ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Το καρβούνι της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0

Αποδιαφώτιστα εκατέβηκενε η Κατεργιά στη ν-αυλή, ασφεντούρανε με τη χούφτα τζη το τράιστο1 απού τη μ-προσποδιά κι έκραζενε2 τσ’ όρθες «Τρουί, τρουί, τρουί… δυο χοχλιδάτες, τρεις γδυμνολαίμες, τέσσερις σκουφιδάτες… ούλες είναι ’πά, ευτυχώς δε ν-έπνιξενε κιαμιά, το άτιμο μιαρό, η καληγιαννού3.

-Μάνα! μάνα ξάνοιξε ’πα στη μπούκα μου απ’ όξω ένα σπυράκι απού ’βγαλα πάνω στα χείλι, τση ’πενε το Νικολιό και τση κοντοσίμωσενε αγκουσεμένο4.

- Για να δω αντράκι μου! Το ξάνοιξενε, το πασπάτεψενε5 και μουρμούρισενε: «Ε! ανάθεμά το, πούρι6, κακή μούρη την έει. Φοβούμαι πως είναι μαλάθρακας και για ε δα το μπαντέρμο που βρενε να ξεφυτρώξει… μα θα του κάμομενε γιατρικουλίσματα να γοργοβγάλει το τζομπί να ξεθυμάνει ογρήγορα. Μη χολοσκάς παλικάρι μου, μα πλια ομπρός θα γιάνεις, παρά που θα παντρευτείς. Έμπα λω7 δα μέσα να μη σε περονιάζει8 τ’ αγιάζι9 και δα θα ’ρθω κι εγώ να σε γιατρικουλέψω.

Άναψενε η Κατεργιά τη φωθιά, επέταξενε στη χόβολη ένα κρομμύδι όντε ν-εμαλάκωσενε, του σταξενε απού το λύχνο δυο – τρεις σταλές λάδι και τό δεσενε μ’ ένα μ-πανί απάνω στο σπυρί.

Επεράσανε μια, δυο μέρες κι αυτό το καταραμένο ’ξαγγρίγευγενε κι εθέριευγενε, χωρίς να κάμει μούρη ν’ ανοίξει. Στο σπιτικό ’μπήκενε μεγάλη αγκούσα. Αποφασίσανε να φέρουνε από ’να αλαργινό10 Μοναστήρι ένα γ-καλόγερο που ’χενε μεγάλο νάμι για τα γιατροσόφια που κάτεχενε και τα διαβαστικά που ’ξορμίζανε11 το θιαρμό και τα κακά πνέματα.

Έφυγενε αξημέρωτ’ άθρωπος με δυό μουλάρια κι ’λιοβουτήματα ’ξεπιτυρήσανε12 στο σπίτι. Εφέρανε το γ-καλόγερο στο πεζούλι τση κουζίνας εκειά κοντά στη μπαρασθιά απού μουνε ακουμπισμένος, έκαμενε το σταυρό ντου κι απόης με σταύρωσενε, μου ζούλισενε μια – δυο το τσερόνι13 αδυνατά απού ’σταμάρισα στο μ-πόνο και με πήρανε τα κλάηματα.

- Αντράκι μου φως τω ν-αμαθιώ μου κάμε κουράγιο, σφίξε τη γ-καρδιά σου να ξεκουμπίσομενε14 το ν-οξαποπά το ν-τρισκατάρατο, εβατταλάλιενε15 η ατσιποδιαρέ η μάνα ν-του και ’χάιδευγενε το γυιό τζη.

- Εντροπής! Οι γι-άντρες μωρέ κι ανέ μ-πονούνε δε γ-κλαίνε, τούπενε κι ο καλόγερος.

Επαραπάντησενε16 όμως τσοι γονέους και τω ν-είπενε πως το τσερόνι, έχει πολλά κακή μούρη, μα σε μια δυο μέρες ακόμη θα φανεί…

Ακούστηκενε και στα γυροχώριουλα και μπαινοβγαίνανε στο σπιτικό δικολογιές και φίλοι.

Εφέρανε και τη ν-Ανεζήνα τη γιατροσόφισσα τη ξακουστή ξαθιαρμίστρα που κάτεχενε πολλά για κακά πονέματα κι ορδίνιαζενε πολλές αλοιφές και ματζούνια.

Απής επεράσανε δυό μέρες ακόμη με πόνους και θέρμες ο καλόγερος έβγαλενε την απόφαση: «Ωφου κακονίζικα μα το τσερόνι έβγαλενε μαύρο κάκαδο κι είναι καρβούνι. Δε ν-έχει άλλη γιατριά παρά μόνο το κάψιμο και πρέπει ταϋτέρου κιόλας να το κάψομενε… ο Θεός να βάλει τη χέρα ν-του.

Έβαλενε η μάνα τα κλάματα και τα μοιρολόγια. «Ποιος παλικάρι μου σού δωκενε τη γ-κατάρα να βγάλεις το καρβούνι στο στόμα; Ποιο ν-έβλαψες; Ποιο ν-αδίκησες άγγελέ μου;»

Ο άντρας τση τσ’ ακούμπησενε στο ν-ώμο μα δε ν-έβριχνε παρηγορητικό λόγο να τση ’πεί.

Ορίσανε τη ν-ταχινή να χαζιρευτούνε για το κάψιμο. Ανάψαμε τη φωθιά, με σηκώσανε και με κάτσανε κοντά, μου δέσανε τα πόδια και τα χέρια σε μια καθέκλα. Εγουζιουμενε17 κι έκλαιγα μα ως ήμουνα ξεθεωμένος απού τη θέρμη18 και τσοι πόνους δε ν-ενταγιάντουνε19 να κάμω ανταλέτι20 κι εμολαρίστηκα21. Γύρου – γύρου μου οι γονέοι οι συγγενείς προσεύχονταν. Αντικρυτά μου ήτανε κρεμασμένη η εικόνα του Χριστού. Κάτω ένα θυμιατό με λιβάνι. Έβαλανε την άκρα του σιδερένιου άρδαχτου22 στα κάρβουνα και γίνηκενε κατακόκκινη.

Ο καλόγερος σιγομουρμούριζενε προσευχές, έπιασενε το μ-πυρωμένο ν-άρδαχτο και τονέ ’μπηξενε στη μέση του τσερονιού. Εβγήκενε καπνός από καμένη σάρκα… μού φευγενε το καύκαλο τση κεφαλής, έβγαλα μούγγρος. Ελιγομαριάστηκα23! Ούλοι θαρρέψανε πως απόθανα, μα τη ιδιαμένη στιγμή, ο καλόγερος έσυρενε φωνή: Μη γκλαίτε, αποσκέπαση τού ’ρθενε ο μπόλσος24 του χτυπά, ζεί, το κοπέλι ζει… με τη δύναμη του Θεού.

Ακλουθήξανε μερόνυχτα μαύρα κι άραχνα με πόνους, αλοιφές, ματζούνια και προσευχές. Αρχίνηξα να καλυτερεύγω. Τα καημένα από τη μπυρά χείλια μου εκάμανε κάκαδο και μαδούσανε. Απόμεινέ μου η σαλιβέ. Το κάτω ’χείλι, φαωμένο το μισό, δε σοφηλιάζει με τ’ απάνω να κλείσει, απόμεινε γδυμνό το σκυλάδοντο, στραβομπούκης και κακομοίρης φοβερίζει η μούρη μου, μόλις δω άνθρωπο κουκλώνω με τη μ-παλάμη τη μπούκα μου! Έζησα! Καλλιά μου δε ν-ήτανε να ποθάνω;

 

Υ.Γ. Πληροφορίες από το διαδίκτυο:

Το καρβούνι στην επιστημονική γλώσσα λέγεται άνθρακας και είναι μια ζωονόσος που προκαλείται από το σπορογόνο gram θετικό βακτήριο bacillus anthracis. Μεταδίδεται στον άνθρωπο μέσω της άμεσης επαφής με μολυσμένα με άνθρακα ζώα ή με προϊόντα τους. Αντιμετωπίζεται θεραπευτικά με αντιβιοτική αγωγή.

 

Λέξεις

(1) τράιστο = σπόροι δημητριακών

(2)έκραζενε = εκαλούσε

(3) καληγιαννού = νυφίτσα

(4) αγκουσεμένο = στενοχωρημένο

(5) πασπάτεψε = εψιλάφισε

(6) πούρι = σίγουρα

(7) λω = λέω

(8) περονιάζει= διαπερνά

(9) αγιάζι = υγρασία, πάχνη

(10) αλαργινό = μακρινό

(11) εξορμίζω = διώχνω

(12) ξεπιτυρώ = περνώ διαδοχικά εμπόδια να φτάσω κάπου

(13) τσερόνι = σπυρί

(14) ξεκουμπίζω = εξουθενώνω

(15) βατταλαλώ = φλυαρώ

(16) επαραπάντησε = πιο πέρα

(17) γουζιομαι = θρηνώ γοερά

(18) θέρμη = πυρετός

(19) δε νταγιαντώ = δεν έχω υπομονή

(20) ανταλέτι = αντίσταση

(21) εμολαρίστηκα = επαραδόθηκα

(22) άρδαχτος = εργαλείο τ’ αργαλιού

(23) ελιγομαριάστηκα = ελιγοθύμησα

(24) μπόλσος = σφιγμός

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Το καρβούνι της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ