ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Κ. ΑΚΟΥΜΙΑΝΑΚΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΑΛΥΤΗΣ M.Sc.
E-mail: [email protected]
http://soixantedix.blogspot.com/
Είναι γιορτές και πάντα αυτές οι μέρες μου έφερναν μια μελαγχολία. Κι εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να μου προκαλούν παράπονο, θλίψη, στοχασμό, συλλογισμούς περίεργους για την αγάπη, την κατανόηση, την ελπίδα, την ειρήνη, τη ζωή και το θάνατο. Και πολλές φορές όταν περπατάω τη νύχτα στα πεζοδρόμια κοιτάζοντας τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια και τα στολίδια, αναλογίζομαι πως υπάρχουν άνθρωποι σε αυτή την πόλη χωρίς στέγη και τροφή, πως ζουν ανάμεσά μας δυστυχισμένες υπάρξεις που δεν έχουν έναν συγγενή ή ένα φίλο να ανταλλάξουν ευχές, πως βρίσκονται ηλικιωμένα άτομα πεταμένα σε οίκους ευγηρίας και σε σπίτια με αλλοδαπές γυναίκες να τα φροντίζουν, πως είμαστε εν τέλει ατομιστές κι ενώ υπάρχουν πολλοί γύρω μας εμείς αισθανόμαστε μόνοι. Και κάπως έτσι πορευόμαστε μετατρέποντας τις ενοχές μας σε θυμό, την αγάπη για τους δικούς μας σε σφιχτό εναγκαλισμό και θηλιά που τους πνίγει, τους φόβους μας σε επιθετικότητα, την ελπίδα μας σε βεβαιότητα και τη ζωή μας σε ματαιότητα.
Είναι Χριστούγεννα και η Γέννηση του Θεανθρώπου θα πρέπει να μας γεμίζει ελπίδα πως η ζωή μας θα βελτιωθεί, πως θα έχουμε την υγειά μας, πως θα ζητήσουμε συγχώρεση από όσους ηθελημένα και άθελά μας πληγώσαμε με τα λόγια μας και με τις πράξεις μας. Είναι οι μέρες μικρές κι οι νύχτες ατελείωτες και στη δική μας γειτονιά βραδιάζει γρήγορα κι αργεί να ξημερώσει. Και κείνη η λαχτάρα μας να πούμε χρόνια πολλά και να ευχηθούμε καλές μέρες, ολοένα και βυθίζεται στη θλίψη και στα προβλήματα, μέρα με τη μέρα εξαερώνεται. Είναι αργίες και εμείς δεν τις απολαμβάνουμε κοντά στους ανθρώπους που αγαπάμε και μας αγαπούν, αλλά τρέχουμε σε ρεβεγιόν αφήνοντας γονείς και παππούδες μόνους τους σε κρύα σπίτια χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι θέλουν απεγνωσμένα να γιορτάσουν μαζί μας.
Έρχεται Πρωτοχρονιά και ο καινούριος χρόνος αντί να γίνει αφετηρία καλυτέρευσης του χαρακτήρα μας γίνεται αιτία γκρίνιας και μιζέριας. Συνωστιζόμαστε αγανακτισμένοι στα γκισέ των τραπεζών και της εφορίας. Και αντί να ανοίξουμε τα σπίτια μας να καλέσουμε τους δικούς μας για το γιορτινό τραπέζι, εμείς τα αμπαρώνουμε και φεύγουμε σε ξενοδοχεία που έχουν πλούσιο μενού και καλή ορχήστρα ανταλλάσοντας ευχές με ξένους που κι αυτοί είχαν την ίδια ιδέα με εμάς. Και παραπονιόμαστε γιατί το δωμάτιο είναι μικρό, το φαγητό δεν είναι σαν εκείνο του σπιτιού μας, οι τιμές είναι τσιμπημένες και το περιβάλλον αφιλόξενο κι η διαδρομή μεγάλη. Όχι πως οι διακοπές είναι κάτι το μεμπτό. Ίσα-ίσα που όλοι τις έχουμε ανάγκη για να ξεκουραστούμε, να αλλάξουμε παραστάσεις, να χορτάσουμε ύπνο, να πιούμε ένα παραπάνω ποτηράκι. Είναι όμως ψεύτικες και δήθεν, όταν στέλνουμε στους ανθρώπους που υπολογίζουμε τη γνώμη τους, ένα μήνυμα με μια φωτογραφία μας από την Πράγα για να τους εντυπωσιάσουμε. Και ξεχάσαμε εκείνες τις χειρόγραφες κάρτες με ευχές που στέλναμε παλιά. Τα μολύβια έγιναν πληκτρολόγια, οι κάρτες οθόνες, η αγάπη εγωισμός, η πολιτική κακό θέατρο κι εμείς άναυδοι θεατές με τη μύτη κλειστή από δυσωδία την ώρα που τα μάτια μας αρνούνται να πιστέψουν αυτά που βλέπουν.
Κι όμως υπάρχει ελπίδα γιατί υπάρχουν δίπλα μας άνθρωποι ζωντανοί, φωτεινοί, λαμπεροί που όταν μας εύχονται το εννοούν, όταν μας αγκαλιάζουν μας σφίγγουν, όταν μας μιλάνε αγγίζουν την ψυχή μας κι όταν χαμογελάνε φωτίζεται το πρόσωπό τους και το χαμόγελο ξεκινάει από τα μάτια και κατεβαίνει στα χείλη. Σε αυτούς και στους άλλους τους διαφορετικούς, στους μεγάλους που παρέμειναν παιδιά και σε όσους κράτησαν όρθια την ψυχή τους και δεν ξεπουλήθηκαν ας ευχηθούμε από καρδιάς Χρόνια Πολλά.
