπο ζωής του μοναχού και να τον χρησιμοποιήσουν για να ενωθούν με το Θεό και τους ανθρώπους.

Χωρίς την αδιάκοπη προσευχή και τη συχνή συμμετοχή στα ορθόδοξα μυστήρια, ένας άνθρωπος που προσπαθεί να ασκήσει ακτημοσύνη, παρθενία και υπακοή, νηστεία ή αγρυπνίες κ.λ.π., μπορεί ν’ αποχτήσει μεγάλη αυτοκυριαρχία και να γίνει «πολύ δυνατός», αλλά και πάρα πολύ σκληρός και εγωιστής, να θεωρήσει τον εαυτό του υπεράνθρωπο και, ακόμη κι αν χρησιμοποιεί τη δύναμη του χαρακτήρα του για να βοηθάει τους ανθρώπους, πιθανόν να νιώθει τόσο εγωιστικά αισθήματα, που να απομακρυνθεί τελείως από το Θεό. Και ίσως να μην το καταλαβαίνει καν. Τότε βέβαια δεν θα έχει πια υπακοή, ή τουλάχιστον όχι υπακοή στο Χριστό, αλλά θα προσπαθεί να κάνει το δικό του θέλημα, να «φτιάξει το δικό του δρόμο», να «ακούει την καρδιά του» κ.τ.λ, και όχι ν’ ακούει το Χριστό και τους αγίους.

Προσοχή: το να νομίζω ότι «ακούω το Χριστό», αλλά να αρνούμαι να υπακούω στις διδασκαλίες των αγίων μας (επειδή «είναι άνθρωποι κι όχι θεοί»), είναι εγωισμός. Ένας αληθινός χριστιανός πλησιάζει το Θεό όπως διδάσκει η Εκκλησία (δηλ. οι άγιοι) και δεν εμπιστεύεται καθόλου αυτά που νομίζει ο ίδιος. Είναι ταπεινός – γι’ αυτό και ανεπιθύμητος από την κοινωνία.

«Υπάρχει ακραία ασκητική ζωή και εκ του πονηρού» έλεγε η αγία Συγκλητική, η μεγάλη μητέρα του αρχαίου χριστιανικού γυναικείου μοναχισμού.

Ας μην ξεχνάμε ότι κι ο διάβολος είναι ακτήμων και παρθένος και επίσης ότι «νηστεύει» και «αγρυπνά» (δεν τρώει και δεν κοιμάται, ως πνεύμα που είναι), μόνο που δεν έχει υπακοή, αλλά κάνει το δικό του θέλημα. Ο χριστιανός δεν κάνει το δικό του θέλημα. Έτσι γίνεται ταπεινός, όπως είναι ταπεινός ο Χριστός, που δεν έκανε το δικό Του θέλημα τη νύχτα που συνελήφθη από τους εχθρούς Του, αλλά υποτάχτηκε στο θέλημα του Πατέρα Του (άφησε να τον βασανίσουν και να τον σταυρώσουν), ακριβώς για να μας διδάξει την ταπείνωση και την υπακοή.

Η υπακοή δεν είναι ωφέλιμη, μόνο όταν ο άλλος σου ζητάει να κάνεις αμαρτίες ή ν’ αρνηθείς το Χριστό. Τότε, δεν πρέπει να υπακούμε ούτε στους γονείς μας. Αλλά και τότε ακόμη, αν είμαστε χριστιανοί, αγαπάμε εκείνους που μας τα ζητάνε αυτά κι ας μην τους υπακούμε.

Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, η υπακοή είναι ο πιο σίγουρος δρόμος προς το Θεό. Και η ζωή του μοναχού είναι μια διαρκής ζωή υπακοής.

Όταν βέβαια ένας μοναχός προοδεύσει πνευματικά, γίνεται ο ίδιος δάσκαλος των άλλων και με αυτό τον τρόπο (όπως και με την προσευχή του για όλο τον κόσμο) οι μοναχοί προσφέρουν τεράστιο όφελος στην κοινωνία. Πρέπει να είναι όμως ταπεινοί δάσκαλοι και να μην το επιδιώκουν αυτό από την αρχή (δηλ. να μη γίνονται μοναχοί «για να γίνουν δάσκαλοι», αλλά μόνο για να πλησιάσουν το Θεό), γιατί τότε πέφτουν στην παγίδα του εγωισμού με ανεπανόρθωτες συνέπειες.

Να κλείσουμε λέγοντας ότι οι μοναχοί προσφέρουν και μεγάλο κοινωνικό έργο με την κοινή έννοια, δηλ. σε πολλά μοναστήρια υπάρχουν κέντρα απεξάρτησης εξαρτημένων ατόμων, γίνεται μεγάλο φιλανθρωπικό έργο κ.τ.λ. Πολλοί μεγάλοι άγιοι μοναχοί, και παλιοί αλλά και σύγχρονοι, ήταν καθηγητές πανεπιστημίου, αλλά και ιεραπόστολοι και πνευματικοί ηγέτες των χριστιανών κ.τ.λ.

Θα συνεχίσουμε όμως το θέμα αυτό στο επόμενο άρθρο μας.

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Μοναχισμός: πρόταση ανωτέρων σπουδών του Θοδωρή Ρηγινιώτη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ