Αφιέρωμα στα 70/χρονα της απαρχής του Εμφύλιου
Ήταν ημέρα Πέμπτη. Δώδεκα Οχτώβρη. Νωρίς το πρωί της ημέρας αυτής απόσπασμα της Βέρμαχτ ανέβηκε στην Ακρόπολη της Αθήνας. Αποστολή του ήταν η υποστολή της Σβάστικας. Της Σημαίας των Εβραιοσιωνιστών ΝΑΖΙ δολοφόνων. Αυτού του αίσχους της Ευρώπης. Λίγα λεπτά κατόπιν αυτό το μίασμα της Ανθρωπότητας έπαψε να προσβάλει τον Ιστορικό Βράχο της Ακρόπολης της Αθήνας!
Την ίδια μέρα ξεκίνησε το άδειασμα της Αθήνας από αυτό το Γερμανικό εσμό των δολοφόνων. Η πρωτεύουσα της Ελλάδας ελευθερωνόταν ύστερ’ από τρία χρόνια έξι μήνες κ έξι μέρες ταπεινωτικής κατοχής από στυγνούς εγκληματίες.

Ο Ελληνικός Λαός πανηγύριζε κ εκδήλωνε με κάθε τρόπο την απόχτηση της απελευθέρωσής του από αυτή την κατάρα.
Όμως η χαρά κι ο ενθουσιασμός του αυτός ήταν πρόσκαιρος. Ήδη από τις δώδεκατου Οχτώβρη είχε αρχίσ’ η απόβαση στον Πειραιά των διαδόχων των ΝΑΖΙ του Χίτλερ, των Φασιστών του Τσόρτσιλ.

Ο Λαός πίστεψε στην προπαγάνδα κ έσπευσε να υποδεχτεί τα στρατεύματα της νέας κατοχής ως απελευθερωτικά γεμάτος από ενθουσιασμό! Ήταν όμως ο Βρετανικός στρατός κατοχής υπό το Βρετανό Στρατηγό Σκόμπι. Οι Βρετανοί στρατιώτες παραξενευόταν όπως έβλεπαν τους Αθηναίους να τρέχουν να τους αγκαλιάζουν και να τους φιλούν. Αυτοί γνώριζαν ποια ήταν η πραγματική τους αποστολή, που όμως την αγνοούσαν οι Έλληνες. Βλέπετε τους Έλληνες δε βρέθηκε να τους ενημερώσει σωστά ούτ’ ένας πατριώτης
Ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε διοριστεί από τον Τσόρτσιλ δοτός Πρωθυπουργός της Ελλάδας. Ο διορισμός του είχε επικυρωθεί με το Σύμφωνο του Λιβάνου (20.5.1944), αφού και μετά τη Διάσκεψη του Λιβάνου διατήρησε αυτή την ιδιότητα. Επικυρώθηκε κι από τη Διάσκεψη της Καζέρτας (26.9.1944), αφού κ εκεί επιβλήθηκε από τους Βρετανούς στους Έλληνες πολιτικούς και στρατιωτικούς, που αντιπροσώπευαν το Λαό και το Στρατό της Ελλάδας κ έγινε αποδεχτός από αυτούς. Αυτός, λοιπόν, ο Πρωθυπουργός κ η Κυβέρνησή του, που είχε την παραπλανητική ονομασία «Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος», ήλθαν στην Ελλάδα μαζί με τα Βρετανικάστρατεύματα του Σκόμπι. Αυτή την Κυβέρνηση υποδέχτηκαν ως απελευθερωτική Λαός και Στρατός (Αντάρτικο). Ακόμη κι ο ΕΛΑΣ συμμετείχε στην υποδοχή με τιμητικό άγημα. Η δε ηγεσία του ΕΛΑΣ είχε δώσει εντολή στις δυνάμεις του να μην ασκήσουν βία προς το καθεστώς, αλλά να συμπεριφερθούν ειρηνικά προς αυτό.

Αφού όμως ο διορισμένος από τον Τσόρτσιλ για Πρωθυπουργός της Ελλάδας κ η Κυβέρνησή του ήταν υπό την προστασία του καταχτητή, τίνος συμφέροντα υπηρετούσαν; Ποιος από αυτούς θα ενημέρωνε σωστά το Λαό;
Δεν είχαν ενημερωθεί, λοιπόν, οι δύσμοιροι Έλληνες πως ο στρατός του Σκόμπι κ οι μηχανές αυτές που κουβάλησε αποτελούσαν δολοφονικά εργαλεία, που θα στρεφόταν σε λίγο εναντίον τους.
Αυτή η Κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας», έμελλε ν’ αποβεί Κυβέρνηση Εθνικού Διχασμού, ύστερ’ από λίγες μέρες.
Να σημειωθεί ότι, κατά το διάστημα, που μεσολάβησε από την εκκένωση της Αθήνας από τους ΝΑΖΙ ως την 1.12.1944, στην Αθήνα οργάνωναν διαδηλώσεις οι Αντιστασιακές Οργανώσεις. Στη διαδήλωση των «Εθνικιστών» της 15.10.1944 στηνΟμόνοια σημειώθηκε συμπλοκή με οπαδούς του ΕΑΜ. Οι ΕΑΜίτες προπηλάκησαν και κακοποίησαν κάποια μέλη των «Εθνικιστών» ως ύποπτους τουλάχιστον συνεργάτες των ΝΑΖΙ. Σε διαδήλωση του ΕΑΜ, που ακολούθησε τις επόμενες ημέρες ένοπλοι «Εθνικιστές» πυροβόλησαν από ξενοδοχεία της περιοχής με αποτέλεσμα να σκοτωθούν επτά στελέχη του ΕΑΜ και να τραυματιστούν περί τουςογδόντα δυο διαδηλωτές. Παρ’ όλ’ αυτά το ΕΑΜ διατήρησε τη ψυχραιμία του και δεν προέβη σε αντίποινα.
Στην Καζέρτα είχε αποφασιστεί ο αφοπλισμός του Αντάρτικου. Στις 5.11.1944 οΠαπανδρέου ανακοίνωσε πως ο ΕΛΑΣ κι ο ΕΔΕΣ έπρεπε μέχρι τις 10.12.1944 να έχουν αφοπλιστεί και διαλυθεί. Όμως η διαταγή δεν εχτελέστηκε αυτόματα. ΤοΕΑΜ είχε αντιρρήσεις και διατηρούσ’ επιφυλάξεις, για ευνόητους λόγους. Επακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ Κυβέρνησης κ ΕΑΜ. Στις 27.11.1944 οΠαπανδρέου ανακοίνωσε πως επήλθε συμφωνία με τα τρία στελέχη του ΕΑΜ, Σβώλο, Τσιριμώκο και Ζεύγο, που συμμετείχαν ως υπουργοί στην Κυβέρνηση, για την αποστράτευση και τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ. Αποφασίστηκε να εξαιρεθούν από την αποστράτευση μια ταξιαρχία του ΕΛΑΣ και τμήμα του ΕΔΕΣ. Καθώς κι ο «Ιερός Λόχος», κ η «Τρίτη Ορεινή Ταξιαρχία», που είχαν συγκροτηθεί στηνΑίγυπτο από Έλληνες αξιωματικούς κι οπλίτες. Οι μονάδες αυτές είχαν πολεμήσει και στην Αίγυπτο και στην Ιταλία.

Οι φανατικοί όμως αντίθετοι προς την αποστράτευση του υπόλοιπου ΕΛΑΣεπέμεναν κι απαιτούσαν τον αφοπλισμό του «Ιερού Λόχου» και της «Ορεινής Ταξιαρχίας», γιατί θεωρούσαν πως αυτές οι μονάδες αποτελούσαν όργανα τωνΒρετανών. Η επιμονή τους αυτή προκάλεσε την 1.12.1944 το περί αφοπλισμούτελεσίγραφο της Κυβέρνησης και στις 2.12.1944 την παραίτηση από την Κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας» των τριών παραπάνω μνημονευθέντων ΕΑΜίτωνυπουργών. Την ίδια μέρα το ΕΑΜ ζήτησε άδεια συγκέντρωσης διαμαρτυρίας στην πλατεία Συντάγματος και κήρυξε γενική απεργία για τη μεθεπόμενη μέρα,4.12.1944. Παράλληλα διέταξε την Πολιτοφυλακή του ΕΑΜ να μην παραδώσει τα όπλα της στην κυβερνητική Εθνοφυλακή, και την ανασύσταση της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛΑΣ. Μεγάλο και μοιραίο λάθος. Ίσως λάθος σκοπούμενο από τους εισηγητές του…
Η Κυβέρνηση αρχικά χορήγησε στο ΕΑΜ την άδεια της συγκέντρωσης. Όμως οΣκόμπι διέταξε κ η Κυβέρνηση απαγόρευσε τη συγκέντρωση αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας, με το αιτιολογικό ότι αυτή θα ήταν ένοπλη, κατά τις φήμες που κυκλοφορούσαν. Το ΕΑΜ διαμαρτυρήθηκε γιατί δεν είχε τον καιρό να ματαιώσει ή, έστω, ν’ αναβάλει τη συγκέντρωση. Όμως κι ο πεινασμένος, ο δυστυχισμένος,Λαός της Αθήνας, που δε λογάριασε ούτε τα βασανιστήρια των SS, ούτε τις ομαδικές εχτελέσεις από τους ΝΑΖΙ, και προέβαινε και κατά την κατοχή σε διαδηλώσεις, αψήφησε την απαγόρευση.

Την Κυριακή τρεις Δεκέμβρη το Σύνταγμα κατακλύστηκε με πάνω από 100.000 Λαό, όπως δείχνει κ η παραπάνω φωτογραφία του Ντμιτρ Κέσελ, που συνόδευε ως φωτογράφος του LIFE το Βρετανικό στρατό. Και να σημειώσω με την ευκαιρία πως όλες οι φωτογραφίες που παραθέτω έχουν τραβηχτεί από αυτό τον Ουκρανόμετανάστη στις ΗΠΑ και βρίσκονται στο Λεύκωμα: «DMITRI KESSEL, ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ‘44», Εκδόσεις ΑΜΜΟΣ.
Όμως η Αστυνομία είχε σχηματίσει κλοιό και παρεμπόδιζε την είσοδο του Λαού στην Πλατεία, και σ’ αυτήν ήταν ακροβολισμένοι αστυνομικοί. Αυτοί είχαν διαταγή να παρεμποδίσουν τον κόσμο να μη φτάσει στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη: «Δεν θα πυροβολήσετε μέχρις ότου αυτοί πατήσουν τον Άγνωστο· όταν πατήσουν τον Άγνωστο, πυρ κατά βούληση»! Ο Διευθυντής της Αστυνομίας Άγγελος Έβερτ είχε διατάξει,

όπως ο ίδιος ομολόγησε στην εφημερίδα Ακρόπολη, τη χρήση των όπλων σύμφωνα με διαταγές που είχε. Πέραν αυτού όμως κι ο τότε δεκαπεντάχρονοςΧίτης Νίκος Φαρμάκης μαρτυρά πως το σύνθημα για την ένοπλη βία το έδωσε οΈβερτ από το παράθυρο της Αστυνομικής Δεύθυνσης μ’ ένα μαντήλι. Ποια ήταν όμως αυτή η Αστυνομία; Ήταν αυτή, που είχε στελεχώσει και συγκροτήσει η Κυβέρνηση του γερμανόφιλου Ράλλη, διά του Έβερτ. Αυτή, που συνεργαζόταν με τους «Γερμανοτσολιάδες». Αυτή, που στη συνέχεια βρισκόταν κάτω από τις διαταγές του Στρατηγού Σπηλιωτόπουλου, που είχε διορίσει Αρχηγό της ο Σκόμπι.

Με τους πρώτους πυροβολισμούς που έπεσαν ο Κόσμος συνταράχτηκε. Προκλήθηκε κατάσταση τρομαχτική. Ο φωτογράφος Κέσελ βρισκόταν κείνη την ώρα μαζί με τον Αμερικανό «ρεπόρτερ» Κόνι Πούλος στην πλατεία Συντάγματος και μας πληροφορεί ότι: «Ξαφνικά ακούστηκαν πυροβολισμοί κι ακολούθησε μια ριπή. Βρισκόμαστε με τον Κόνι έξω από τα Παλαιά Ανάκτορα, απέναντι από τον κλοιό της αστυνομίας. Όταν άρχισαν οι πυροβολισμοί εγκλωβιστήκαμε ανάμεσα στις πρώτες γραμμές των διαδηλωτών και τους αστυνομικούς. Καλυφτήκαμε πίσω από το τοιχαλάκι του δρόμου που οδηγεί στα ανάκτορα…
«Πυροβολούν άοπλους», είπε ο Κόνι. «Ναι», του απάντησα, «κοίτα αυτόν αριστερά».
Σχεδόν 15 πόδια μακριά μας, ένας άνδρας με πρόσωπο γεμάτο αίματα προσπαθούσε να σηκωθεί από το έδαφος. Κρατούσε το στομάχι του κι αίματα ανάβλυζαν μέσα απ’ τα δάκτυλά του. Οι σποραδικοί πυροβολισμοί σταμάτησαν μερικά δευτερόλεπτα. Οι διαδηλωτές σηκώθηκαν και άρχισαν να διαλύονται.

Μερικά σώματα έμεναν ακίνητα στο δρόμο. Κάποιος ζητούσε βοήθεια. Όσοι τραυματίες μπορούσαν να περπατήσουν υποβαστάζονταν από τους συντρόφους τους. Μετά από μια μικρή διακοπή η αστυνομία πυροβόλησε ξανά. Όταν φάνηκε πως οι πυροβολισμοί σταματούν οριστικά, μερικοί διαδηλωτές εμφανίστηκαν στην Πλατεία Συντάγματος για να μαζέψουν τους νεκρούς και τους βαριά τραυματισμένους. Η αστυνομία πυροβόλησε και τους απώθησε.
Συνολικά η αστυνομία σκότωσε 23 και τραυμάτισε 140, ανάμεσα τους και πολλές γυναίκες. Αυτό, όμως, δε σταμάτησε τους διαδηλωτές που άρχισαν να κατευθύνονται προς τον αστυνομικό σταθμό απ’ όπου αναχαιτίστηκαν με νέα πυρά.

Την ίδια στιγμή τα βρετανικά τεθωρακισμένα που είχαν σταθμεύσει κατά μήκος της Πανεπιστημίου κινήθηκαν και εμφανίστηκαν στο δρόμο οι άντρες της βρετανικής στρατιωτικής αστυνομίας. Οι διαδηλωτές τους υποδέχτηκαν με ανακούφιση κι έτρεξαν στην Πλατεία Συντάγματος να τους αγκαλιάσουν και να τους φιλήσουν.
Ένας Βρετανός αξιωματικός φώναξε στο διευθυντή της αστυνομίας Άγγελο Έβερτ που στεκόταν στον εξώστην του αστυνομικού αρχηγείου.
«Σταματήστε αμέσως να πυροβολείτε».
Ο Έβερτ απάντησε με αθωότητα «Ποιος πυροβολεί; (Dmitri Kessel)
Εγώ τώρα, τι να προσθέσω όταν ο αλλοδαπός αυτόπτης μάρτυρας περιγράφει αυτό το κατά συρροή έγκλημα του γερμανόφιλου Έβερτ και τη στυγνή απάντηση του προδότη προς το Βρετανό αξιωματικό;! Αίσχος;

Η Πορεία των Οργανώσεων προς το Σύνταγμα. Ένα πλήθος ανυποψίαστο ανέβαινε την Πανεπιστημίου ανάμεσ’ από τα σταθμευμένα Βρετανικά καμιόνια κι τ’ άρματα. Που να φανταστούν πως η Κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας» του Παπανδρέου θα επέτρεπε στο δωσίλογο Έβερτ να αιματοκυλήσει τη διαδήλωση; Απ’ όλες τους δρόμους ανέβαινε ο Κόσμος προς το Σύνταγμα. Σημαίες Ελληνικές είχαν βγει από τη ναφθαλίνη, όπου περίμεναν υπομονετικά τη μέρα, που θα

τους επέτρεπε να τιναχτούν στον αέρα. Ακόμη και Βρετανικές Σημαίες ύψωσαν αθώοι πολίτες! Μέσα σε λίγες ώρες όμως το σκηνικό άλλαξε. Οι Ταγματασφαλίτες,οι «ντραμπούκοι» της «Χ» έπιασαν δουλεία. Όπου δεν υπήρχαν όπλα, τα ρόπαλα έπαιρναν τη θέση τους!

Οι παρακρατικοί στο πλευρό του Κράτους τσάκιζαν τα πλευρά των ανύποπτων κι ανυπεράσπιστων διαδηλωτών.
Η συγκέντρωση διαλύθηκε. Πολλοί διαδηλωτές στράφηκαν προς το Αστυνομικό τμήμα κι οργισμένοι όπως ήταν επιχείρησαν να το καταλάβουν. Δέχτηκαν πυρά. Κάποιοι πλήρωσαν με τη ζωή τους. Οι άλλοι διαλύθηκαν. Άλλοι «… διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν ξανά. Αυτή τη φορά κρατούσαν μια πελώρια αμερικάνικη σημεία και κατέβαιναν αργά το δρόμο φωνάζοντας ρυθμικά: «Ρούζσβελτ, Ρούζσβλτ»… Μετά από λίγο οι δρόμοι έμειναν έρημοι. Μερικοί άνδρες και γυναίκες άφηναν πρόχειρους ξύλινους σταυρούς στα σημεία που είχε χυθεί το αίμα των θυμάτων. Άλλες γυναίκες μάζευαν το αίμα σε χαρτοσακούλες και παλιές κονσέρβες.» (ό.π.)

Το μίσος ανάμεσα στο Λαό ρίζωσε. Και το μίσος αυτό εκδηλώθηκε και φούντωσε. Πήρε διαστάσεις μεγάλης πυρκαϊάς. Μεταδόθηκε στο Πανελλήνιο. Την επόμενη μέρα, Δευτέρα 4.12.1944, ο χτυπημένος άοπλος Λαός πραγματοποίησε την απεργία, που είχε εξαγγελθεί. Πολλοί πήγαν στην κηδεία των θυμάτων. «Η νεκρώσιμη ακολουθία έγινε στη Μητρόπολη κι ένα μεγάλο πλήθος προσευχόταν στη μικρή πλατεία. Από κει η νεκρική πομπή κατευθύνθηκε στο Σύνταγμα. Τα φέρετρα παρατάχθηκαν σε μια γραμμή, εκεί όπου τα θύματα των πυροβολισμών της Κυριακής είχαν πέσει. Όλοι γονάτισαν σε σιωπηλή προσευχή. Μερικοί κρατούσαν πανώ γραμμένα με το αίμa

των θανάτων. Ένα που βρισκόταν στην κορυφή της πομπής, έγραφε: «όταν ο λαός είναι αντιμέτωπος με τον κίνδυνο της τυραννίας πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στις αλυσίδες και τα όπλα».(ό.π.)
Από το Σύνταγμα η πομπή κατευθύνθηκε προς το Α’ Νεκροταφείο. Ακολούθησε πλήθος Κόσμου. Κι άλλοι περίμεναν στα πεζοδρόμια το πέρασμα της νεκρώσιμης αυτής πομπής για ν’ αποδώσουν τον τελευταίο χαιρετισμό στα θύματα τουΣυστήματος. Μιας σκηνοθετημένης τραγωδίας, που δόνησε συθέμελα την Ελλάδα.Άνοιξε πληγές αγιάτρευτες, που πολλούς Έλληνες οδήγησαν άδικα στον τάφο. Προκάλεσε μια κατάσταση, που στοίχισε στον Ελληνισμό πολύ ακριβά. Και τη δεύτερη αυτή μέρα οι επιθέσεις επαναλήφτηκαν. Ο αριθμός των θυμάτων αυξήθηκε. «Πενήντα τέσσερις νεκροί κ εβδομήντα τραυματίες» (Σπυρ. Λιναρδάτος: «Πολιτική και πολιτικοί»).

Το πανηγύρι συνεχίστηκε και την Τρίτη 5.12.1944. Οι σχεδιαστές της επιχείρησης είχαν μελετήσει σωστά τις εξελίξεις. Ήξεραν ότι κάποια στιγμή το ΕΑΜ, που έκαμε το λάθος να διατάξει την ανασύσταση της Κεντρικής Επιτροπής, που απομάκρυνε από την Αττική τις εμπειροπόλεμες ισχυρές του δυνάμεις κι άφησε μόνο τον εφεδρικό Ελλάς, θα στήριζε τους οπαδούς του. Θα τους προστάτευε από τα’ απρόκλητα κι αδικαιολόγητα πυρά των δωσίλογων, που επιδίωκαν να επικρατήσουν και να γλιτώσουν από τα επίχειρα των προδοσιών και της λοιπής συνεργασίας τους με τον καταχτητή. Περίμεναν, όπως ο γάτης το ποντίκι να βγει από τη φωλιά του.




















