-Έχετε τρυγές(1), κρασότρυγες ες ες, προβές, προβίδια απ’ αρκαλές, από ζουρίδες, αγοράζω ω ω.
-Γλάκα μπρε, ώσαμε(2) να βάλω τα στιβάνια μου να τονε σταματήσεις να του δώσω απού ‘χω αναμαζωμένες στο πυθάρι.
-Γιαγιά μου μη μ-πας γιατί θα με δώσει ο παππούς μου του τρυγηδά… και γκαργκανίστηκενε(3) απάνω τζη κι έκλαιγενε και σκλήριζενε το άζουδο(4) το Σηφαλιό κι έτριβιενε τα μάθια ν-του με τσι χούφτες του.
-Είδες εδά είντα κουζουλάδες κάνεις, φοβερίζεις το κοπέλι να σπάσει ο αντίχολός του; Ήβρικες το δα Στελιανάκη περσιγκί(5), ά γ-κάμει ζημιά; «Θα σε δώσω του Τρυγηδά», ά δε χαφτεί(6), ά δε γ-κοιμηθεί; «Θα σε δώσω του Τρυγηδά», είντα χωρατάδες μα το Θιός(7) είναι τουτεσάς;
-Έλα ‘πα Σηφαλιό μου, μα ‘γω σε χωρατεύγω αντράκι μου, ακλούθα μου να πορίσομενε όξω, να τονε δεις το γ-κυρ Ανέστη είντα καλός α πούναι! Το παρηγόρανε ο παππούς του.
Τη ν-ιδιαμένη ώρα εφάνηκενε στη μ-πόρτα ο τρυγηδάς.
-Έλα ‘πα κι έχομενε μερικές τρυγές να δούμενε α συβαστούμενε στο παζάρι να τσι πάρεις.
-Να ‘ρθω θέλει οπουγιά γιατί θα το διαλαλήσω στο χωριό να χαζιρευτούνε.
Άκουσενε η γ-Αργυρένια τσι σκληρές του κοπελιού τζη κι έφταξενε γλακιχτή και το πρεμάζοξενε. Τ’ άφηκενε τση μάνας τση κι αντιγυάϊρενε γιαμιάς στο κονάκι τω μ-πεθερικό τζη.
-Ε! κοντό(8) αφεντάκι τσι τρυγές θα πουλήσεις;
-Ναι Αργυρένια είναι σα μισό πιθάρι να τσι δώσω ν’ αδειάσει –να το παστρέψω να βάλομενε το φρέσκο λάδι.
-Όσκιες(9) να μη τζη πουλήσεις γιατ’ έω σκοπό να χαζιρέψω σαπούνι.
-Είντα λογάσαι, αν του τσι δώσω αυτός θα μα σε δώσει σαπούνι να το πάρεις χαζίρικο να μη μ-παιδεύγεσαι.
-Αυτός θα σου τσι φάει τζάμπα δε ν-το κατέεις πούρι(10).
-Άκουσε Αργυρένια, κοπελιά μου, εγώ ίδια δα(α) θα πάρω το βιτσαλάκι μου, να πάω στα έχνη και θα σου τσ’ αφήσω, να τσι κουτουλιέσαι(11), χαλάλι σου φτάνει ν’ αδειάσει το πυθάρι.
Κατεβαίνει η γι – Αργυρένια στο μαγατζέ(12) βρίχνει το πυθάρι κι ήτανε κοντά ως τη μέση με τσι τρυγές. Αναμπούκωσενε(13) τη μανίκα τζη κι έμπηξενε τη χέρα τζη μέσα μέχρι τη ν-αμπασκάλη, μα τρυγιά δε ν-έπιασενε, κι ας μισό μέτρο ‘τανε το καθαρό λάδι, λαπάντε(14).
Απάνω στη ν-ώρα επρόβαλενε τη μουτσούνα ν-του ο κυρ Ανέστης ο τρυγηδάς με τη λιγδιασμένη φορεσιά ν-του και την αλατζαδένια(15) ποδιά, απού χενε αμπρουλιασμένη απού το γ-καφά(16) και τζιμπροδεμένη στη μέση ν-του με δυο γαργερά τσικούρια(17). Στη μέση τση προσποδιάς ήτανε ραμμένη μια βαθέ τσέπη, απού φουκάρωνε τα καλολοείδια και τα τραταμέντα απού το ν-αποχερίζανε(18) οι χωριανοί. Ούλοι τονε κερνούσανε αν ήττο σου(β) ένα φρούτο!
Αυτός όμως ήτανε μαριόλος κι αλεπονούσης κι έτρωενε το χάκι τω ν’ ανθρώπω, αν αξίζανε εκατό τα πράματα π’ αγόραζενε τωνε δινε μόνο δέκα.
-Καλώς το γ-κύριο Ανέστη, του ‘πενε η γι – Αργυρένια κόπιασε ‘πα να σου δείξω τσι τρυγιές, βάλε τη χέρα σου στο πιθάρι, μπάταρε(19) πόσα θα μου δώσεις…
Εμπρουμούτισενε(20) στη γκουρούπα κι επασπάτεψενε(21) τσι τρυγές… αναντράνισενε(22), επάστρεψενε(23) τη χερούκλα ν-του στη λιγδιασμένη ποδιά και τη ρώτηξενε.
-Ε! κι είντα θα δώσουμενε ‘πα νοικοκερά;
Αυτή μουδέ ‘κοψε, μουδέ ‘ριξε(γ) του λέει γιαμιάς: «Δυο εκατοστάρικα και δέκα πλάκες σαπούνι!
-Ω! Διάσκατσε(δ)! Μωρή για μέλι πουλείς τσι τρυγές; Που ‘ναι ο Στελιανάκης, ο πεθερός σου, μα γω με τσι γυναίκες δε γ-κάνω παζάρια.
-Γιάντα μπάρμπα;
-Γιατί δε νογούνε, είπα σου να σου δώσω δέκα και πέντε πλάκες σαπούνι, συμφωνείς, γη να γκάψω ο θε μπέρα(ε΄).
-Σού ‘πα διακόσες και δέκα πλάκες, ακατέβατα.
-Μα χωρατεύγεις; Δε σκαμπάζεις από χαμπάρι κακονίζικη...
Τα λιοβασιλέματα απού ‘φερενε τα έχνη ο Στελιανάκης και ‘μαθενε πως ήτανε απούλητες οι τρυγές εγιούργιαρενε(24) τη νύφη ν-του.
-Μα δε μου ‘πες αφεντάκι να τσι κάμω ότι θέλω; Εγώ θα μαζώξω το καθαρό λάδι να το πουλήσω και τ’ αποδέλοιπο θα κάμω σαπούνι, απού χω τόση φαμελιά κι ‘χω τόση λάτρα(25) του σπιθιού.
-Επρόβαλενε κι η πεθερά τζη, τη ψυχοπονέθηκε και τση πενε.
-Εσύ παιδί μου δε στένεσαι σε χλωρό κλαδί(στ΄) μόνο ταλαποδέρνεις(26) μέρα νύχτα, που θα βρεις καιρό να ντουρντίζεις(27) και σαπούνι.
-Για μένα πράμα δε ν-είναι δύσκολο μάνα!
Το δε μέρα, αποδιαφώτιστα εκατέβηκενε η γι-Αργυρένια με το ν-άντρα τζη στο μαγατζέ. Επρεμαζώξανε απάνω απού τσι τρυγές το λάδι, εγεμίσανε ‘να ασκάκι, το δώκανε του Κυρατζή(28) να το πουλήσει στη χώρα. Απής(29) εκατάστεσενε τα κοπέλια, εμάζωξενε τα χοντρόλαδα από πάνω απού τσι τρυγές και ντούρντισενε μπόλικο σαπούνι για τη λάτρα μιας χρονές.
Σε κάμποσες μέρες απού ‘ρθενε ο τρυγηδάς του πούλησενε ό,τι απόμεινενε στο πυθάρι και τση δωκενε δέκα και πέντε πλάκες σαπούνι...
Υ.Γ. Συνταγή για σαπούνι χτυπητό
7 κιλά και 800 γραμ. λάδι
2 κιλά και 600 γραμ. νερό
1 κιλό καυστική σόδα
Εκτέλεση
Σ’ ένα πλαστικό δοχείο βάνω το ζεστό νερό και ρίχνω την καυστική σόδα. Αμέσως φεύγω. Όταν χλιαρίνει το μείγμα ρίχνω λίγο – λίγο το λάδι και χτυπώ μ’ ένα ξύλο κάθε μια ώρα. Όταν γίνει παχύρευστο το ρίχνω σε καλούπια. Σε μια δυο μέρες το κόβομε και τ’αφήνομε σε δροσερό μέρος να ξεραθεί.
Σαπούνι για όλα τα νοικοκυριά
Μαζεύομε τηγανόλαδο μόνο από τηγανητές πατάτες και γεμίζομε ένα μεγάλο μπουκάλι του νερού (ενός λίτρου). Ζεσταίνω καλά 1/3 του μπουκαλιού νερού και το ρίχνω σ’ ένα πλαστικό δοχείο που έχω βάλει 115 γραμ. καυστική σόδα (σπίρτο του άλατος). Όταν χλιαρίνει ρίχνω κατά διαστήματα το λάδι και το χτυπώ πάντα με την ίδια φορά. Ρίχνω το μείγμα σε μεγάλο μακρόστενο πλαστικό καλούπι.
Καλή επιτυχία.
Λέξεις
(1) τρυγές = κατακάθια
(2) ώσαμε = έως ότου
(3) γκαργκανίστηκενε = εσφίχτηκε
(4) άζουδο = άτυχο
(5) περσιγκί = στολίδι, κατ’ επέκταση κάθε τι που δε θεωρείται απαραίτητο, αλλά σαν κάποια περιττή πολυτέλεια
(6) χάφτομαι = καταπίνω
(7) Θιός = Θεός
(8) κοντό =άραγε
(9) όσκιες = όχι
(10) πούρι = άραγε
(11) κουτουλιέμαι= μεταφορικό = διαχειρίζομαι
(12) μαγατζές = αποθήκη
(13) αναμπούκωσενε = ανασήκωσενε
(14) λαπάντε = καθαρό, λαμπερό
(15) αλατζάς = φθηνό ύφασμα
(16) καφάς = σβέρκος
(17) τσικούρια = κορδόνια
(18) αποχερίζω = δίδω φιλοδώρημα
(19) μπάταρε = υπολόγισε
(20) μπρουμουτίζω = σκύβω βαθιά
(21) επασπάτεψε = εξερεύνησε
(22) αναντράνισενε = ανασηκώθηκε
(23) επάστρεψε = εκαθάρισε
(24) εγιούργιαρε = επιτέθηκε
(25) λάτρα = καθαρισμός
(26) ταλαποδέρνεις = κινείσαι συνεχώς
(27) ντουρντίζεις = παρασκευάζεις
(28) κυρατζής = μεταφορέας
(29) απής = αφού
Φράσεις
(α) ίδια δα = αυτή τη στιγμή
(β) αν ήττο σου = το λιγότερο
(ήττο = ουδέτερο του επιθέτου μικρός συγκρητικού βαθμού,
θετικό συγκριτικός υπερθετικός
μικρός ή λίγος ήττω – ήσσων ελάχιστος
(γ) μουδ’ έκοψε μουδ’ έρριξε = καθαρά και ξάστερα
(δ) ω! διάσκατσε = ω διάολε
(ε΄) να γκάψω οθέ μπέρα = να πάω προς άλλη κατεύθυνση
(στ΄) δε στένεσαι σε χλωρό κλαδί = εργάζεσαι όλη μέρα
