ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Στυλιανός πΚ. Χαμαράκης (Αγιογράφος) του Μαρίνου Γαλανάκη

0

 Ο Στελιανάκης γεννήθηκε στην Πηγή του Ρεθέμνους στις 15.1.1862. Ήταν γιος του Παπά-Κωσταντή Χαμαράκη, πηγιανού κ εφημέριου της ενορίας Αγίου Νικολάου Πηγής, και της Ελένης, της οποίας δε γνωρίζω το οικογενειακό όνομα.

Τον Παπά-Κωσταντή Χαμαράκη, διαδέχτηκε στη θέση του εφημέριου της  ενορίας αυτής ο Παπά-Γιάννης Παλιεράκης, που ως λαϊκός ακόμη μετείχε στην Επανάσταση του 1866-1869. Ήταν μάχιμος και συμμετείχε στα δραματικά γεγονότα του Ολοκαυτώματος της Ι. Μ. του Σωτήρα Χριστού – Αρκαδίου. Διασώθηκε όμως από αυτό τ’ ολοκαύτωμα κ επέζησε. Υστερότερα έγινε ιερέας. Υποθέτω μετά το 1880. Και βασίζομαι στην ημερομηνία γέννησης (7.7.1880) του πρώτου παιδιού του Γεωργίου, κατά την Πηγιανή ονοματολογία:  Παλιερογιώργη.

Ο γιος του Παπά-Κωσταντή Στυλιανός (Στελιανάκης, προσαγορευόταν από τους Πηγιανούς), έζησε στην Πηγή του Ρεθέμνους ως τον θάνατό του, που επήλθε στις 19.1.1935.

Νέος φέρεται να είχε μαθητεύσει στον Αγιογράφο Αντώνιο Χατζή-Γιώργη Βεβελάκη (1819 – 1914). Ο Βεβελάκης είχε σχέσεις με την Πηγή, γιατί ο Αμαριώτης γαμπρός του Νικόλαος Καφφάτος  είχε δεσμούς συγγενικούς με τους Καφφάτους της Πηγής. Κ η εγγονή του η Αθηνά, κι αυτή καταξιωμένη αγιογράφος, με πρώτο δάσκαλο τον τυφλό πια παππού της, θυμούμαι πως επισκέφτηκε κάμποσες φορές τη δικολογιά της στην Πηγή…

Σίγουρο είναι ότι ο Στελιανάκης  παρακολούθησε  αγιογραφική κοντά στον Ιωάννη Ιω. Σταθάκη (1830 – 1813) από τη Μέση. Εξάλλου η απόσταση, που χωρίζει τα δυο χωριά Μέση και Πηγή, δεν είναι μεγάλη. Πολλοί από τους  κατοίκους της Μέσης ερχόταν συχνά στην Πηγή, που αποτελούσε κάποτε έδρα  του ομώνυμου Δήμου, είχε τηλεφωνικό κέντρο, σταθμό χωρ/κής,  και σ’ αυτό το κεφαλοχώρι συνεδρίαζε περιοδικά το μεταβατικό Αγρονομείο του Κατωμεριού. Είχε καλό και τίμιο  μπακάλικο – ψιλικατζήδικο – φούρνο. Χασάπικο και καφενεία. Μικροεμπόρους, που αγόραζαν ξύλα, χαρούπια, πυρήνα, και σε μικροποσότητες τυρί, λάδι και κρασί. Έδιδαν δυνατότητες σε μικροπαραγωγούς ν’ ανταλλάξουν μικρή ποσότητα προϊόντος δικής τους παραγωγής με ίσης αξίας άλλων ειδών προϊόντα ή και να πάρουν τα χρήματα που αντιστοιχούσαν στο προς πώληση δικό τους προϊόν. Κάποτε, ακόμη και μετά τη Γερμανοκατοχή (1946 – 1950) αρκετά χωριά του Κατωμεριού ψήφιζαν κατά τις Βουλευτικές και τις Δημοτικές εκλογές στην κάλπη που στηνόταν στην Πηγή. Το χωριό αυτό ως και τη δεκαετία του 1960  ήταν το κεφαλοχώρι του  Κατωμεριού. Είχε αρχίσει όμως να φθίνει από τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Αργά μεν , αλλά σταθερά…

 

Χρειάζεται έμπειρο μάτι για να διακρίνει κάποιος  τα έργα του Στελιανάκη από κείνα του Σταθάκη. Κι αυτά βρίσκονται σε Ναούς πολλών ενοριών.

Όλες οι φορητές εικόνες του τέμπλου του Ιερού Ναού της Παναγίας (Εισόδια της Θεοτόκου) Πηγής, είναι φιλοτεχνημένες «διά χειρός Στυλιανού πΚ. Χαμαράκη», όπως υπογράφονται. Ο  Ναός αυτός  είναι χτισμένος στη θέση, που παλιά ακουγόταν  «Μαρακιανά» (περιβόλια). Στην ανατολική παρυφή του οικισμού της Πηγής. Το τοπωνύμιο προέρχεται από την οικογένεια Μαράκη,- απόγονος της οποίας είναι ο γεωπόνος Βασίλης Μαράκης, - που παλιά κατείχε αγροτική έχταση νότια του τότε κεντρικού επαρχιακού δρόμου, απέναντι από το Ναό.  Ο Ναός χτίστηκε σε γη, που πιθανό ν’ ανήκε στην οικογένεια του Ευαγγελινού Χαμαράκη, με την   ιδιοκτησία του οποίου συνορεύει από τη βορινή και την ανατολική πλευρά του. Γι’ αυτό υστερότερα κυριάρχησε ως τοπωνύμιο στη θέση αυτή το «Χαμαριανά»(περιβόλια), αφού κ οι Μαράκηδες είχαν εκποιήσει την περιουσία τους, που δε συμπίπτει μ’ αυτή των Χαμαράκηδων.

1

 Εικόνες φιλοτεχνημένες «διά χειρός Στυλιανού πΚ. Χαμαράκη» των αρχών της δεκαετίας του 1920, είδα υπογραμμένες, πέραν από το Ναό, που προανέφερα και:  Στον Ιερό κ Ιστορικό Ναό της Παναγίας (Κοίμηση) της Κυριάννας  και, αν θυμούμαι καλά, στο Ναό της Παναγίας της κωμόπολης κ ενορίας Μελάμπων Αγ. Βασιλείου στα 1959-1960, που υπηρέτησα δάσκαλος στο εκεί τότε τετραθέσιο Δημοτικό Σκολειό, ως αναπληρωτής του μετεκπαιδευόμενου συναδέλφου Γιάννη Τρουλλινού.

Μαθαίνω ακόμη πως υπάρχουν και σε Ιερούς Ναούς των ενοριών Σκεπαστής, Καρές, Καβουσίου, από ιστοσελίδα της Ι.Μ. Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου.

 

Λεγόταν στο Χωριό πως, ο Στελιανάκης ήταν άνθρωπος ευσεβής κι όταν έπαιρνε παραγγελιά αγιογραφίας, νήστευε και προσευχόταν τις μέρες που αγιογραφούσε.

Ειδικός για να εκφέρω γνώμη για το έργο του δεν είμαι. Φαίνεται όμως ότι, όσο ήταν στα καλά του, δεν ξέμενε από παραγγελιές.  Και τούτο, γιατί, ενώ δεν κατείχε ικανή περιουσία, το σπίτι του δεν υπέφερε οικονομικά τότε. Και συνάγεται από αυτό πως ήταν ακουσμένος ως καλός αγιογράφος κατά την εποχή του.

Το Χωριό τον εχτιμούσε πολύ. Γι’ αυτό κι όταν χήρεψε η ενορία, μέσα στη δεκαετία του 1910, προτάθηκε  από μερίδα χωριανών να  καταλάβει αυτός τη θέση του εφημέριου.

Όμως  είχε ήδη αρχίσει να δείχνει σημάδια  προσβολής από  διανοητική ασθένεια. Τότε, λοιπόν, που το πρόσωπό του ήταν στην προτίμηση μιας μερίδας χωριανών, που ήθελαν να τον πείσουν να δεχτεί το μυστήριο της Ιεροσύνης και να γίνει εφημέριος της ενορίας  των οικισμών Πηγής – Αγίου Δημητρίου, άλλο μέρος των χωριανών αντέδρασε, ακριβώς για το λόγο αυτό και μόνο.

Και, όταν έμαθε την άρνησή τους  ο καημένος ο Στελιανάκης, που ήθελε πολύ, προπάντων για καθαρά θρησκευτικούς λόγους, να γίνει παπάς και ν’ αναλάβει την Ενορία, πικράθηκε.

Έτσι, όταν συνάντησε στη βρύση, στο κέντρο του χωριού, τον Γιώργη τον Παπαδάκη, τον επιλεγόμενο Χατζή, - εξ απονομής - τον πλησίασε, σε στιγμή που αυτός  ήταν σκυφτός στη βρύση κ έριχνε νερό στο πρόσωπό του, και του είπε σε τόνο οξύ:

- Άκουσα, Γιώργη, πως η αφεντιά σου δε με θες για παπά του χωριού…

Ο Χατζής ανασήκωσε το κεφάλι του και του απάντησε ήρεμα:

- Στελιανάκη, αν(ε) πιστεύεις το Θεό, άφης με να πιώ νερό κ ύστερα πες μου ό,τι θες.

Και ξανάσκυψε πάλι στη βρύση. Γέμιζε τις χούφτες του νερό. Δρόσιζε το πρόσωπό του κ έπινε να ξεδιψάσει.

Ο Στελιανάκης  όμως είχε πάρει φωτιά, κι όχι μόνο δεν περίμενε το Χατζή να πιεί νερό, αλλά ύψωσε τον τόνο της φωνής του και, χωρίς να νοιάζεται πως  τον άκουγαν κι από τα καφενεία, φώναξε στο Χατζή:

- Βρε βουκεντρά, που τρως μπεγιροκρίθαρο, εμένα το Στελιανάκη, που τρώγω της Μπραϊλας αλεύρι, δε θες για…

Δεν πρόλαβε ν’ αποσώσει την κουβέντα του, γιατί ωστόσο ανασηκώθηκε κι ο Χατζής και τον κοίταξε κατάματα.  Άπλωσε το χέρι του προς το μέρος του Στελιανάκη και του είπε:

- Για’ ένα κορμί και θέλει να τον(ε) κάμουν(ε) και παπά!

Και χωρίς άλλη κουβέντα, γύρισε τις πλάτες του και κίνησε να φύγει.

Αυτό το αληθινό περιστατικό μαρτυρά ότι: Τα νεύρα του Στελιανάκη είχαν λυγίσει, γιατί διαφορετικά δε θα χρησιμοποιούσε τέτοια φρασεολογία κι ούτε θα ύψωνε τη φωνή του στο Χατζή, γιο του Παπαδαντρέα. Ότι το χωριό εξακολουθούσε να σέβεται  το Στελιανάκη, γιατί διαφορετικά ο Χατζής δεν θα τηρούσε αυτή τη στάση απέναντι στην προσβολή που δέχτηκε. Ότι τα οικονομικά του Στελιανάκη του επέτρεπαν ακόμη να τρώει ψωμί από χάσικο αλεύρι εισαγωγής από την Μπράιλα της Ρουμανίας κι όχι ψωμί από ντόπιο μιγαδερό ή και σκέτο κρίθινο αλεύρι (από μπεγιροκρίθαρο, κριθάρι που τάιζαν τ’ άλογα), όπως οι φτωχοί γεωργοί του καιρού του…

Δυστυχώς, και για την Τέχνη και την οικογένειά του, η κατάσταση της υγείας του άξιου αυτού Αγιογράφου επιδεινώθηκε με τον καιρό και τα   οικονομικά   του άρχισαν να στενοχωρούν και να προβληματίζουν κι αυτόν και την οικογένειά του. Τα νεύρα του δεν άντεχαν το παραμικρό…

Ένα καλοκαίρι  επισκέφτηκε το μικρό λιοφυτάκι, που διατηρούσε στη ΝΔ παρυφή του χωριού και παραμένει ακόμη αναπλασμένο στην ιδιοχτησία κατιόντων του. Τα τζιτζίκια ξεκούφαιναν με το μονότονο και για πολλούς εκνευριστικό τραγούδι τους. Ο Στελιανάκης δεν άντεξε τ’ ατέλειωτα  τζι-τζι-τζι. Πήρ’ ένα καλάμι στο χέρι κι άρχισε να τρέχει από λιόδεντρο σε λιόδεντρο και να κυνηγά τα τζιτζίκια (χίμαιρες) και να φωνάζει γοερά:

- Έξω τζιτζίκια από του πατρός μου την περιουσία!...

Η φράση έμεινε στο χωριό και γινόταν πολλαπλή χρήση της σε περιπτώσεις που τάιριαζε…

 

Ο Στυλιανάκης  νυμφεύτηκε σε πρώτο γάμο τη Χρυσάνθη(20.2.1864 – 16.9.1906), θυγατέρα του Γεωργίου Χατζηγιάννη και της Ελένης, της οποίας το πατρώνυμο δε γνωρίζω.

(Αδερφοί της Χρυσάνθης ήταν ο Κωστής Χατζηγιάννης (16.4.1858 – 5.11.1917) κι ο Μιχάλης Χατζηγιάνης (10.10.1860 – 10.8.1830), όλους τους  απογόνους των οποίων γνώρισα).

Ο Στελιανάκης απέχτησε με την Χρυσάνθη δυο παιδιά.

Την Ελένη («Ελενίτσα του Ζωγράφου» ήταν γνωστή στο χωριό, 20.8.1894 - …), που παντρεύτηκε στις 15.8.1934 το Μανολάκη Μουρτζανό (11.7.1874 – 27.10.1952), κι απέχτησαν ένα γιο, που απέθανε νήπιο.

Στο μοιρολόι του ο καημένος ο Μανολάκης χτυπιόταν κ έλεγε:

«Κρίμα στσοι κόπους μου»! «Κρίμα στσοι κόπους μου, κρίμα  στσοι!»...

Κι αυτό ακόμη το γοερό μοιρολόι δεν άφησε η Πηγιανή σκωπτική διάθεση να πέσει χάμω…

Θυμούμαι καλά, τόσο την Ελενίτσα, με το αναγνωριστικό παραθετικό «του Ζωγράφου», όσο και το Μανολάκη. Ήταν πολύ φτωχοί και κατοικούσαν στην «Πέρα Μερέ» του Χωριού, δυτικά του Ι.Ν. της Παναγίας.

Ο Μανολάκης, ήταν γιος του Στυλιανού Μουρτζανού, που καταγόταν από το Αμάρι (Φουρφουρά), κ είχε μετοικήσει στην Πηγή,  πιθανό μετά την επανάσταση του 1866- 1869, που με το τέλος της παρατηρήθηκε εποικισμός της Πηγής από «μετανάστες» προερχόμενους κι από τις τέσσερις επαρχίες του «Λιβά». Ο αντρικός πληθυσμός του Χωριού είχε δεκατιστεί με την επανάσταση. Υπήρχε έλλειψη  από  εργατικά χέρια σε αντίθεση με την ύπαρξη ικανού αριθμού απροστάτευτων οικογενειών…

 Η  Μάνα του Μανολάκη ήταν Πηγιανή κι ονομαζόταν Αικατερίνη, αλλά δε γνωρίζω το πατρώνυμό της.

Ο Μανολάκης ήταν γεωργός κατ’ επάγγελμα. Γνώριζε όμως αρκετά γράμματα κ εκτελούσε και χρέη ιεροψάλτη. Τον βλέπω στο νου μου με το «σαλβάρι» του, στητό-στητό, λιπόσαρκο, μέτριο στο ανάστημα, κατά τα χρόνια 1945 -1952. Ήταν μεγάλης ηλικίας άτομο. Έψαλε στο αριστερό ψαλτήρι του Ι. Ν. του Αγίου Νικολάου. (Στο δεξιό έψαλλε ο Εμμανουήλ Βαρούχας κι ο Αντώνιος Βουρβαχάκης). Κανένας από αυτούς δεν ήταν ιεροψάλτης κατά το επάγγελμα.

Μετά το τέλος της λειτουργίας ο φτωχός Μανολάκης, περίμενε όρθιος μπροστά στο αναλόγιο. Έκανε πως  ξεφύλλιζε τα Μηναία. Ξερόβηχε πότε – πότε, ίσως για να επισημαίνει την αναμονή του, γι’ αυτό πήρε και το παρατσούκλι «Γκούχος». Και παρέμενε στη θέση αυτή, ώσπου να καταμετρήσουν οι Επίτροποι με τον Παπά  στο παγκάρι την είσπραξη  από την κηροδοσία και να του δώσει ο εφημέριος, ηγούμενος Αρσανίου τότε, Τίτος Παντ. Παπαδάκης ένα φιλοδώρημα από τις πενταροδεκάρες του παγκαριού, ν’ αγοράσει λίγο ψωμί.

Η Ελενίτσα έμεινε φτωχή χήρα, ως  που απεβίωσε. Πέρασε στερήσεις. Επιβίωνε από ελεημοσύνες.

Κείνα τα χρόνια ζούσε στον οικισμό του Αγ. Δημητρίου άλλη φτωχή χήρα, η «Καούκαινα». Αυτή η καημένη είχε μια αίγα, που την έβοσκε στην εξοχή, για να της αποδίδει έστω το  γάλα, μέρος του οποίου αντάλλασσε με άλλα προϊόντα.

Εεε, αυτή είχε μπει στο μάτι της Ελενίτσας, επειδή είχε στην κατοχή της την αίγα. Κάποτε κάπου, που το ‘φερε η κουβέντα, η Ελενίτσα είπε παραπονιάρικα, ίσως και για να προκαλέσει τη μεγαλοψυχία του ακροατηρίου, για κάτι που στερούνταν και νοσταλγούσε:

«Έχει κ  η Καούκαινα μιαν αίγα, και βγάνει γάααλατα!. Μα – δε – σου - δίιιδει!...»

Και, φτάνει που το είπε κι ακούστηκε. Έμεινε κατόπιν  στο χωριό σαν απόφθεγμα, σαν «περσεγγί»…

Το δεύτερο παιδί του Στελιανάκη, ο Γιάννης, γεννήθηκε στις 25.10.1895, αλλά δεν  τον είδα κ ούτε άκουσα ποτέ κάτι γι’ αυτόν. Δεν ξέρω την τύχη του. Σίγουρο είναι ότι έζησε στην Πηγή και πέθανε νέος, αλλά δεν ξέρω πότε και κάτω από ποιες συνθήκες…

Μετά το θάνατο της Χρυσάνθης, ο Στελιανάκης ήρθε σε δεύτερο γάμο, με τη Δέσποινα Παντ. Βογιατζάκη(το Δεσποινιώ, 5.8.1870 – 16.2.1957). Την αδερφή του Δασκάλου Νικολάου Βογιατζάκη, κατά κόσμο Μπογιατζονικόλα. Την θυμούμαι. Μικρόσωμη. Πολύ ταπεινή χήρα γριούλα. Να κάθεται στο μικρό αυληδάκι του χαμόσπιτού της στην Πέρα Μερέ. Με τα φουστάνια ως τους αστραγάλους. Το μαντήλι χαμηλά στο κούτελο. Τα χέρια σταυρωμένα στην ποδιά της απάνω. Και το βλέμμα καρφωμένο στη Γη. Ολομόναχη. Έτσι τη σκίτσαρε κ ένας αξιωματικός της ΒΕΡΜΑΧΤ, που έμενε στο επιταγμένο κατά την κατοχή σπίτι του «Μπουρμαχαντώνη», (Αντωνίου Βουρβαχάκη, Προέδρου της Κοινότητας Πηγής για πολλά χρόνια). Το σκίτσο το είδα στο «άλμπουμ» του Γερμανού, που επίδειχνε κάποια στιγμή η σπιτονοικοκυρά του Ευγενία (σύζυγος του Αντώνη) στον Τίτο και σε γειτόνισσές της, κρυφά του καλλιτέχνη. Ήταν και το δικό της σκίτσο μέσα σ’ αυτό…

Το (επειδή ήταν μικροκαμωμένη) Δεσποινιώ ήταν πολύ αξιοπρεπής κ υπόμενε σιωπηλά τη φτώχεια και τη δυστυχία. Πάντοτε έδειχνε στενοχωρημένη  ψυχή. Της έλλειπε το γέλιο κ η χαρά …

Με τη Δεσποινιώ απέχτησε ο Στελιανάκης άλλα δυο παιδιά.

Τον Κων/νο (Κωστάκι 18.2.1909 -26.3.1981) και την Ευαγγελία (Βαγγέλα, 23.7.1912  - …).

Το Κωστάκι ήταν κοντός στο ανάστημα, με κανονική σωματική διάπλαση. Ανάξιος να εργαστεί. Δεν καταδεχόταν να εργαστεί. Το θεωρούσε υποτιμητικό. Αλλά δεν ήταν και σε θέση να εργαστεί σωστά. Και γιατί δεν μπορούσε, αλλά και γιατί δεν έμαθε να εργάζεται. Πήγαινε όμως από καφενείο σε καφενείο και προσέφερε υπηρεσίες καφετζή-σερβιτόρου, για ένα πιάτο φαγητό. Αλλά δεν έμενε για πολύ. Τα νεύρα του δεν του επέτρεπαν να συνεχίσει για πολύ στο ίδιο καφενείο. Έφευγε από το ένα, πήγαινε στο άλλο κι αφού τα γύριζε όλα, ξεκινούσε πάλι το δρομολόγιο από την αρχή. Τόσο οι καφετζήδες, όσο κ οι πελάτες γνώριζαν την κατάστασή του και δεν συνοριζόταν στις παραξενιές του. Πάντα ήταν καλοδεχούμενος σε όποιο καφενείο, από τα τέσσερα που διέθετε το χωριό, κι αν πήγαινε. Δεν είχε κακία μέσα του. Όταν ήταν στα κέφια του πείραζε τους πελάτες με αστεία κι αποδεχόταν κι αυτός τα πειράγματά τους. Όταν «είχε το φεγγάρι του» δεν ανεχόταν ούτε τα ρούχα που φορούσε. Να σημειωθεί όμως  ότι πάντοτε ήταν πεντακάθαρος και στα ρούχα και στο σώμα του. Αν ζητούσε ο πελάτης του καφενείου για δεύτερη φορά νερό, συχνά έπαιρνε από το Κωστάκι την απάντηση: «Ο ποταμός είναι κοντά»…

Όταν είχε «το φεγγάρι του» λοξοκοίταζε τον πελάτη, έπιανε τις καρέκλες και, με πρόσχημα πως τις ταχτοποιούσε, προκαλούσε θόρυβο σέρνοντας και χτυπώντας τις στο πάτωμα…

Αν ήταν στα κέφια του και περνούσε ξενοχωριανός καβάλα σε γαϊδουράκι, ήταν πρόθυμος να τον γιουχάρει φωνάζοντας «κρρρ»! Μιμούμενος το κρώξιμο των κοράκων, που εννοούσε πως ακολουθούσαν τάχα τον ταξιδιώτη, για να σπαράξουν το ετοιμοθάνατο γαϊδουράκι που καβαλίκευε ή και τον ίδιο τον ταξιδιώτη κατά περίπτωση…

Ήταν όμως πρόθυμος να πάει ως το πρατήριο του μονοπωλίου σιγαρέτων, για ν’ αγοράσει ένα πακέτο για ευκατάστατο πελάτη ή τρία  τσιγάρα χύμα για το φτωχό θεριακλή, όπως ήταν πρόθυμος να εχτελέσει κι άλλες παραγγελιές, με την προϋπόθεση πως «δεν είχε τσοι διαόλους του»…

Κατά τη διάρκεια της Γερμανοκατοχής οι καταχτητές είχαν επιτάξει το Ναό της Παναγίας της Πηγής και τον είχαν μετατρέψει σε αποθήκη όπλων και πυρομαχικών. Το πατρικό του Κωστακιού ήταν σχεδόν απέναντι από το Ναό. Τις πολύ ζεστές νύχτες του καλοκαιριού φαίνεται πως το Κωστάκι ανέβαινε και κοιμόταν στο δώμα, που ήταν από λεπιδόχωμα.  Κατά το χειμώνα του 1942/1943 νεαροί ΕΑΜίτες κατάφεραν να διαπράξουν κλοπή όπλων και πυρομαχικών από το Ναό-αποθήκη και να τα φυγαδεύσουν στο Αντάρτικο στις Αραβάνες. Μετά την κλοπή, οι Γερμανοί εγκατέστησαν κινούμενο σκοπό γύρο από το Ναό και φύλαγαν μέρα – νύχτα την αποθήκη τους.

Μια φεγγαρόλουστη καλοκαιρινή νύχτα το Κωστάκι, που  ήταν ως φαίνεται στη δόξα του,  μπήκε στον πειρασμό να πατάξει στο σκοπό. Κι όπως ήταν ξαπλωμένος στο δώμα παρακολουθούσε τις κινήσεις του. Σε κάποια στιγμή, που ο περιφερόμενος σκοπός είχε γυρίσει πλάτη προς τα δυτικά, το Κωστάκι ανασηκώθηκε κ εκσφενδόνισε προς το μέρος του σκοπού μικρή πέτρα. Αυτή έπεσε πίσω από τον σκοπό, ανάμεσα στα λουλούδια και τα δέντρα της αυλής του Ναού. Από το ελαφρό θρόισμα των φύλλων, που προκάλεσε η πέτρα, ο Γερμανός σκοπός θορυβήθηκε. Νόμισε ίσως ότι κάποιος κρυμμένος αντάρτης του επιτίθεται. Έκαμε γρήγορη κι απότομη στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών και, χωρίς να έχει την ψυχραιμία να κοιτάξει καν αν κάποιος βρίσκεται πίσω του, άδειασε το αυτόματό του!

Η ριπή ακούστηκε από τους σκοπούς των Γερμανικών στρατώνων, που η κατ’ ευθείαν  απόστασή τους είναι δεν είναι τριακόσια μέτρα. Αυτοί κάλεσαν αμέσως στα όπλα! Σήμανε συναγερμός! Κάποιες φωτοβολίδες έπεσαν. Και σε λίγα λεπτά τα μηχανοκίνητα τμήματα των καταχτητών ανέβαιναν από το αεροδρόμιο Πηγής και πεζά χτένιζαν το χωριό!

Ευτυχώς οι Γερμανοί, αφού οι μονάδες τους δε διαπίστωσαν καμιά κίνηση στο Χωριό, αποσύρθηκαν ήσυχα, χωρίς να διαταράξουν τον ύπνο των κατοίκων.

Το πράμα έμεινε ως εκεί. Πίστεψαν ίσως οι καταχτητές ότι ο σκοπός ήταν δειλός κι  από το φόβο του άκουγε κ έβλεπε φαντάσματα…

Ο άτυχος αυτός στρατιώτης ακούστηκε ότι τιμωρήθηκε σκληρά.

Το Κωστάκι έκανε γούστο ξαπλωμένος στο δώμα. Η ανοησία του όμως έθεσε σε μεγάλο κίνδυνο τους κατοίκους κι αυτή την ίδια την υπόσταση του χωριού, που όμως  το Κωστάκι δεν ήταν σε θέση ν’ αντιληφτεί…

Μετά το θάνατο της δυστυχισμένης της Δεσποινιώς, η κατάσταση  του Κωστακιού με τον καιρό χειροτέρευε. Κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970, οι χωριανοί το πήγαν στο ψυχιατρείο της Σούδας, όπου και κατέληξε στις 26.3.1981…

Η ορφανή  Βαγγελιά  παντρεύτηκε στις 23.2.1947 το Μανόλη Γεωργίου κ Ευαγγελίας Καρυδάκη (Καρυδομανόλη, 7.5.1910 -23.10.1979), κι απέχτησαν   …παιδιά.

Όμως, ίσως από  βαρυμένη κληρονομικότητα, ίσως από άλλους λόγους, η Βαγγέλα έδεσ’ ένα σχοινί στο κοντεμηρί της πόρτας κ έδωσε πρόωρο τέλος στη ζωή της…

Δεν επιθυμώ να πω περισσότερα. Πιστεύω πως έδωσα αρκετά στοιχεία για το χαρισματικό, πλην όμως «άτυχο», Αγιογράφο Στυλιανό πΚ. Χαμαράκη και γύρο από τη δυστυχισμέν’ οικογένεια που δημιούργησε κι άφησε φεύγοντας από τη ζωή.

Είναι λυπηρό που η Τέχνη έχασε σπουδαίο θεράποντα, που υποσχόταν πολλά και σίγουρα θα εξελισσόταν σε καλλιτέχνη πιο ώριμο, που θ’ απέδιδε έργο   πιο άρτιο και πιο μεγάλο. Η Εκκλησία, ένα πολύ πιστό μέλος της, που θα την υπηρετούσε ευσυνείδητα και θα της προσέφερε πολλά. Κ η Κοινότητα της Πηγής ένα παράγοντα πολιτισμού, που θα μπορούσε ν’ ανεβάσει την Κοινωνία της και ν’ αναδείξει την οικογένειά του.  Και τον προσδιορίζω παράγοντα πολιτισμού, γιατί θεωρώ πως η Ορθόδοξη Χριστιανική Αγιογραφία, όντας ανθρωποκεντρική, εκπολιτίζει κ εξυψώνει τον Άνθρωπο. Αλλά…

 

Θα ήθελα να παρακαλέσω τους Προκαθήμενους των Μητροπόλεων του «Νομού» Σεβασμιότατους Μητροπολίτες Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Ευγένιο και Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων Ειρηναίο, να συστήσουν στους Εφημέριους των Ενοριών και στους Ηγούμενους των Μοναστηριών  των δυο Μητροπόλεων του «Νομού», τους οποίους κ εγώ παρακαλώ, να προσέξουν τις υπογραφές και τις χρονολογίες, που φέρουν όλες οι φορητές εικόνες των Ναών των ενοριών του «Νομού» καθώς και τα ονόματα των καλλιτεχνών δημιουργών αυτού του θησαυρού, που καταστρέφεται απροστάτευτος, γιατί δεν εχτιμάται στην αξία του. Να συγκεντρωθούν στις Μητροπόλεις όλ’ αυτά τα στοιχεία. Και με την ευχή των Σεβασμιότατων Άξιων της αποστολής τους Προκαθημένων και την καθοδήγησή τους να καταρτιστεί επίτομος κατάλογος των Αγιογράφων και παράλληλα και των Εικόνων των Ιερών Προσώπων που υπάρχουν στους Ναούς, αλλά και στα Μουσεία των Μοναστηριών, των Μητροπόλεων κλπ., που θα έχει πολυσήμαντη σπουδαιότητα κ Ιστορική αξία. Εκκλησιαστική και καλλιτεχνική. Και μάλιστα θ’ αποχτήσει πιο μεγάλη αξία το αποτέλεσμα της προσπάθειας και θα καταστεί πολυτιμότερη η Προσφορά, εφόσον γίνει εφικτή έκδοση καλλιτεχνική όλων αυτών των στοιχείων και συμπεριλάβει κι από ένα τουλάχιστον αντιπροσωπευτικό έργο του κάθε Αγιογράφου κ ένα, έστω πολύ συνοπτικό,  βιογραφικό του…  

Η πρότασή μου αυτή απευθύνεται και στο Σύνδεσμο των σύγχρονών μας  Αγιογράφων, που εκπρόσωποί του εξέθεσαν και παρουσίασαν το αξιόλογο κ ευλογημένο καλλιτεχνικό έργο τους  στο ευρύτερο φιλόκαλο και φιλορθόδοξο Κοινό, με  τις τρεις Εκθέσεις, που έχουν οργανωθεί και παρουσιαστεί ως τώρα με την πρωτοβουλία, καθοδήγηση κ επιστασία του Σεβασμιοτάτου. Και παρακαλώ τα Μέλη του Συνδέσμου να επιδείξουν θερμό ενδιαφέρον για τη διάσωση, ανάδειξη και  προβολή των ονομάτων των συναδέλφων τους και της πολύ αξιόλογης καλλιτεχνικής δημιουργίας τους. Και για την Ιστορία του Τόπου. Και για την Εκκλησιαστική Ιστορία. Και για την Ιστορία της  μοναδικής  Ορθόδοξης Αγιογραφίας. Και τη Δόξα, που αναπέμπεται μέσω αυτής προς τον Άγιο Θεό.  Και για την Τιμή προς τα Πρόσωπα της Θεοτόκου και των Αγίων της Ορθοδοξίας.

 

Γράφτηκε στις 31.10.2014, με αφορμή την Τρίτη στη σειρά Έκθεση Αγιογραφίας, που οργάνωσε η Ι. Μ. Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, με πρωτοβουλία του Άξιου και Θεοφιλέστατου Προκαθήμενού Της Σεβασμιότατου Ευγενίου του Α’. Την ένταξή της στις εκδηλώσεις, που είχε την πρωτοβουλία να οργανώσει ο Σεβασμιότατος, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 190 χρόνων από το κακούργημα, που διέπραξε ο εχθρός και τη μεγάλη δόξα, που απόχτησε  η Εκκλησία του Ρεθέμνους εξαιτίας του γεγονότος του εγκλήματος. Κ έδωσε, με τον τρόπο αυτό, την ευκαιρία στο Ποίμνιό του κι όχι μόνο σ’ αυτό, ν’   αποδώσει Τιμή και Δόξα στους Τέσσερις Μελαμπιανούς Μάρτυρες, που αποκεφάλισαν στις 28.10.1824 οι αλλόδοξοι Τούρκοι καταχτητές στην πόλη του Ρεθέμνους. Γι’ αυτό  Του αξίζουν θερμά συγχαρητήρια.

Ο αποκεφαλισμός των Τεσσάρων Αγίων έγινε δημόσια. Οι κάτοικοι υποχρεώθηκαν να παρακολουθήσουν τη θηριωδία, γιατί ο καταχτητής επιδίωκε να τρομοκρατήσει και να παραδειγματίσει τους Ρεθεμνιώτες. Μόνο που αυτοί, δεν παραδειγματίστηκαν από την εγκληματική συμπεριφορά του εχθρού, αλλά ‘πό την καρτερία, το θάρρος και την εμμονή στην πίστη του Χριστού των Τεσσάρων αυτών Αγίων Μαρτύρων.  Των Μαρτύρων, που δεν αποδέχτηκαν τις πιέσεις που Τους ασκήθηκαν και να εξισλαμισθούν. Να δεχτούν ν’ ασπασθούν το Κοράνιο, για να σώσουν τη ζωή τους και ν’ αποχτήσουν «τσιφλίκια» κι αξιώματα. Έτσι, όπως έκαμαν ελάχιστοι σύγχρονοί Τους και προτίμησαν τότε τα «τσιφλίκια» και τ’ «αγαδικά κονάκια» με το κεφάλι ψηλά! Έτσι, όπως κάνουν πιο πολλοί σύγχρονοί μας, και προτιμούν σήμερα, και μάλιστα χωρίς να τους πιέσει ο εχθρός τη θρησκεία του Μαμωνά. Και, για τους ίδιους λόγους,  αποποιούνται το Χριστιανισμό.

Οι Άγιοι Τέσσερις δεν αρνήθηκαν την πίστη τους στο Χριστό. Αλλά προτίμησαν το θάνατο, και κέρδισαν την αιωνιότητα. Αρνήθηκαν να   εγκαταλείψουν  τον αληθινό Θεό κ εξασφάλισαν θέση μακάρων πιο κοντά στην Αγιότητά Του. Αυτό παραδειγμάτισε τους Χριστιανούς του Ρεθέμνους τότε κι όχι η απεχθής εγκληματική πράξη του Καταχτητή. Τους παραδειγμάτισε ακόμη κ η διαβεβαίωση της Αγιότητας των Μαρτύρων Αυτών και της αποδοχής της θυσίας Τους από τον Άγιο Θεό, με θαυμαστά φαινόμενα, που παρατηρήθηκαν στ’ Άγια Λείψανά Τους ενώ ακόμη έμεναν άταφα…

Ευχαριστώ και συγχαίρω το Σεβασμιότατο  Μητροπολίτη Ευγένιο, που ανέδειξε το γεγονός, με την πρωτοβουλία του να δώσει σ’ αυτό έντονο εορταστικό χαραχτήρα. Πανηγυρικό! Όχι για την προβολή της βάρβαρης πράξης του, εξάλλου γνωστού για την αιμοβορία του, συγκεκριμένου εχθρού, εμφανή κι αφανή. Αλλά για την προβολή της αξιόπρεπης, της αντρίκιας, της χωρίς ενδοιασμό  και με σταθερή κι ακλόνητη αποφασιστικότητα στάσης και πίστης των Αγίων Τεσσάρων… 

Παραθέτω τρεις εικόνες δείγματα φιλοτεχνημένες από το Στυλιανό πΚ. Χαμαράκη, που υπάρχουν στο  Τέμπλο του Ι. Ν. των Εισοδίων της Θεοτόκου του οικισμού Πηγής. Όλες ενυπόγραφες:

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Στυλιανός πΚ. Χαμαράκης (Αγιογράφος) του Μαρίνου Γαλανάκη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ