Το αφιέρωμα αυτό με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, επιχειρεί να αναλύσει τις σχέσεις Ελλάδας και Ιταλίας από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι τις παραμονές της έναρξης του ελληνοϊταλικού πολέμου καθώς επίσης και τις παρασκηνιακές κινήσεις και ενέργειες της γειτονικής χώρας που συνέβησαν όχι μόνο τις παραμονές του πολέμου αλλά χρόνια νωρίτερα και πριν ακόμη ο Μπενίτο Μουσολίνι καταλάβει πραξικοπηματικά την εξουσία.

Η Ελληνική Επανάσταση δεν άφησε ασυγκίνητους τους Ιταλούς για τους οποίους τα γεγονότα της, ήταν τόσο συγγενικά με τα δικά τους προβλήματα. Πολλοί Ιταλοί φιλέλληνες, εμποτισμένοι με τα ιδανικά του φιλελευθερισμού και το πνεύμα του ρομαντισμού, ήρθαν στην Ελλάδα για να ενώσουν τις δυνάμεις τους με τους επαναστατημένους Έλληνες. Παρουσίασαν αξιόλογη δράση και αρκετοί από αυτούς βρήκαν δοξασμένο θάνατο στη δεύτερη πατρίδα τους.
Το ίδιο συνέβη όταν με τη σειρά της και η Ιταλία διεξήγαγε τον αγώνα της για την ενοποίησή της, αρκετοί Έλληνες εθελοντές έσπευσαν να βοηθήσουν τους <<αδελφούς Ιταλούς>>. Μετά την ενοποίησή της, το 1861 η Ιταλία προσπάθησε να ενισχύσει την παρουσία της σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρηθεί υπολογίσιμη ευρωπαϊκή δύναμη, αναζητώντας σαν πρώτο βήμα ισχυρούς συμμάχους. Αφού συμπεριλήφθηκε στη συμμαχία των τριών Αυτοκρατοριών (Γερμανίας, Αυστροουγγαρίας και Ρωσίας), λογικό ήταν το επόμενο βήμα της να είναι η απόκτηση αποικιών. Οι πρώτες προσπάθειες ήταν αδέξιες αλλά δεν πτοήθηκε. Μετά την αποτυχία κατάληψης της Τύνιδας και της Αιθιοπίας, το 1911 με πρόσχημα την κακή οθωμανική διοίκηση κατέλαβε την Τριπολίτιδα της Λιβύης και το 1912 τα Δωδεκάνησα τα οποία κράτησε ως εγγύηση για την κατοχή της πρώτης.
Η κατάληψη των Δωδεκανήσων αποτέλεσε ένα επιπλέον πρόβλημα για την Ελλάδα, η οποία πλέον έβλεπε πως εκτός από την Οθωμανική Αυτοκρατορία έπρεπε να αντιμετωπίσει και τις βλέψεις της Ιταλίας.

Από τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912 -1913 μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή
Κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, όταν ο Ελληνικός Στρατός απελευθέρωσε τη Βόρεια Ήπειρο, η Ιταλία ανέκοψε με τελεσίγραφο την προέλαση του προς τον Αυλώνα. Στη συνέχεια, σε αγαστή συνεργασία με την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία επιδίωξε την απομάκρυνσή των ελληνικών δυνάμεων από την περιοχή. Στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου το Μάιο του 1913 και κατά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, η Ιταλία εργάστηκε πυρετωδώς για να επιδώσει, όσο το δυνατόν πιο εκτεταμένα σύνορα στο νέο αλβανικό κράτος. Στη Φλωρεντία μάλιστα πέτυχε να αποδοθούν στην Αλβανία οι διοικητικές περιφέρειες της Χειμάρρας, του Αργυροκάστρου, του Δελβίνου, της Κορυτσάς και του Τεπελενίου, όπου το ελληνικό στοιχείο υπερτερούσε συντριπτικά. Οι λόγοι ήταν προφανείς. Η Αλβανία σύμφωνα με τις βλέψεις της Ιταλίας θα προσδενόταν σε αυτήν, μέσω της Αλβανίας η Ιταλία πραγματοποιούσε το πρώτο μεγάλο βήμα για την επιρροή της στην Βαλκανική χερσόνησο. Συν τοις άλλοις η δημιουργία του αλβανικού κράτους ήταν απαραίτητη αφενός για την αποκοπή διεξόδου της Σερβίας προς την Αδριατική θάλασσα, αφετέρου δε και για την επέκταση της Ελλάδας προς τα βόρεια. Η περιοχή έπρεπε να μετατραπεί σε ιταλική <<λίμνη>> και η Ελλάδα και η Σερβία έπρεπε να κρατηθούν όσο το δυνατόν πιο μακριά. Στη συνδιάσκεψη του Βουκουρεστίου τον Ιούλιο του 1913, η Ιταλία τάχθηκε εναντίον της Ελλάδας σε όλα τα θέματα που έθεσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε μια προσπάθεια του να αξιοποιήσει τη νίκη της Ελλάδας στους Βαλκανικούς Πολέμους.

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος στη συνέχεια, ήταν μια πρώτης τάξης ευκαιρία για τον <<τυχοδιώκτη>> της Ευρώπης να ικανοποιήσει τους εθνικούς του πόθους. Απαίτησε και εξασφάλισε σπουδαία ανταλλάγματα από την Τριπλή Συνεννόηση (Ανταντ) για να πολεμήσει στο πλευρό της αν και συνδεόταν με συμμαχία και με την Γερμανία και την Αυστροουγγαρία. Με τη συνθήκη του Λονδίνου τον Απρίλιο του 1915 η Ιταλία ικανοποιήθηκε για τις απαιτήσεις της στην Αδριατική και στη Μικρά Ασία, κάτι το οποίο ερχόταν σε αντίθεση με τα ελληνικά συμφέροντα. Κατά τη διάρκεια του πολέμου η Ιταλία κατέστησε την Αλβανία προτεκτοράτο και κατέλαβε προσωρινά τα Ιωάννινα τον Ιούνιο του 1917 και διεύρυνε τις διεκδικήσεις της στη Μικρά Ασία. Η συμμετοχή της Ελλάδας στο πλευρό των Συμμάχων, τη δυσαρέστησε ιδιαίτερα, γιατί αποτελούσε σοβαρό εμπόδιο στις βλέψεις της όχι μόνο στα Βαλκάνια και τα Δωδεκάνησα αλλά και στα παράλια της Μικράς Ασίας όπου υπήρχαν πυκνοί ελληνικοί πληθυσμοί.

Μετά το τέλος του πολέμου η Ιταλία παρουσιάστηκε με υπερβολικές εδαφικές και άλλες απαιτήσεις, αντίθετες προς την προσφορά της προς τον πόλεμο. Στις 10 Αυγούστου 1920 ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπέγραφε τη Συνθήκη των Σεβρών δίνοντας σάρκα και οστά στο όνειρο της Μεγάλης Ελλάδας. Μικροεπεισόδια μεταξύ των στρατευμάτων των δύο χωρών είχαν σημειωθεί και μετά τη Συνθήκη των Σεβρών, όταν μέρος της Μικράς Ασίας είχε αποδοθεί στην Ελλάδα, και παράλληλα οι Ιταλοί βοήθησαν τους Τούρκους εθνικιστές του Μουσταφά Κεμάλ στον αγώνα τους κατά του Ελληνικού Στρατού.
Η άνοδος του Μπενίτο Μουσολίνι στην εξουσία και οι σχέσεις Ελλάδας και Ιταλίας μέχρι την έναρξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου.
Στις 28 Οκτωβρίου 1922 τα ηνία της Ιταλίας παίρνει ο Μπενίτο Μουσολίνι ο αρχηγός του Φασιστικού Κόμματος μετά την <<Πορεία προς τη Ρώμη>> και ο εγκαθίδρυσε μία προσωποπαγή ολοκληρωτική δικτατορία. Στην εξωτερική πολιτική, ο Μουσολίνι μετατοπίστηκε σύντομα από τον ειρηνόφιλο αντι-ιμπεριαλισμό της περιόδου της εξουσιαστικής του ανέλιξης, σε μια ακραία μορφή επιθετικού εθνικισμού. Ένα πρώιμο παράδειγμα αυτού ήταν ο βομβαρδισμός της Κέρκυρας, το 1923, με αφορμή δολοφονίες από αγνώστους Ιταλών στρατιωτών στα ελληνοαλβανικά σύνορα, οι οποίοι είχαν αποσταλεί προκειμένου να συμμετάσχουν ως μέλη της Διεθνούς Επιτροπής για τη διευθέτηση προβλήματος μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Ο Ιταλός δικτάτορας θεώρησε υπεύθυνη την ελληνική κυβέρνηση και απαίτησε ικανοποίηση ηθική και οικονομική. Όταν η κυβέρνηση αρνήθηκε να παράσχει οποιαδήποτε ικανοποίηση, δηλώνοντας ότι η Ελλάδα δεν έχει καμία σχέση με το γεγονός, ο Μουσολίνι διέταξε τον ιταλικό στόλο να βομβαρδίσει την Κέρκυρα. Επιπλέον, με την καταδίκη από την Κοινωνία των Εθνών του γεγονότος του βομβαρδισμού, απείλησε με απόσυρση της Ιταλίας από τον Οργανισμό.
Η επιθετική πολιτική της Ιταλίας συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και εντάθηκε μετά την εισβολή του Ιταλικού στρατού στην Αλβανία στις 7 Απριλίου 1939. Στην ουσία η Ιταλία απέκτησε κοινά χερσαία σύνορα με την Ελλάδα. Αυτό οδήγησε τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία να εγγυηθούν για την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας. Ο Ιωάννης Μεταξάς προσπάθησε να κρατήσει την ουδετερότητα της Ελλάδας, έστω και αν το καθεστώς του είχε ιδεολογική συγγένεια με το φασισμό και το ναζισμό.
Από την 1η Σεπτεμβρίου 1939 μέχρι τον Οκτώβριο του 1940, οι αλλεπάλληλες επιτυχίες του Χίτλερ, οδήγησαν τον Μουσολίνι στην απόφαση του να επεκταθεί στα Βαλκάνια και κυρίως να επιτεθεί εναντίον της Ελλάδας. Στις 15 Οκτωβρίου 1940 συνεκάλεσε σύσκεψη στη Ρώμη για να συζητηθεί το σχέδιο της επίθεσης. Ο Μουσολίνι καθόρισε ως ημερομηνία έναρξης της εισβολής την 26η Οκτωβρίου (αλλά λόγω προβλημάτων μετατέθηκε για δύο μέρες μετά) και ήλπιζε πως η εκκαθάριση της Ηπείρου θα γινόταν το αργότερο μέχρι τις 10 με 15 Νοεμβρίου. Η προπαγάνδα εναντίον της Ελλάδας στην Ιταλία ήταν έντονη μαζί με μια σειρά από προκλητικές ενέργειες, όπως πτήση ιταλικών αεροσκαφών εντός του ελληνικού εναέριου χώρου, επιθέσεις αεροσκαφών σε ελληνικά πλοία και τέλος ο τορπιλισμός του καταδρομικού ΕΛΛΗ στο λιμάνι της Τήνου στις 15 Αυγούστου 1940. Παρά τις δηλώσεις της κυβέρνησης Μεταξά ότι το πλοίο βυθίστηκε από υποβρύχιο <<αγνώστου εθνικότητας>> , διατηρήθηκε με αυτό τον τρόπο η μέχρι τότε ουδετερότητα της χώρας. Όμως ήταν φανερό ότι ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος. Η επίδοση τελεσιγράφου αναμενόταν από μέρα σε μέρα, Στις 2:50 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου ο Εμμανουέλε Γκράτσι παρέδιδε το τελεσίγραφο με το οποίο η Ιταλία απαιτούσε την είσοδο των στρατευμάτων της στα ελληνικά εδάφη. Η Ελλάδα εισερχόταν στη μεγάλη δοκιμασία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, έτοιμη να συντρίψει τον θρύλο του αήττητου του Άξονα.
Γιώργος Λινοξυλάκης
Πηγές: Περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία Σειρά Μεγάλες Μάχες
Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου (1940-41)







