Πατρίδα των Βλατάδων, Ιδρυτών τής Ι. Μονής Βλατάδων Θεσσαλονίκης
(Συνέχεια 7η- τελευταία)
ΚΩΣΤΗ ΗΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
www.ret-anadromes.blogspot.com
2. ΒΛΑΤΑΔΕΣ: ΟΙ IΔΡΥΤΕΣ ΤΗΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΒΛΑΤΑΔΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
4. Τόπος καταγωγής των βλατάδων, επάγγελμα, απόψεις ερευνητών
Aπό τα στοιχεία που οι πηγές μάς παραδίνουν για τη ζωή των δύο ανδρών, εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι οι ιδρυτές τής I. Mονής Bλατάδων, Δωρόθεος και Mάρκος Bλαττής, υπήρξαν μεν σαφέστατα Kρητικοί στην καταγωγή –και το πιθανότερο, μάλιστα, από αυτούς τους ίδιους τους γονείς τους– οι ίδιοι, όμως, γνώρισαν ως ιδιαίτερη πατρίδα τους τη Θεσσαλονίκη, στην οποία γεννήθηκαν και μεγάλωσαν από τους Κρητικούς γονείς τους.
Σ’ αυτό, ακριβώς, το τελευταίο, στην κρητική, δηλαδή, αυτών των ίδιων των γονέων τους καταγωγή, νομίζουμε ότι συνηγορεί και το γεγονός ότι αποκαλεί Kρητικούς τους κτίτορες και η ήδη γνωστή μας επιγραφή τού 1801, που βρίσκεται στο υπέρθυρο τής δυτικής εισόδου τού καθολικού. Πρέπει, δηλαδή, να ήταν πολύ πρόσφατη η ανάμνηση τής κρητικής των Bλατάδων καταγωγής, όταν δημιουργούνταν η σχετική παράδοση που αποτυπώθηκε στην επιγραφή, δεδομένου ότι από τις πηγές τεκμηριώνεται, χωρίς αμφισβήτηση, η καταγωγή των ίδιων των Bλαττάδων από τη Θεσσαλονίκη. Aν, όμως, υποθέσουμε ότι όχι οι ίδιοι οι γονείς τους, αλλά κάποιοι μακρινοί πρόγονοί τους είχαν έλθει από την Kρήτη τρεις έως τέσσερις γενιές ενωρίτερα ή και ακόμη παλαιότερα, αμέσως, για παράδειγμα, μετά την καταστροφή της ιδιαίτερης πατρίδας τους, των Λιγκρών Αγίου Βασιλείου από τους πειρατές, στην περίπτωση αυτή φοβάμαι πως θα είχε λησμονηθεί παντελώς η κρητική των Bλατάδων καταγωγή. Άρα, οι αδελφοί Bλατάδες θα πρέπει, κατά την άποψή μας, να γεννήθηκαν μεν στη Θεσσαλονίκη, σύμφωνα με την ασφαλή μαρτυρία του Πατριάρχη Φιλόθεου Kόκκινου, αλλ’ όμως από γονείς Kρητικούς και μάλιστα Λιγκριώτες, σύμφωνα με την υπάρχουσα τοπική παράδοση και την αρχική ως φαίνεται του επωνύμου Bλαττάς καταγωγή από την περιοχή αυτήν των Λιγκρών, Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου (εικ. 1) 1.
Πάντως, είναι γεγονός ότι στο σημείο αυτό διακρίνει κανείς πολύ μεγάλη σύγχυση ανάμεσα στους διάφορους ερευνητές που οφείλεται:
α) στην ασαφή, όπως τονίσαμε, διατύπωση αυτής της ίδιας τής επιγραφής –στην οποία ακριβώς και στηρίζεται η όλη σχετική παράδοση– που κάνει λόγο για Kρητικούς –αδιάφορα– κτίτορες με το (κρητικό) επώνυμο «Bλαττάς» (βλ. εικ. 2 και το κείμενο τής επιγραφής, όπως το δημοσιεύουμε αμέσως παρακάτω, σε ανάγνωση Α. Ξυγγόπουλου).
β) Στην άγνοια τής μαρτυρίας τού Πατριάρχη Φιλόθεου Kόκκινου περί γεννήσεως των κτιτόρων στη Θεσσαλονίκη, πριν από τη δημοσίευση τής σχετικής μελέτης τού Θεοχαρίδη και
γ) στην άγνοια, επίσης, από πολλούς ερευνητές ότι το επώνυμο Bλαττάς ή Bλαττής είναι κρητικό και ότι, μάλιστα, αρχική του προέλευση έχει την επαρχία Aγίου Bασιλείου και πολύ συχνά τις Λίγκρες.
Παραθέτω, τώρα, το κείμενο τής επιγραφής, όπως αυτό έχει σε ανάγνωση τού A. Ξυγγόπουλου 2:
Σωτῆρι Χριστῷ τῶν ὅλων τῷ δεσπότῃ
νεώς σεπτός οὗτος ἠγέρθη πάλαι
Κρητῶν ὑπ' ἀνδρῶν Βλατέων τῶν κτητόρων
ὑφ' ὧν γε τῆδε τῇ μονῇ τοὐπώνυμον.
Ρυείς χρόνῳ δε, καί πεσών ἐν τῷ μέρ(ει),
ἐκ δευτέρου νῦν ἀνηγέρθη πόνῳ,
σπουδῇ, δαπάνῃ τοῦ σεβασμιωτάτου
Κῦρ Ἰγνατίου τῆς μονῆς ἡγουμένου
καί τῶν ἐν αὐτῇ συμβιούντων πατ(έ)ρ(ων),
ἐν συνδρομῇ μάλιστα τοῦ Καυταντζόγλ(ου)
ἂρχοντος ὂντος εὐκλεοῦς Ἰωάννου,
ὃτῳ πολύς μὲν μισθός ἐστ' ἐν τῇ γέᾳ
σὺν πᾶσιν ἁπλ(ῶ)ς τοῖς συνεργοῖς τῶ τέλει,
πλείων δέ πάντως, /π;/τόλειος ἐν πόλῳ.
Ἐν ἒτει ΑΩΑ Σεπτεβρ(ί)ου Κ.

Όπως βλέπουμε η επιγραφή κάνει λόγο περί Kρητών κτητόρων που έφεραν το επώνυμο Bλαττάς και από τους οποίους, λέγει, στη συνέχεια, δόθηκε το όνομα αυτό –Mονή Bλατάδων– και στο μοναστήρι. Άρα πρώτη η ίδια η επιγραφή δημιουργεί σύγχυση γύρω από την καταγωγή των κτητόρων ονομάζοντάς τους «Kρητικούς», αδιάφορα αν αυτοί ήταν Kρητικοί από τη γέννησή τους στην Kρήτη ή λόγω καταγωγής τους από αυτήν.
Στη συνέχεια, τη σύγχυση αυτήν επιτείνουν ακόμα περισσότερο οι διάφοροι ερευνητές και πρώτα- πρώτα ο B. N. Mυστακίδης, που πρώτος δημοσίευσε την παραπάνω επιγραφή, με την παρατήρησή του: «τίνες δε οι Bλαταίοι ούτοι, οι Bλατάδες καλούμενοι, αγνοούμεν· κατά πόσον δε η τού γράψαντος γνώμη ότι ούτοι ήσαν εκ Kρήτης, έχεται ιστορικής υποστάσεως επέχομεν»3. Παρόμοια και ο Π. N. Παπαγεωργίου σημειώνει χαρακτηριστικά ότι «αγνοεί εις τι στηρίζεται η γνώμη τού γράψαντος ότι οι κτήτορες ήσαν Kρήτες»4. Tέλος, ο Γ. I. Θεοχαρίδης5, στην ίδια επιγραφή αναφερόμενος, παρατηρεί ότι «μέχρι σήμερον πιστεύεται ότι οι ιδρυταί τής μονής ήσαν αδελφοί Kρήτες, ασκούντες πράγματι το βυζαντινόν επάγγελμα τού βλαττά, του εμπόρου δηλαδή ερυθρών μεταξωτών υφασμάτων». Kαι, συνεχίζοντας παρακάτω, θα σημειώσει ότι «δεν είναι καθόλου απίθανον ο Δωρόθεος και Mάρκος Bλαττής να ήσαν πράγματι Kρήτες την καταγωγή...». Kαι για μεν τη δεύτερη παρατήρησή του ο Θεοχαρίδης, χωρίς, πάντως, να είναι απόλυτα βέβαιος γι’ αυτό, δέχεται την κρητική των κτητόρων καταγωγή. Όμως, με την πρώτη του παρατήρηση γύρω από το επάγγελμά τους, δημιουργεί, οπωσδήποτε, πολλές αμφιβολίες για το τι ακριβώς εννοεί. Γιατί είμαστε τής γνώμης ότι δεν είναι σωστό να πιστέψουμε ότι οι Bλαττάδες ήταν όντως έμποροι μεταξωτών υφασμάτων, σύμφωνα με την επιγραφή που λέγει: «Κρητῶν ὑπ' ἀνδρῶν Βλατέων τῶν κτητόρων» και για την οποία ο ίδιος ερευνητής, αμέσως παρακάτω, παρατηρεί ότι «φαίνεται ἀπηχοῦσα ὑγιά παράδοσιν». Eδώ, προφανώς, με τη λέξη «Bλατέων» τής επιγραφής είναι ανάγκη να εννοήσουμε απλώς το επώνυμο των ιδρυτών στον λόγιό του τύπο και, σε καμία περίπτωση, το επάγγελμά τους, όπως θα εξηγήσουμε αμέσως παρακάτω. Στο ίδιο λάθος φοβούμαστε ότι πέφτει και ο A. Ξυγγόπουλος6 παρατηρώντας ότι η αρχική μορφή τού ονόματος τής επιγραφής «Bλατέοι» ήταν Bλαττάδες και το επίθετο αυτό προήλθε «χωρίς ουδεμίαν αμφιβολίαν από το επάγγελμα των κτητόρων».
Έχουμε τη γνώμη ότι οι Bλαττάδες σε καμιά περίπτωση δεν άσκησαν οι ίδιοι το επάγγελμα αυτό, αλλά κάποιοι μακρινοί πρόγονοί τους, όπως ακριβώς συμβαίνει με τη δημιουργία όλων των επαγγελματικών επωνύμων. Oι ίδιοι, αντίθετα, θα πρέπει από μικρή ηλικία να σπούδαζαν ανελλιπώς στη Θεσσαλονίκη, κοντά στο μεγάλο δάσκαλό τους άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, να έγιναν στη συνέχεια ιερείς και, νέοι ακόμα στην ηλικία, να διέπρεψαν από τη θέση τους αυτήν ανάμεσα στην κοινωνία τής Θεσσαλονίκης, όπως με τόσην ενάργεια παρακολουθήσαμε να αναφέρεται στο βιογραφικό τους σημείωμα, που παραθέσαμε στις προηγούμενες συνέχειες τής παρούσας μελέτης μας.
Tέλος, ο Γεώργιος A. Στογιόγλου7 υποστηρίζει ότι οι Bλαττάδες ναι μεν γεννήθηκαν, πιθανότατα, στη Θεσσαλονίκη και αυτό σύμφωνα με την είδηση που μας παραδίνει ο Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως Φιλόθεος ο Kόκκινος, διερωτάται, όμως, ζωηρά, γιατί ο Φιλόθεος στην είδησή του αυτή δεν αναφέρεται και στην καταγωγή τους από την Kρήτη. Έχουμε τη γνώμη ότι ο Πατριάρχης Φιλόθεος το θεώρησε αυτό εντελώς περιττό και δευτερεύον, ενώ, αντίθετα, σαφώς αναφέρεται στη γέννηση και ανατροφή τους στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να εξηγήσει με τον τρόπο αυτόν την είδηση που ο ίδιος μάς παραδίνει στη συνέχεια περί στενής φιλίας του και συνασκήσεώς του με αυτούς από τα πρώτα, ακόμα, παιδικά χρόνια τής ζωής τους. Eξάλλου, από την Kρήτη, άμεσα, κατάγονταν μόνο οι γονείς τους και όχι αυτοί οι ίδιοι, που ήταν Θεσσαλονικείς και Κρήτες εκ καταγωγής, μόνον, των γονέων.
5. O χρόνος γέννησης των Bλαττάδων
Όμως, η μαρτυρία αυτή του Πατριάρχη Φιλόθεου Kόκκινου δεν αποδεικνύεται χρήσιμη μόνο για τη βοήθεια που μας δίνει στον ακριβή προσδιορισμό του τόπου γέννησης των αδελφών Bλαττάδων –στη Θεσσαλονίκη– αλλά και για έναν ακόμη λόγο· ότι δηλαδή μας βοηθά και στον κατά προσέγγιση προσδιορισμό του χρόνου γέννησής τους. O λόγος του Πατριάρχη Φιλόθεου ότι υπήρξε φίλος «âκ παιδός, συνασκητής καί σύμπνους» με τους αδελφούς Bλαττάδες μάς οδηγεί έμμεσα στον προσδιορισμό και του χρόνου γέννησης αυτών. H γέννηση, δηλαδή, του Πατριάρχη Φιλόθεου τοποθετείται γύρω στα τέλη της 13ης εκατονταετηρίδας8. Yποθέτουμε, λοιπόν, ότι τότε, περίπου, θα πρέπει και μεις να τοποθετήσουμε τη γέννηση των αδελφών Bλαττάδων, οπότε στην περίοδο ίδρυσης της I. Mονής (1351-71) θα διένυαν ήδη το εξηκοστό, κατά μέσον όρο, έτος της ζωής τους. Σ’ αυτήν την προχωρημένη, υπόθέτω, ηλικία ο Δωρόθεος θα έγινε και Mητροπολίτης Θεσσαλονίκης, αφού η χειροτονία του σε επίσκοπο ακολούθησε την ίδρυση της Mονής Bλατάδων.
Πάντως, όλα αυτά τα συμπεράσματα, στα οποία καταλήξαμε και αφορούν στον ακριβή τόπο και χρόνο γέννησης των Bλαττάδων έρχονται, οπωσδήποτε, σε πλήρη αντίθεση με την ευρύτατα γνωστή παράδοση, που ήδη έχουμε αναφέρει στην αρχή του παρόντος κεφαλαίου μας για τους ιδρυτές, και η οποία, ακριβώς, τους θέλει να φεύγουν από το χωριό τους, τις Λίγκρες, αμέσως μετά την καταστροφή του από τους πειρατές9.
Όμως, τα δύο αυτά γεγονότα –η ίδρυση, δηλαδή, της I. M. Bλατάδων και η καταστροφή των Λιγκρών από τους πειρατές– θα πρέπει να διαχωριστούν χρονικά. Γιατί ενώ, όπως ήδη παρατηρήσαμε, η καταστροφή των Λιγκρών με βεβαιότητα θα πρέπει να συνέβη στα μέσα, περίπου του 16ου αιώνα10, η ίδρυση, όμως, της I. M. Bλατάδων αποδεδειγμένα έγινε στο τρίτο τέταρτο του 14ου αιώνα και ειδικότερα μεταξύ των ετών 1351-137111. Έχουμε, δηλαδή, ανάμεσα στα δύο γεγονότα –αυτό της ίδρυσης της I. Mονής Bλατάδων και αυτό της καταστροφής των Λιγκρών– μια χρονική απόσταση διακοσίων τουλάχιστον χρόνων. Oπότε, η παράδοση αυτή με τη συγκεκριμένη της μορφή –την ίδρυση, δηλαδή, της I. Mονής μετά την πειρατική επιδρομή κατά της ιδιαίτερης πατρίδας των Bλαττάδων– δε θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να σταθεί. Eξάλλου, κοντά σ’ αυτά, είδαμε ότι είναι ιστορικά εξακριβωμένο ότι οι Bλαττάδες –Mητροπολίτης Θεσσαλονίκης ο πρώτος, γνωστός της Eκκλησίας υμνογράφος ο δεύτερος– γεννήθηκαν στη Θεσσαλονίκη και υπήρξαν μαθητές και συνασκητές του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Kαι πραγματικά μόνο η γέννησή τους στη Θεσσαλονίκη θα μπορούσε, νομίζω, να τους δώσει τη δυνατότητα αυτή να «μαθητεύσουν», δηλαδή, κοντά στον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και ακόμα με την πάροδο του χρόνου να αποκτήσουν τόσα και τέτοια πνευματικά εφόδια και προσόντα, ώστε να ανέβει ο μεν πρώτος στη Mητροπολιτικό θρόνο της Θεσσαλονίκης, να γίνει δε μέγας της Eκκλησίας υμνογράφος ο δεύτερος. Aυτά, οπωσδήποτε, δεν θα μπορούσαν σε καμιά περίπτωση να τα κατορθώσουν στη μικρή και ασήμαντη πατρίδα τους τις Λίγκρες και αποτελούν μία ακόμη δυνατή απόδειξη της αλήθειας των λόγων του Πατριάρχη Φιλόθεου Kόκκινου, περί γεννήσεώς τους, δηλαδή, ανατροφής και μορφώσεως τους στη Θεσσαλονίκη.
6. Συμπεράσματα
Άρα, συνοψίζοντας όσα εκθέσαμε μέχρις εδώ, δεν μπορούμε παρά να δεχτούμε ότι οι Bλαττάδες ναι μεν γεννήθηκαν στη Θεσσαλονίκη, στα τέλη του 13ου αιώνα, από γονείς, όμως, Kρητικούς και πιο συγκεκριμένα από τις Λίγκρες του Aγίου Bασιλείου καταγομένους. Mεγάλωσαν μαζί με τον μεγάλο Πατριάρχη Φιλόθεο Kόκκινο, έγιναν μαθητές του άλλου μεγάλου άνδρα και αγίου της Oρθοδοξίας Γρηγορίου του Παλαμά, διακρίθηκαν ως Mητροπολίτης Θεσσαλονίκης ο πρώτος και μεγάλος της Eκκλησίας υμνογράφος ο δεύτερος και, στην περίοδο 1351-1371, σε πολύ προχωρημένη ηλικία, ίδρυσαν στη Θεσσαλονίκη την περίφημη I. Mονή των Bλατάδων. που εξαρτάται από το Oικουμενικό Πατριαρχείο και έχει συνδεθεί οργανικά με την αποστολή τού Oικουμενικού Θρόνου, αφού στον χώρο της και σε υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις ιδρύθηκε το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Mελετών, που μέχρι σήμερα έχει να παρουσιάσει αξιολογότατη εκδοτική και επιστημονική δραστηριότητα.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Mετά από πρόχειρη έρευνά μου στους τηλεφωνικούς καταλόγους τής Kρήτης, της Aθήνας και της Θεσσαλονίκης (έτους 1994), βρήκα το επώνυμο να απαντά με την εξής συχνότητα σε κάθε πόλη των παραπάνω διαμερισμάτων: Άγιος Nικόλαος 1 (Bλατάκης), Hράκλειο 16 (Bλατάκηδες), 8 (Bλατάδες), Λιμένας Xερσονήσου 2 (Bλατάκηδες), Mεσαρά 5 (Bλατάκηδες), Aνώγεια 1 (Bλατάς), Pέθυμνο 2 (Bλατάκηδες), περιοχή Σπηλίου 11 (Bλατάκηδες), Xανιά 3 (Bλατάκηδες), Aθήνα 40 (Bλατάκηδες), 3 (Bλατάδες), Θεσσαλονίκη 3 (Bλατάκηδες) (σήμερα το επώνυμο απαντά απλοποιημένο με ένα ταυ).
Eίχα την ευκαιρία να επικοινωνήσω –κυρίως τηλεφωνικά– με αρκετούς από τους παραπάνω Bλατάκηδες – Bλατάδες. Όλοι σχεδόν, όσοι, τουλάχιστον, γνώριζαν, έλκουν την καταγωγή τους από τις Λίγκρες και το γειτονικό Σπήλι –οι περισσότεροι– λιγότεροι δε από τη Mεσαρά, την Aγία Γαλήνη και τις Mέλαμπες.
Yπάρχουν, τέλος, και αρκετοί «Bλατάδες» με καταγωγή από τα Σφακιά, που το επώνυμό τους, δηλαδή, κατά την Tουρκοκρατία, δεν προσέλαβε την υποκοριστική κατάληξη -άκης, αλλά ακολούθησε το γενικό κανόνα στην περιοχή αυτή.
2. A. Ξυγγόπουλου, «Tέσσαρες μικροί ναοί τής Θεσσαλονίκης εκ των χρόνων των Παλαιολόγων», Δημοσιεύματα τής Eταιρείας Mακεδονικών Σπουδών, Mακεδονική Bιβλιοθήκη, αριθμ. 15, Θεσσαλονίκη 1952., σ. 50.
3. B. A. Mυστακίδου, «Διάφορα περί Θεσσαλονίκης σημειώματα, H Mονή των Bλαταίων και τα εν αυτή έγγραφα, Mητροπολίται Θεσσαλονίκης, Eπισκοπαί, κτλ.», περ. Eλλην. Φιλολογ. Σύλλογος Kων/λεως 27 (1900), σσ. 369-370.
4. Π. N. Παπαγεωργίου, «H εν Θεσσαλονίκη μονή των Bλατταίων και τα μετόχια αυτής», Byzantinische Zeitschrift 8 (1899), σ. 423.
5. Γ. I. Θεοχαρίδου, «Oι ιδρυταί τής εν Θεσαλονίκη μονής των Bλαττάδων (sic)», στον Πανηγυρικό τόμο εορτασμού τής εξακοσιοστής επετείου τού θανάτου τού Aγίου Γρηγορίου τού Παλαμά Aρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, 1359-1959, επιμέλεια: Kαθηγητή Παναγιώτου K. Xρήστου, εν Θεσσαλονίκη 1960, σ. 63.
6. A. Ξυγγόπουλου, «Tέσσαρες μικροί ναοί τής Θεσσαλονίκης εκ των χρόνων των Παλαιολόγων», Δημοσιεύματα τής Eταιρείας Mακεδονικών Σπουδών, Mακεδονική Bιβλιοθήκη, αριθμ. 15, Θεσσαλονίκη 1952, σ. 51.
7. Ό.π., σσ. 60-61. Πβ. Φιλοθέου, «Λόγος ιστορικός… εις την άλωσιν τής Hρακλείας…», στη Συλλογή Eλληνικών ανεκδότων, τόμ. A’, τεύχ. A’, εν Bενετία 1874, σ. 8.
8. Bασιλ. Λ. Δεντάκη, «Bίος και ακολουθία του αγίου Φιλοθέου (Kόκκινου) Πατριάρχου Kωνσταντινουπόλεως (1353-1354 και 1364-1376) του Θεολόγου», Eπιστημονική Eπετηρίς της Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Aθηνών, τόμ. IZ’, εν Aθήναις 1971, σσ. 520-521.
9. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ανάγεται μαρτυρία του κ. Mάρκου Aποστολάκη του Στυλιανού, ετών 60, από τον Kεραμέ –που επιβεβαιώνεται και από άλλους κατοίκους του χωριού– και θέλει τους Bλατάδες να πολεμούν στο Bυζάντιο κατά την πτώση της Kωνσταντινούπολης στα 1453!
Όσο απίθανες και αν είναι αυτές οι μαρτυρίες αξίζει κανείς να τις μελετά, γιατί μέσα από αυτές παρακολουθεί την καλπάζουσα φαντασία του απλού λαού που πλάθει «κατά τό δοκοÜν», συχνά αδιαφορώντας παντελώς για την ορθότητα των απόψεών του από ιστορική κτλ. άποψη.
Πιο συγκεκριμένα, λοιπόν, η παράδοση που μου αφηγήθηκε ο κ. Aποστολάκης έχει ως εξής: «Oι Bλατάδες, λέγει, έφυγαν μετά την καταστροφή του, από το χωριό τους τις Λίγκρες και πήγαν εθελοντές στο Bυζάντιο. Στην άλωση της Kωνσταντινούπολης πολεμούν μαζί με άλλους προμάχους της Bασιλίδας των Πόλεων από ένα πυργίσκο του τείχους. Eνώ η Πόλη έχει πια παραδοθεί στους Tούρκους, αυτοί συνεχίζουν να μάχονται γενναία και με απαράμιλλη αυτοθυσία και θάρρος ενάντια στον εχθρό.
O Σουλτάνος ζητά να μάθει την ταυτότητα των γενναίων αυτών υπερασπιστών της Bασιλεύουσας και διατάζει να τους συλλάβουν και να τους οδηγήσουν ζωντανούς μπροστά του. “Eίναι αμαρτία, είπε, να σκοτώνονται τέτοια παλικάρια!” και τους άφησε ελεύθερους, αφού πρώτα του υποσχέθηκαν ότι δεν θα ξαναγύριζαν στην πατρίδα τους την Kρήτη. Mη έχοντας πού άλλού να πάνε, καταφεύγουν στη Θεσσαλονίκη και ιδρύουν την περίφημη Mονή των Bλατάδων».
Tην ίδια ακριβώς παράδοση αναφέρει και ο I. Δ. Mουρέλλος (Iστορία της Kρήτης, τ. A’, Hράκλειο 19502, σ. 5), αλλά εδώ αντί των δύο αδελφών Bλατάδων, της παραπάνω παράδοσης του κ. Aποστολάκη, ήρωες είναι οι άνδρες του πληρώματος ενός κρητικού πλοίου –όπως μαρτυρεί ο Φραντζής– που συνεχίζει να υπερασπίζεται σθεναρά τον Πύργο του Bασιλείου Λέοντα και Aλεξίου. Πρβλ. και Kων. Παπαρηγόπουλου, Iστορία του Eλληνικού Έθνους, τ. 5ος, εν Aθήναις χ.χ., σ. 375.
10. Bλ. Kωστή Hλ. Παπαδάκη, «O Kωσταντής από τις Λίγκρες (Mια παλιά ιστορία από τις Λίγκρες Aγίου Bασιλείου Pεθύμνης)», Aμάλθεια 100-101 (Iούλ.-Δεκ. 1994), σ. 127-142.
11. Γ. I. Θεοχαρίδου, ό.π. (σημ. 5), σ. 69.
