Επιστολή του κ. Απόστολου Περπυράκη προς τους πρόεδρους των εν Αττική Ρεθυμνιακών Σωματείων-Συντάκτες της επιστολής προς Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ.κ. Ευγένιο που δημοσιεύτηκε στο προηγούμενο φύλλο της εφημερίδας μας
«Αγαπητοί πρόεδροι των εν Αττική Ρεθυμνιακών Σωματείων,
Απευθύνομαι σε ‘σας, προκειμένου να εκφράσω τη θλίψη και την απογοήτευση που μου προκάκεσε η δημοσιευθείσα στον τοπικό τύπο επιστολή σας προς το Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κκ Ευγένιο.
Όπως ίσως έχετε αντιληφθεί οτι, στις δύσκολες μέρες που ζούμε, ο Μητροπολίτης μας έχει συμβάλει στο μέγιστο βαθμό, ώστε, αφ΄ενός μεν,η εκκλησία να προσφέρει σημαντική βοήθεια στους έχοντες ανάγκη συνανθρώπους μας, αφ΄ετέρου δε, να προσεγγίσει και να κατηχήσει το λαό, προσφέροντάς του ελπίδα και αισιοδοξία, μέσα από τη φιλοσοφία της Ορθοδοξίας. Παράλληλα, με την παρουσία του και τη συμμετοχή του σε κάθε σπουδαίο γεγονός, που αφορά στο ποίμνιό του, έχει καταστεί ιδιαίτερα λαοφιλής σε όλο το φάσμα των συντοπιτών μας.
Ασφαλώς, δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχουν και κάποιες μεμονωμένες φωνές, που, κατά καιρούς, να εκφράζουν την αντίθεσή τους προς το πρόσωπό του. Κάποιοι τον κατακρίνουν για την επιλογή του να συναναστρέφεται κοινούς πολίτες, κάποιοι δεν ανέχονται να τον βλέπουν στους δρόμους της πόλης να συναντά τους περαστικούς και να μπαίνει στα μαγαζιά για να καλημερίσει τους ανθρώπους, κάποιοι διαφωνούν με την επίσημη ενδυμασία του, κατά τις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, κάποιοι πιστεύουν ότι η επισκοπική κατοικία, που υπάρχει στην πόλη μας από την εποχή του κυρού Τίτου, αποτελεί πρόκληση, κ.λ.π, κ.λ.π.. Η συντριπτική, όμως, πλειοψηφία όσων έχουν αντιληφθεί την αξία του και την προσφορά του, όχι απλά τον αγαπούν και τον σέβονται, αλλά, ακόμα κι΄αν είχαν ξεχαστεί και απομακρυνθεί κάπως από το πνεύμα της Εκκλησίας, με το λόγο του και τη στάση ζωής του αφυπνίζονται και επανέρχονται στην πνευματική τάξη.
Παράλληλα με την ποιμαντική δράση του στην τοπική Εκκλησία, έχει περιβάλει με στοργή και την κοινωνία των αποδήμων συντοπιτών μας. Παρίσταται με χαρά όπου κληθεί, προκειμένου να τονώσει την αίσθηση ότι και αυτοί είναι δικοί μας άνθρωποι, τους αγαπούμε και τους τιμούμε.
Με δεδομένα τα παραπάνω, αδυνατώ να κατανοήσω από πού πηγάζει το ανεπίτρεπτο ύφος (εμπαικτικό, υπεροπτικό, χλευαστικό, υποκριτικό), με το οποίο απευθύνεστε στο σεβαστό ιεράρχη μας.Ακόμη και η ανάγκη της αναχώρησής του από τις εκδηλώσεις σας, στις οποίες δήλωσε ευχαρίστως ότι θα παραστεί, την 13η ώρα της 2ας Νοεμβρίου, λοιδωρήθηκε δημόσια! Αδυνατώ να κατανοήσω το λόγο, από τον οποίο πρέπει να προκαλείται συγκίνηση για την «αυθόρμητη πρώτη συνάντηση όλων των εν Αττική Ρεθυμνιακών Σωματείων». Υπήρχε κάποιος λόγος που μέχρι σήμερα αυτό δεν είχε συμβεί; Όπως και να έχει, θεωρώ ασέβεια να εμπλέκεται η μνήμη των Αγίων σε ανταγωνισμούς και να χρησιμεύει ως πρόσχημα για επίτευξη κοσμικών στόχων, όπως αναγράφεται στο πρόγραμμά σας «οι Άγιοι μας ενώνουν».
Θεωρώ ότι, με την επιστολή σας αυτή, προσφέρετε καλή υπηρεσία σε αυτούς που εχθρεύονται τον τόπο μας και που θέλουν να φιμώσουν τις φωνές που αφυπνίζουν το λαό και τον οδηγούν στην πρόοδο και στην ψυχική ανάταση. Με την ευκαιρία, σας προτείνω να προσέξετε την περικοπή του Ευαγγελίου της 26ης Οκτωβρίου. Θα δείτε ότι και τότε, τα δαιμόνια, δια στόματος του δαιμονιζομένου, προσπάθησαν να αποτρέψουν το Χριστό να εισέλθει στην πόλη τους, φοβούμενα την κατάργηση από Αυτόν του ψεύδους, της αδικίας, του σκότους.
Σχετικά με την αφορμή της σύνταξης της επιστολής σας, ο σεβασμός προς τους Αγίους μας επιβάλλει,οι τίμιες κάρες τους να παραμένουν φυλασσόμενες με τη μέγιστη ασφάλεια και τις πρέπουσες τιμές, στο μεγαλοπρεπή ναό, που ο ευσεβής ρεθεμνιώτικος λαός έχτισε προς τιμή τους στον τόπο του μαρτυρίου τους. Τις παραλάβαμε από τους προγόνους μας και έχουμε ιερή υποχρέωση να τις διαφυλάξουμε με το δέοντα σεβασμό. Κάθε σκέψη για μετακίνησή τους, με αιτιολογία όπως αυτή της επιστολής σας, τη χαρακτηρίζω ως βλασφημία. Οι εν Αττική Ρεθύμνιοι μπορούν να τιμήσουν τους Αγίους μας πνευματικά. Εξ’ άλλου, γνωρίζετε κάποιον, που θέλησε να προσκυνήσει τις τίμιες κάρες, και δυσκολεύτηκε να περάσει από την πλατεία Τεσσάρων Μαρτύρων στο Ρέθυμνο; Όποιος ζητήσει να τις προσκυνήσει, ακόμη και εκτός των ημερών που εκτίθενται σε προσκήνυμα, φαντάζομαι θα ικανοποιηθεί. Σε σχετική συζήτηση, κάποιος φίλος, αυτήκοος μάρτυς, μου διηγήθηκε την αντίδραση του αξέχαστου παπά Μιχάλη Σταυριανάκη, σε αίτημα παραχώρησης της μίας κάρας: «Έντο το δεντρό που τσι κρεμάσανε, έπαέ εχύσανε το αίμα ντωνε, έπά ‘ναι η εκκλησία ντωνε και έπαδά θα ρχεστε να προσκυνάτε!»
Παρακαλώ να εκλάβετε τα κίνητρα της αντίδρασής μου ως έκφραση αγωνίας για την πρόοδο του τόπου μας και τη διαφύλαξη των αξιών του.
Με τιμή
Απόστολος Β. Περπυράκης»
